Ο μύθος στον Γιάννη Ρίτσο

by Times Newsroom 1
  • ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΕΛΟΥΔΗΣ

Καλό προσωπείο, σε δύσκολους καιρούς, ο μύθος (Γ. Ρίτσος)

ΟΙ ΠΡΩΙΜΕΣ αναζητήσεις του Ρίτσου στο χώρο της εβραιοχριστιανικής μυθολογίας (“Στο Χριστό”: “Τρακτέρ”, 1930-1934) έχουν, διαπιστωμένα, τις ρίζες τους στο εικονοκλαστικά απομυθοποιητικό παράδειγμα του Βάρναλη (“Το φως που καίει”, 1922): Τα χριστιανικά μυθήματα, απαλλαγμένα από το θρησκευτικό-μεταφυσικό τους περιεχόμενο, θα μεταλειτουργηθούν σε σύμβολα-φορείς μιας νέας, εγκόσμια θεμελιωμένης κοινωνικής κριτικής – και είναι ακριβώς αυτή η ριζική μεταλειτούργηση του μυθικού στοιχείου που θα χαρακτηρίσει τη “μυθική μέθοδο” του ώριμου μεταπολεμικού Ρίτσου.

Πριν να φτάσει όμως εκεί, η ζωή και το έργο του Ρίτσου είχαν διανύσει μιαν εξαιρετικά γόνιμη εξελικτική πορεία, της οποίας δεν μπορούμε να συγκρατήσουμε εδώ, πάντα σε συνάρτηση με τη μυθολογική-γραμματολογική μας αναζήτηση, παρά τα κυριότερα σημεία: Την οριστική του προσχώρηση στη “μυθική μέθοδο” την πραγματοποίησε ο Ρίτσος από τα τέλη του 1936 ώς τα 1938, αμέσως δηλαδή μετά την επιβολή της δικτατορίας του Μεταξά: Παρόλο που ήδη στο “Τραγούδι της αδελφής μου” (1936-1937) είχε εφεύρει μιαν “αντικειμενική συστοιχία” ανάμεσα σε μερικά εβραιοχριστιανικά μοτίβα (Ρουθ, Χριστός) και τ’ ατομικά και οικογενειακά του βιογραφικά δεδομένα, θα επιχειρήσει, πειραματικά αλλ’ αποφασιστικά, στις δυο επόμενες ποιητικές του συλλογές, την “Εαρινή συμφωνία” (1937-1938) και το “Εμβατήριο του ωκεανού” (1939-1940), την οριστική του μετάβαση στον αρχαιοελληνικό μύθο (Ζευς-κύκνος και Λήδα στο πρώτο, Οδυσσέας-Καλυψώ και το μοτίβο της Ιθάκης στο δεύτερο), που επρόκειτο ν’ αποδειχτεί μετά τον πόλεμο ανεξάντλητη πηγή για την άντληση ποιητικών μορφών και συμβόλων από τον ώριμο Ρίτσο. Το τρίτο μοτίβο υποδεικνύει το γραμματολογικό μοχλό που κίνησε το μυθολογικό αυτόν προσηλυτισμό του νέου Ρίτσου, τον Καβάφη, που οι πρώιμες σχέσεις του με το Ρίτσο έχουν ήδη τεκμηριωθεί. Εξάλλου, από την ίδια εποχή μαρτυρείται και η πρώτη συστηματικότερη ενασχόληση του Ρίτσου με την αρχαία τραγωδία (μέλος του χορού σε παραστάσεις του Εθνικού Θεάτρου, μεταφραστική δοκιμή στην “Αντιγόνη”), τη σημαντικότερη μετά τα ομηρικά έπη παρακαταθήκη του αρχαίου μύθου. Τον προσανατολισμό του μυθοποιού Ρίτσου προς τα Τρωικά (Αχιλλέας, Πάτροκλος) θα επιβεβαιώσουν και τα δυο επόμενα τεκμήρια της “μυθικής μεθόδου” στο έργο του, στα ποιήματα “Συσχετίσεις” (Καλοκαίρι 1939) και “Η ταφή του Οργκάθ” (Σεπτέμβριος – Οκτώβριος 1942), που θα κλείσουν την πρώτη αυτή φάση των μυθολογικών του αναζητήσεων.

Είναι φανερό ότι η πρώιμη αυτή στροφή του Ρίτσου στον αρχαίο μύθο βρίσκεται σε συνάρτηση με τους –πρώτους– “δύσκολους καιρούς” της ατομικής και κοινωνικής του βιογραφίας: την καταπίεση της μεταξικής δικτατορίας και της πρώτης φάσης της κατοχής. Το μεγάλο μυθολογικό κενό που θ’ ακολουθήσει από κει και πέρα, ώς τα 1956, στο εύφορο έργο του Ρίτσου, έχει, αναμφίβολα, την εξήγησή του στους ιστορικούς και βιογραφικούς όρους του δημιουργού του (κατοχή, αντίσταση, εμφύλιος, εξορία), που απαιτούσαν από τον έμπρακτο συμμέτοχο κι ερμηνευτή τους τη χρήση μιας άλλης, απροκάλυπτα γυμνής ποιητικής γλώσσας (“Έτσι να λέμε πια τα σύκα: σύκα και τη σκάφη: σκάφη”). Μιαν αξιοσημείωτη παραχώρηση στο μυθολογικό λαϊκισμό της κατοχής και της αντίστασης αποτελεί η μορφή της Παναγίας, που, μετασχηματισμένη σ’ ελληνίδα χωριάτισσα, θα μεταπηδήσει, μαζί με μερικούς άλλους αγίους, το Διγενή με τους Ακρίτες του και τους ήρωες του ’21, από το λαϊκό εικονοστάσι στις ευρύροες αντιστασιακές συνθέσεις του Ρίτσου “Ρωμιοσύνη” (1945-1947) και “Η Κυρά των Αμπελιών” (1945-1947).

Μια νέαν απόπειρα για την επανασύνδεσή του με τις προπολεμικές του αναζητήσεις στο χώρο του μύθου θα κάνει ο Ρίτσος στα 1953, ένα χρόνο μετά την απελευθέρωσή του από το στρατόπεδο συγκέντρωσης, σ’ ένα από τα μικρά ποιήματα του “Θερινού φροντιστηρίου” (“Ένα μεγάλο κόκκινο καϊκι. Δεν είναι η Αργώ”). Ότι κι εδώ η βασική λειτουργία της “μυθικής μεθόδου” του Ρίτσου είναι η αρχή της “αντικειμενικής συστοιχίας”, όπως είχε ήδη εφαρμοστεί στα προπολεμικά του ποιήματα, τεκμηριώνει μια ώριμη χρήση του μυθικού στοιχείου σ’ ένα από τα ποιητικά μικρογραφήματα της πρώτης σειράς των “Μαρτυριών” του (1957-196):

Αργά, μετά το λιόγερμα, γυρίζοντας σπίτι σου,
όποια πέτρα απ’ τ’ ακρογιάλι αν ακουμπήσεις στο τραπέζι σου
είναι ένα αγαλμάτιο – μια μικρή Νίκη ή το σκυλί της Άρτεμης,
κι αυτή, όπου ένας έφηβος το μεσημέρι ακούμπησε τα βρεγμένα του πόδια,
είναι ένας Πάτροκλος με σκιερά, κλεισμένα ματόκλαδα.

Η τεχνική αυτή θ’ αναπτυχθεί σ’ ένα βασικό τέχνασμα της ποιητικής του έκφρασης, στις δυο επόμενες δεκατίες, σε μια μακρά σειρά ώριμων και όψιμων, μικρών κυρίως ποιημάτων, με τις πυκνότερες συγκεντρώσεις τους στη δεύτερη συγκομιδή των “Μαρτυριών” (1964-1965), το “Διάδρομος και σκάλα” (1970), τις “Επαναλήψεις” (1970), το “Δίχτυ” (1970), την “Πύλη” (1973-1974), τη “Γραφή τυφλού” (1979) και τη “Διαφάνεια” (1980).

Στο μεταξύ (“Η σονάτα του σεληνόφωτος”, 1956), ο Ρίτσος είχε επινοήσει ένα νέο είδος μεγάλων, συνθετικών ποιημάτων, τα περισότερα από τα οποία θα ενταχθούν αργότερα στο συλλογικό τόμο “Τέταρτη διάσταση” (1972), για να συνεχιστούν ώς την εντελώς πρόσφατη φάση της δημιουργίας του (“Φαίδρα”, 1974-1975). Κοινό χαρακτηριστικό των ποιητικών αυτών συνθέσεων είναι ο “δραματικός μονόλογος”, που εκφωνείται μπροστά σ’ ένα βουβό πρόσωπο και που πλαισιώνεται, μ’ ελάχιστες εξαιρέσεις, από έναν πρόλογο κι έναν επίλογο με τη μορφή “σκηνικής οδηγίας”. Ωστόσο, το κύριο επίτευγμα της ποιητικής αυτής δημιουργίας είναι η ιδιοφυής ενσωμάτωση στις περισσότερες από τις συνθέσεις της “Τέταρτης διάστασης” της «μυθικής μεθόδου», που θ’ αναδειχτεί σ’ έναν από τους διεισδυτικότερους φορείς της ποιητικής έκφρασης του χρήστη της και ταυτόχρονα στην ωριμότερη εφαρμογή της στην ελληνική ποίηση του αιώνα μας.

Αντίθετα απ’ ό,τι θα περίμενε κανείς, η χρήση του μύθου παραμένει και στις μεγάλες αυτές συνθέσεις του Ρίτσου αποσπασματική – κι η αποσπασματικότητα αυτή χαρακτηρίζει, σ’ αντίθεση μ την αξιοποίηση του μύθου στο νεότερο και το σύγχρονο θέατρο, τη χρήση της “μυθικής μεθόδου” σ’ ολόκληρη τη μοντέρνα ευρωπαϊκή ποίηση. Τα μυθολογικά στοιχεία, ένα μύθημα, ένα μοτίβο ή ένα απλό όνομα, φορτισμένα ακόμα με το αρχικό μυθικό τους “νόημα”, αποσπώνται θεληματικά από τη μυθολογική “αφηγηματική” τους συνάφεια κι ενοφθαλμίζονται στον ποιητικό κορμό μιας νέας “αφήγησης”, που λειτουργεί μεν με τη “βοήθεια” του μύθου, αλλά ριζικά πέρα κι έξω απ’ αυτόν.

Κοινή με τη χρήση του μύθου στα μικρά ποιήματα του Ρίτσου είναι και η σκηνική του διακόσμηση στις συνθέσεις της “Τέταρτης διάστασης” – σκηνικότητα, που επιτείνεται απλά εδώ μέσω της θεατρικότητας του “δραματικού μονολόγου” και του πλαισίου του. Απόρροια της σκηνικής αυτής “αντικειμενικότητας” είναι η έλλειψη του “λυρισμού”, στη στενή, παραδοσιακή σημασία του όρου. Ό,τι διαφοροποιεί όμως τα ώριμα αυτά δημιουργήματα από τ’ ανάλογα έργα των ευρωπαίων κι ελλήνων ομοτέχνων του Ρίτσου, είναι το γεγονός ότι ο σκηνικός τους διάκοσμος είναι ο ίδιος ιστορικομυθικός χώρος – όχι το τουριστικά αγλαϊσμένο “ελληνικό τοπίο”: Ο χώρος του “Χρονικού” (1957) λ.χ., στο οποίο έχουν ενσωματωθεί, κατά τρόπον εξαιρετικά ιδιοφυή, σπαράγματα από το μύθο του Πυθαγόρα, είναι η ίδια η “μυθική” Σάμος, ο χώρος του “Κάτω απ’ τον ίσκιο του βουνού” (1960), από το οποίο λείπουν εντελώς οι συγκεκριμένες μυθολογικές αναφορές, είναι οι Μυκήνες και το “βουνό” ο Τρητός (ο μύθος λειτουργεί εδώ σχεδόν αποκλειστικά χάρη στο μυθικό χώρο) και ο χώρος της “Περσεφόνης” (1965-1970) είναι η Ελευσίνα.

Χαρακτηριστικότερο είναι ωστόσο ένα νέο τεκμήριο της μεταλειτούργησης του αρχαίου μύθου στο νέο –καλλιτεχνικό– φορέα του: Η «αντικειμενική συστοιχία» ολοκληρώνεται σ’ αυτόν, θα λέγαμε, από μιαν «υποκειμενική αντιστοιχία», μια συνειρμική διεργασία, αποτέλεσμα της οποίας είναι η σύμπλεξη ή «ταύτιση» των μυθικών στοιχείων με τα βιογραφικά δεδομένα του ίδιου του ποιητή – μια τεχνική, που τα πρώτα της δείγματα ανιχνεύσαμε ήδη σε συνάρτηση με το χριστιανικό μύθο στο προπολεμικό έργο του Ρίτσου: Τελικά, ο Οίκος των Ατρειδών συμπλέκεται, συγχέεται και ταυτίζεται συνειδησιακά με τον Οίκο των Ρίτσων – και είναι εκπληκτικός ο αριθμός των αυτοβιογραφικών στοιχείων του Ρίτσου που βρίσκουν το συνειδησιακό τους παράλληλο με τον αρχαίο μύθο. Κάτι περισσότερο: Κατά μιαν “ευτυχισμένη” συγκυρία, και η μυθική τοπογραφία των ποιημάτων της “Τέταρτης διάστασης” παραπέμπει στη σύγχρονη βιογραφία του ποιητή τους – και η διάπλεξη αυτή κάνει ακόμα ευρηματικότερη τη μυθική γλώσσα της ποίησής του.

Το σημαντικό ωστόσο επίτευγμα της νέας αυτής ποιητικής γλώσσας είναι η τελική μετάθεση όλων των ποιητικών εκφραστικών και συνειδησιακών στοιχείων σ’ ένα ανώτερο σημαντικό επίπεδο –το επίπεδο της σύγχρονης, από το φορέα και συναυτουργό τής άμεσα βιωμένης ιστορίας– και τον «εκσυγχρονισμό» αυτό του μύθου θα υπηρετήσουν οι άφθονα εγκατασπαρμένοι και απόλυτα ηθελημένοι αναχρονισμοί.

Ο χρόνος της νέας, μεταπολεμικής στροφής του Ρίτσου στον αρχαίο μύθο με τη “Σονάτα του σεληνόφωτος” (1956) είναι ακριβώς ο χρόνος μιας σημαντικής διεργασίας στον πολιτικό, θεωρητικό και ιδεολογικό του χώρο, η φάση της αποσταλινοποίησης, της καταδίκης της προσωπολατρίας, που συνεπάγεται ή διευκολύνει την κριτική επεξεργασία, με το άλλοθι της μυθικής δεκαετίας των Τρωικών, των δυο ιστορικών δεκαετιών, 1936-1946 και 1946-1956 – είναι μ’ άλλα λόγια οι νέοι, εντελώς διαφορετικοί από τους προπολεμικούς, “δύσκολοι καιροί”, που υπαγορεύουν το “καλό προσωπείο” του μύθου. Ιδωμένα κάτω απ’ αυτό το πρίσμα, αποκαλύπτουν λ.χ. τα “μυθήματα” του “Κάτω απ’ τον ίσκιο του βουνού” (1960): οι ανδριάντες που στήνονται και ξεστήνονται, η “αντίρροπη ανταρσία”, οι γέροι που παρέδωσαν ομαδικά τον οπλισμό τους στον αντίπαλο, του “Φιλοκτήτη” (196-1965): οι θάνατοι, η φθορά, τα λάθη, οι λογοδοσίες και οι προδοσίες, της “Ισμήνης” (1966-1971): οι “πόλεμοι, επαναστάσεις, αντεπαναστάσεις”, η “μυστική εξουσία”, που κινούσε από μακριά τα νήματα, και οι “προσωπιδοφόροι”, που “έβγαιναν τα μεσάνυχτα με δυνατά κλεφτοφάναρα”, και της “Ελένης” (1970): τα “πράγματα που κιόλας ήταν από άλλους αποφασισμένα, όταν λείπαμε εμείς”, τη σύγχρονη ιστορική “τέταρτη” διάσταση της πρισματικής αυτής ποίησης. Και είναι ακριβώς αυτή η νέα διάσταση που απομυθοποιεί ταυτόχρονα τον αρχαίο μύθο και τη σύγχρονη ιστορία.

______________________________

Γιώργος Βελουδής, «Ο μύθος στο Ρίτσο», περ. Νέα Εστία, τχ. 1547 (Χριστούγεννα 1991)

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή