Ο ποιητής Π.Α. Σινόπουλος και το έργο του. Μερικές παρατηρήσεις

by ΑΝΔΡΕΑΣ ΦΟΥΣΚΑΡΙΝΗΣ
  • Γράφει ο ΑΝΔΡΕΑΣ ΦΟΥΣΚΑΡΙΝΗΣ

Α΄ Μερικά βιογραφικά στοιχεία

Ο Π. Α Σινόπουλος γεννήθηκε στην Αθήνα, στα 1928 και πέθανε το καλοκαίρι του 2015, μεγάλωσε όμως και έζησε μέχρι την ηλικία των 20 ετών στην Ανδραβίδα, πατρίδα της μητέρας του Τασούλας Φραγκοπανάγου. Αφού τελείωσε τη στοιχειώδη και μέση εκπαίδευση στην Ανδραβίδα, τα Λεχαινά και τη Γαστούνη, συνέχισε τις σπουδές του στην Αθήνα. Σπούδασε Πολιτικές επιστήμες στην Πάντειο και Θεολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, ενώ αργότερα ανακηρύχτηκε διδάκτωρ του Αριστοτέλειου Πανεπιστήμιου Θεσσαλονίκης. Ασχολήθηκε κατά κύριο λόγο με την Κοινωνιολογία της Εργασίας και της Θρησκείας στο Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών, όπου εργαζόταν για χρόνια από όπου και συνταξιοδοτήθηκε, όταν ολοκληρώθηκε η υπαλληλική του καριέρα, ενώ συγχρόνως τον απασχόλησαν κατά καιρούς, ως ερευνητή, τα προβλήματα των αποκλεισμένων κοινωνικών ομάδων ή των εγκλείστων, όπως των γυναικών, των φυλακισμένων και άλλων.

Τα εφηβικά νεανικά του χρόνια ήταν ιδιαίτερα δύσκολα, αφού συνέπεσαν με τα χρόνια της Γερμανικής Κατοχής και του Εμφυλίου, κατά τα οποία αναγκάστηκε να μετέλθει πλείστα όσα επαγγέλματα για να επιβιώσει. Εργάστηκε για αρκετά χρόνια, ενώ παράλληλα σπούδαζε, ως εργάτης στη Χαλυβουργική και αργότερα ως ιδιωτικός υπάλληλος, ως δημόσιος διοικητικός υπάλληλος και στο τέλος ως ερευνητής στο Ε.Κ.Κ.Ε. Πάντα όμως έβρισκε καταφύγιο στην ποίηση, τη μετάφραση της ποίησης και το δοκίμιο και ως ερευνητής στη δημοσίευση των πορισμάτων των ερευνών του. Το έργο του, αρκετά μεγάλο σε έκταση και σπουδαίο σε ποιότητα, δεν έχει γίνει ακόμη ευρύτερα γνωστό, για λόγους που αγνοώ, παρά το γεγονός ότι έχει βρει κατά καιρούς απήχηση σε κύκλους ειδικών.

Επειδή σε αυτήν εδώ τη μελέτη δεν πρόκειται να ασχοληθώ με το δοκιμιογραφικό και κοινωνιολογικό του έργο παρά μόνο στην περίπτωση που τούτο άπτεται με κάποιο τρόπο του ποιητικού και μεταφραστικού του έργου, ας μου επιτραπεί εδώ μία και μόνη παρατήρηση για τις έρευνες που έκανε επί χρόνια στην κοινωνική ποίηση της Παλαιάς Διαθήκης και που τον οδήγησαν από τη νεανική του κιόλας ηλικία στη μετάφραση και παρουσίαση επιλεγμένων τμημάτων της στα Νέα Ελληνικά, πριν από πολλούς άλλους και σπουδαίους νεοέλληνες ποιητές και μελετητές που αποτόλμησαν κάτι παρόμοιο. Ο Π. Α. Σινόπουλος διέκρινε από πολύ ενωρίς τη σημασία που μπορούσε να έχει αυτή η ποίηση για το σύγχρονό του άνθρωπο, μια σκέψη που πίστευε ακράδαντα και προσπάθησε να θεμελιώσει και επιστημονικά με κάποια από τα δοκίμιά του.

Β΄ Ο Ποιητής

Ο Π. Α. Σινόπουλος, ως ποιητής, φαίνεται ότι είναι ολιγογράφος, αφού ένα μικρό σχετικά μέρος του έργου του έχει δει το φως της δημοσιότητας μέχρι στιγμής, και αυτό κατά αραιά χρονικά διαστήματα, ενώ κάποιο άλλο, αρκετά σημαντικό θέλω να πιστεύω παραμένει ανέκδοτο ακόμη. Αυτό το γεγονός βέβαια, από όσο είμαι σε θέση να γνωρίζω ο ίδιος δεν σημαίνει ότι πράγματι έχει γράψει πολύ λίγα πράγματα, αλλά αντίθετα έχω δει πολύ περισσότερα σε χειρόγραφη μορφή, τα οποία επεξεργάζεται συνεχώς και τα εκδίδει μόνο όταν έχει πειστεί ότι έχουν αποκτήσει την καλύτερη δυνατή μορφή. Έτσι ένα μεγάλο μέρος του έργου του εξακολουθεί και παραμένει ακόμη ανέκδοτο.

Μια δεύτερη παρατήρηση, αναγκαία για την κατανόηση κάποιων στοιχείων της ποίησής του: ο τόπος που μεγάλωσε, η Ανδραβίδα, τα βιώματά του από τη ζωή του σε αυτόν , καθώς και οι θεολογικές και κοινωνιολογικές του σπουδές και ενασχολήσεις, οι πολυποίκιλες δυσκολίες που αντιμετώπισε στη ζωή του και η τεράστια σε μέγεθος ελληνική ή σε ελληνική γλώσσα ποιητική παράδοση, έχουν επιδράσει σε μεγάλο βαθμό στη διαμόρφωση του δικού του ποιητικού γλωσσικού οργάνου και στην ίδια την ποίησή του. Για αυτό και ξεκίνησα με κάποια βιογραφικά του στοιχεία την παρούσα μελέτη. Ας δούμε τώρα τα πράγματα κάπως πιο αναλυτικά.

Στην πρώτη του ποιητική συλλογή: «Άνθρωποι και Κατακόμβες» που κυκλοφόρησε στα 1959, είναι φανερή η παρουσία της παράδοσης, κυριαρχική θα έλεγα, και ιδιαίτερα της εκκλησιαστικής και δημοτικής που, όπως δείχνει και η διάρκεια της παρουσίας τους και σε μεταγενέστερες ποιητικές συλλογές του, αποτελεί για τον ποιητή κύριο και δημιουργικό τρόπο ζωής, αφού ποίηση και ζωή πάνε πάντα μαζί. Εδώ βλέπουμε και τις πρώτες του αναζητήσεις στην κοινωνική ποίηση της Παλαιάς Διαθήκης, που θα τον οδηγήσουν σύντομα πιο συστηματικά στη μελέτη και μετάφραση ποιητών της Βίβλου. Η θρησκευτική συγκίνηση, συνεπώς, που τον διακρίνει σε αυτά τα ποιήματα φαίνεται γνήσια και το ποιητικό αποτέλεσμα ιδιαίτερα εντυπωσιακό.

Η Αγία Γραφή και οι εκκλησιαστικοί ποιητές του Βυζαντίου (Ρωμανός, Κοσμάς, Κασσιανή, Ιωάννης Δαμασκηνός κ.ά. ), το δημοτικό τραγούδι, ο Σολωμός, ο Καβάφης, ο Γρυπάρης, αλλά και ο Μπωντλαίρ, οι συμβολιστές, ο Ρώμος Φιλύρας και ο Καρυωτάκης κι αργότερα ο Ερνέστο Καρδενάλ άσκησαν γόνιμη και δημιουργική επίδραση σε έναν ποιητή που αρνείται πεισματικά και από πεποίθηση, πιστεύω, τις συνεχείς μεταμορφώσεις της ποίησης του μοντερνισμού και των επιμέρους κινημάτων του, ενώ σε αντιστάθμισμα αποπειράται να δημιουργήσει μία νέα ποίηση με βάση τα πιο δημιουργικά στοιχεία της παράδοσης που επιβιώνουν ακόμη στον εικοστό αιώνα. Την προσπάθειά του αυτή θα την θεμελιώσει και θεωρητικά στο επόμενο βιβλίο του . Ας παραμείνουμε για λίγο όμως ακόμη στο πρώτο του.

Μερικά από τα θέματα που αγγίζει σε αυτό ο ποιητής και οι τρόποι προσέγγισής τους είναι η μοναξιά, που απαλύνεται κάπως από τη ζωντανή παρουσία του Θεού, κάποιες στιγμές έντονα δραματικές, όχι τραγικές, αφού το τραγικό απαιτεί διαφορετική αντιμετώπιση των προβλημάτων της ύπαρξης, η κλασική αντίθεση νύχτας και ημέρας με όλες τις συνώνυμες μορφές τους (ήλιος, φως, σκοτάδι κ.λ.π.), ενοχή για απροσδιόριστα κατά βάση εγκλήματα, χριστιανικής, φαντάζομαι, καταγωγής (προπατορικό αμάρτημα και ενοχή), με τελική κατάληξη την ψυχική γαλήνη ή το αγκυροβόλημα σε απάνεμο και καλά προφυλαγμένο λιμάνι.

Την ενυπάρχουσα από τις συνθήκες της ζωής του εικοστού αιώνα ψυχική ταραχή και αναστάτωση ακολουθεί πάντα η γαλήνη που επιτυγχάνεται με την καταφυγή στον Θεό. Οι κοινωνικοί υπαινιγμοί της ποίησής του, χωρίς να γίνονται άμεσα και φορτικά φανεροί ή κραυγαλέοι, δείχνουν το δρόμο που θα ακολουθήσει στη συνέχεια ο ποιητής. Τα μοτίβα της φθοράς, της αποτυχίας, της αγωνίας για το αύριο, κοινά σε πολλούς ποιητές της γενιάς του, της πρώτης μεταπολεμικής, απαντώνται και στην ποίηση του Π. Α. Σινόπουλου, με τη διαφορά ότι εδώ τα συνοδεύει πάντα η πίστη και η ελπίδα σε μία μέλλουσα ζωή λυτρωτική του ανθρώπου.

Βασικό όργανο της έκφρασής του σε αυτή την ποιητική συλλογή είναι ο παραδοσιακός δεκαπεντασύλλαβος, εναλλασσόμενος με δεκαεξασύλλαβους, εμπλουτισμένος με ηχηρές ομοιοκαταληξίες και παρηχήσεις και μέτρο το ιαμβικό. Σε αρκετά ποιήματα όμως χρησιμοποιεί ρυθμούς περισσότερο ελεύθερους με μεγαλύτερη ποικιλία μετρική. Η υμνολογική του κατάρτιση τον βοηθάει σε μεγάλο βαθμό στο σχηματισμό στροφών με τονικές και συλλαβικές αντιστοιχίες. Όλες αυτές οι παρατηρήσεις δεν σημαίνουν βέβαια ότι ο ποιητής είναι ένας ακόμη της παράδοσης, προσκολλημένος τόσο στενά σε αυτήν ώστε να αδιαφορεί πλήρως για τις μεταγενέστερες εξελίξεις της ποιητικής έκφρασης της εποχής του. Άλλωστε, σε ποιήματα που γράφτηκαν αργότερα, θα δούμε αρκετές από αυτές σε εντελώς προσωπική χρήση.

Ο ίδιος μουσικός, βηματιστός, ιαμβικός δεκαπεντασύλλαβος στίχος κυριαρχεί και στα ολιγόστιχα ποιήματα (δώδεκα πεντάστιχα για την ακρίβεια) της ενότητας που έχει τον τίτλο «Μια νύχτα το δεκαπενταύγουστο» που γράφτηκε το καλοκαίρι του !972 κατά τη διάρκεια των διακοπών του στην Ανδραβίδα. Εδώ ο ποιητής έχει μπει από καιρό στην ποιητική του ωριμότητα. Τα χρόνια έχουν περάσει άλλωστε και στο μεταξύ έχει μεσολαβήσει η συγγραφή και η δημοσίευση αρκετών άλλων ποιημάτων του. Ο λόγος, χωρίς να προδίδεται με αυτό η μουσικότητα του στίχου ούτε για μία στιγμή, είναι περισσότερο συμπυκνωμένος, το περιττό απορρίπτεται με μεγάλη άνεση και επιτυχία, τα επιμέρους αποτελούν αναπόσπαστα συστατικά στοιχεία του όλου.

Αποτέλεσμα εικόνας για ανδραβίδα ηλείασ

Το γεγονός ότι τα ποιήματα αυτά είναι κατά κάποιο τρόπο φόρος τιμής στη γενέτειρα Ανδραβίδα κάνει τον παραδοσιακό, τον δεκαπεντασύλλαβο στίχο να κυλάει αβίαστα και φυσικά, όπως το τρεχούμενο νερό στα ρυάκια της περιοχής. Η φύση βρίσκεται στις πιο όμορφες στιγμές της, η φυσική γαλήνη και ηρεμία βρίσκει το αντίκρισμά της στην κοινωνική γαλήνη και ηρεμία. Οι εικόνες, παρμένες όλες από το περιβάλλον του χωριού, αληθινές όσο τίποτε άλλο, δίνουν τη ζωντάνια που τις χαρακτηρίζει και στα ποιήματα. Κάτι από την παλιά ηθογραφία εξακολουθεί να υφίσταται ακόμη, με μία άλλη όμως ματιά, πιο σύγχρονη και σε απόλυτη συμφωνία με την κοινωνική κριτική που εκφράζει και ένας μακρινός σολωμικός απόηχος θα πρόσθετα, ιδιαίτερα επιτυχημένος:

«‘Έκαψαν τα τραγούδια τους, ξέχασαν τη φωνή τους
τα σιδερένια τα κουτιά ξέρουν τραγούδια τώρα
τα πλαστικά τα στόματα τους λένε ιστορίες.
Κι όπως τους βλέπει αμίλητους ο γκιώνης κακοβάνει
και βγαίνει βράδυ στο κλαρί κι αρχίζει ν’ αργοκλαίει».

Η παρουσία του δημοτικού τραγουδιού είναι αναντίρρητη, νομίζω, και ευδιάκριτη, όχι μόνο στη συγκρότηση του στίχου, αλλά και στον τρόπο της έκφρασης και τις εικόνες, αφού βλέπουμε τη φύση προσωποιημένη, να συμμετέχει ενεργά στο πικρό και μονότονο τραγούδι- μοιρολόι για την αλλοίωση της ανθρώπινης φυσιογνωμίας, ζωής και πολιτισμού με την εισαγωγή υποκατάστατων της φυσικής παρουσίας στην καθημερινότητα των ανθρώπων και το ψεύτισμα της ζωής ακόμη και των χωριών. Μια ομοιομορφία πανελλήνια θα έλεγα στη συμπεριφορά και την καθημερινότητα των ανθρώπων που τους εξομοιώνει σ’ ένα πλαστικό τρόπο ζωής. Ο Π. Α. Σινόπουλος, παρά το μεγάλο θαυμασμό του για τον άγνωστο δημοτικό τραγουδιστή, όμως δεν είναι τυφλός και στείρος μιμητής του, αλλά δημιουργικός ποιητής της εποχής του που οδηγεί, με το δικό του τρόπο, τα πράγματα ένα βήμα πιο μπροστά.

Η πίστη του ποιητή στην αδιαφιλονίκητη ισχύ της δημιουργικής παρουσίας της παράδοσης του έδωσε το έναυσμα για μια προσπάθεια ανανέωσης της ποίησης μέσω αυτής. Έτσι γεννήθηκε και είδε το φως της δημοσιότητας στα 1973 η ποιητική συλλογή «Φως Μέγα και Σκιά Θανάτου», μαζί με το δοκίμιο «Συγχρονική ποίηση» που τη συνοδεύει. «Ζούμε», γράφει χαρακτηριστικά , «σε μια εποχή κοινωνικών προβλημάτων», «διαπροσωπικής εμπειρίας», «ελλείψεως χρόνου», «επιστημονικής σκέψεως», «ηλεκτρονικών μέσων». Με βάση αυτή τη σκέψη λοιπόν του Π. Α. Σινόπουλου δεν θα ήταν δύσκολο να χαραχτεί το περίγραμμα του ποιητικού «αιτήματος» της εποχής του. Μόνο που η εικόνα του δεν θα έδειχνε την αναγκαιότητα μίας ποίησης μόνο, αλλά ολόκληρη ομάδα ποιήσεων. Συνεπώς θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για «Νεοκοινωνική ποίηση», για «συμπυκνωμένη ποίηση» κι ακόμη για «επιστημονική», ηλεκτρονική» και πάει λέγοντας.

Εξετάζοντας λοιπόν ο Π. Α. Σινόπουλος κοινωνιολογικά όλες αυτές τις ποιήσεις καταλήγει στη σύνθεσή τους σε μία, στη «Συμφωνία των Ποιήσεων» που είναι αυτό που ο ίδιος αποκαλεί «Συγχρονική Ποίηση». Η ποίηση αυτή, κατά την άποψή του, εκφράζει τα κύρια γνωρίσματα της εποχής του, δηλαδή τα κοινωνικά προβλήματα, την έλλειψη χρόνου, τη διαπροσωπική εμπειρία, την επιστημονική σκέψη κ.τ.λ. μαζί με τα κυριότερα στοιχεία της ελληνικής παράδοσης, αλλά και της συνολικής πείρας των λαών. Έτσι η συγχρονική ποίηση είναι μια ποίηση συμπυκνωμένη (έλλειψη χρόνου), νεοκοινωνική, επιστημονική (με επιστημονική θεμελίωση μέσω των παραπομπών και των σημειώσεων, σχολίων και της χρήσης κάθε επιστημονικού δεδομένου), ηλεκτρονική (με την εκμετάλλευση, μέσω των σύγχρονων μέσων επικοινωνίας και πληροφόρησης, κάθε είδους μηνυμάτων από ολόκληρο τον πλανήτη) και συγχρόνως γνήσια ελληνική, αφού δεν αποκόπτεται με κανένα τρόπο από την παράδοση, αλλά στηρίζεται ενεργά σε αυτήν και προσπαθεί να την ανανεώσει.

Η συλλογή αυτή, λοιπόν, παρουσιάζεται ως ένα απτό παράδειγμα συγχρονικής ποίησης με τα επτά ποιήματα που την αποτελούν. Είναι γεγονός ότι αυτά που ζητάει ο ποιητής από ένα συγχρονικό ποίημα, το έχει επιτύχει με αυτά τα ποιήματα: συμπύκνωση του στίχου και του νοήματος, κοινωνικό προβληματισμό έντονο, επιστημονικά δεδομένα, σημειώσεις , παραπομπές και παράλληλα χωρία και φυσικά ελληνικότητα. Ως προς τη μορφή προκρίνεται ένα νέο στιχουργικό είδος, δημιούργημα δικό του, η σπονδυλωτή ωδή, τα κύρια συστατικά της οποίας ανασύρονται από τη μεγάλη βυζαντινή, εκκλησιαστική παράδοση: ακροστιχίδα δηλαδή, στενή σύνδεση των νοημάτων μέσω αυτής , αλλά και μεταξύ τους, η οποία αποτελεί κατά κάποιο τρόπο και την κυρίαρχη ιδέα της όλης σύνθεσης, κι ακόμη εφύμνιο κ.λπ.

Με τη μελέτη του για τη συγχρονική ποίηση που συνοδεύει τα ποιήματα ο Π. Α. Σινόπουλος αρνείται βασικά μορφικά στοιχεία της νεωτερικής ποίησης της εποχής του και επαναφέρει στην επικαιρότητα φορμαλιστικά σχήματα του παρελθόντος που επιτέλεσαν με επιτυχία τον προορισμό τους όταν έπρεπε. Όμως μπορούν να παίξουν τον ίδιο ρόλο και σήμερα; Ο ποιητής λέει ναι. Εγώ είμαι αρκετά δύσπιστος. Η έμπνευση, πιστεύω, υποτάσσεται με αυτό τον τρόπο πλήρως στη μορφή. Εξάλλου η ακροστιχίδα στα βυζαντινά κοντάκια και στους ύμνους έδινε τον τίτλο του έργου, συνήθως, και το όνομα του ποιητή ή υμνογράφου καθώς και το πού αφιέρωνε το έργο του. Έπαιζε κατά κάποιο τρόπο το ρόλο του σημερινού εξωφύλλου ενός βιβλίου και ήταν μία φράση πεζή που δεν ενδιέφερε με άλλο τρόπο, φαντάζομαι, τον ακροατή που δεν την ξεχώριζε, όταν άκουγε τον ύμνο. Ίσως να ενδιέφερε τον αναγνώστη ώστε να ξέρει πάντα με ποιον και με τι έχει να κάνει. Σήμερα, ερωτώ, ποιο ρόλο καλείται να παίξει;

Ο Π. Α. Σινόπουλος, έχοντας ως δεδομένη την κούραση που μπορεί να έχει φέρει η συνεχής χρήση του ελεύθερου στίχου στην ποίηση του εικοστού αιώνα οδηγείται στην αναζήτηση νέας μορφής με κατάδυση στο παρελθόν. Καμιά αντίρρηση σε αυτό. Όμως είμαστε πραγματικά κουρασμένοι από το γεγονός ότι εξακολουθούμε να μιλάμε ελεύθερα, χωρίς αυστηρούς μορφολογικούς περιορισμούς ; Η έλλειψη χρόνου πάλι μπορεί να αποτελέσει καθοριστικό παράγοντα για τη μορφή του ποιήματος; Νομίζω ότι κανείς, όταν γράφει ένα ποίημα, δεν σκέφτεται το χρόνο το δικό του και πολύ περισσότερο του αναγνώστη του. Η επιμονή λοιπόν στη συγγραφή ολιγόστιχων και μόνο ποιημάτων και εξαιτίας αυτού και μόνο του λόγου θα μετέτρεπε το ποίημα σε επίγραμμα, σε χάικου ή οποιοδήποτε ανάλογο είδος.

Ο εικοστός αιώνας όμως μας έχει δώσει και ποιητές μικρών, ολιγόστιχων ποιημάτων αλλά και ποιημάτων-ποταμών, με την ίδια πάντα επιτυχία. Ο εκ των προτέρων αυστηρός σχεδιασμός επίσης για να μην ξεφύγουμε ούτε χιλιοστό από τα όρια και τους κανόνες που θέτει η σπονδυλωτή ωδή, με την κοινωνιολογική της πρόταση-αφετηρία, με τα αναγκαία σχόλια και παραπομπές, πιστεύω ότι εκτρέπει κάπως την ποίηση από τον σκοπό της. Βέβαια έχουμε το παράδειγμα του Σολωμού, που έγραφε πρώτα τα ποιήματά του σε πεζό ιταλικό λόγο κι ύστερα τα μετάχυνε σε ποιητικό ελληνικό. Εδώ όμως έχουμε το μεγάλο εμπόδιο της γλώσσας, η τεχνική του Σολωμού δικαιολογείται.

Είναι γεγονός ότι πολλές φορές ένας ποιητής ξεκινάει από μία βασική ιδέα, σκέψη, συναίσθημα, ή στίχο, η πορεία όμως που ακολουθείται για την ολοκλήρωση του ποιήματος δε μπορούμε να πούμε ότι είναι πάντα προδιαγεγραμμένη. Μπορεί, πράγματι, να μην αλλάξει κατεύθυνση ο ποιητής, ιδιαίτερα αν το ποίημα είναι μικρό, ολιγόστιχο, μπορεί να οδηγηθεί όμως πολλές φορές αλλού από εκεί που έχει προγραμματίσει, σε άλλους δρόμους και βέβαια άλλο να είναι το τελικό αποτέλεσμα. Το ποίημα είναι κι αυτό ένας ζωντανός οργανισμός που από ένα σημείο και μετά κατευθύνει το ίδιο τη μοίρα του και το χέρι του ποιητή. Εξάλλου η ποίηση είναι κι αυτή κοινωνικό φαινόμενο, αλλά όχι κοινωνιολογία. Χάρηκα πραγματικά τα ολιγόστιχα ποιήματα της συλλογής ανεξάρτητα από το μέγεθος, τα στολίδια και τα επιστημονικά συμπληρώματα που τα συνοδεύουν ή την ακροστιχίδα που για μένα δεν είναι παρά ένα απλό βοηθητικό ερμηνευτικό σχόλιο από το οποίο βέβαια δεν εξαρτάται η απόλαυση του ποιήματος. Ας γυρίσουμε λοιπόν στα ποιήματα. Αρκετά με τις θεωρίες.

Η ακροστιχίδα «μόρφωση» δίνει κατά κάποιο τρόπο το εννοιολογικό στίγμα της ωδής, η οποία, ξεκινώντας από το στίχο του Καβάφη «έτσι σοφός που έγινες…» , ασκεί την αυστηρή της κριτική επιτίμηση στον πολιτισμό του εικοστού αιώνα που, κατά τον ποιητή, είναι αιχμάλωτος της επιστήμης και της τεχνολογίας, ενώ κύρια χαρακτηριστικά του είναι η απόλυτη έλλειψη ανθρωπιάς, η αποξένωση και η αλλοτρίωση. Έτσι η «σοφία», με εισαγωγικά, αφού δεν είναι η απόρροια της μίας και μοναδικής αλήθειας, ή, έστω, ενός γνήσιου επιστημονικού διαλόγου αφαιρεί από τον άνθρωπο τη χαρά και η τέχνη είναι δέσμιά της. Δεν απομένουν παρά οι βάρβαροι που δεν θα αργήσουν να φανούν (ο διάλογος με τον Καβάφη δημιουργικότατος), που δεν θα έλθουν πια από τα σύνορα, αλλά μέσα από τα ίδια μας τα σπίτια, αφού βρίσκονται ήδη εδώ και μεγαλώνουν μαζί με τα παιδιά μας:

«Οι βάρβαροι δεν θα ξανάρθουν απ’ τα σύνορα.
Τους εκπαιδεύουν οι σοφοί με τηλεόραση
κι οι ορδές τους απ’ τα παιδικά δωμάτια θα ορμήσουν».

Αυτή η συνεχής και χωρίς ουσιαστικό σχεδιασμό συσσώρευση άχρηστης γνώσης δεν πέτυχε τίποτ’ άλλο από τη δημιουργία οίκων μεροκάματου, εφήμερης γνώσης, ευγηρίας, θανάτου. Ξεχνάει φυσικά τους οίκους ανοχής. «Φωνή βοώντος εν τη ερήμω» ο λόγος του ποιητή, οι κεραίες των σοφών είναι ελαττωματικές και δεν συλλαμβάνουν πια τα σημεία των καιρών, δεν διαβάζουν τα μηνύματα των αλλοιώσεων και των αλλαγών που μας κατακλύζουν καθημερινά, γέρασαν πρόωρα μέσα στην ερημιά της σοφίας τους, έχουν πάψει από καιρό να βλέπουν την αλήθεια, ενώ οι παιδαγωγοί αποτελούν τους νέους βρικόλακες που ψάχνουν για LSD και άλλα υποκατάστατα, το νέο υγρό που ρέει στις φλέβες των νέων. Ο νέος άνθρωπος αποτελεί τελικά και ίσως οριστικά ένα αποξενωμένο, αλλοτριωμένο τερατούργημα:

«Στις αποθήκες σκελετοί, κρανία, σάρκες,
τα πάντα εκτός…
Το τμήμα εγκεφαλικής ουσίας το τσακίσαν οι απεργίες
κι οι νέοι πολίτες θα φτιαχτούν απ’ ό,τι υπάρχει».

Δεν υπάρχει λοιπόν χώρος για την αληθινή σοφία, την αντικαθιστά πλέον η μαγεία, η νέα τυραννική εξουσία των ημερών μας:

«Η αίθουσα στα μαύρα. Μαύρα τα κεριά, μαύρο το φέρετρο
και μέσα ομοίωμα: η Ανθρωπότητα
-μια εργασία για πτυχίο μαγείας.
Κάποιοι σοφοί συγκλητικοί ανησυχούν
μήπως δεν αληθεύει η θεωρία».

Η μοναδική ελπίδα λοιπόν βρίσκεται στη διάψευση της θεωρίας. Και σε μια σταθερή πίστη. Ο Π. Α. Σινόπουλος δεν είναι ένας απαισιόδοξος ποιητής, με τη στενή έννοια της λέξης βέβαια. Άλλωστε η ποίηση δεν είναι ποτέ μονοδιάστατη ή μονοσήμαντη. Αλλιώς δεν θα ήταν ποίηση. Τη λύση στο αδιέξοδο αυτής της συλλογής τη δίνει η επόμενη, που είδε το φως της δημοσιότητας στα 1979, η «Ζωντανή Έρημος» . Τα ποιήματα είναι και εδώ ολιγόστιχα, η ποίηση συμπυκνωμένη, κοινωνική, περιεκτική, συναισθηματική, ελαφρά ειρωνική. Ο υπάρχων λυρισμός δεν παραμερίζεται από το ψυχρό επιστημονικό συμπλήρωμα. Ο στίχος είναι μεστός νοήματος και αισθήματος, χωρίς πλατειασμούς και περιττά ποικίλματα, γεγονός που δείχνει επίπονη και επίμονη επεξεργασία καθώς και πλήρη κυριαρχία του ποιητή στα εκφραστικά του μέσα. Η δημιουργική αφομοίωση της ποίησης της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης, αλλά κυρίως του Καβάφη έχει βοηθήσει τα μέγιστα στο συνολικό αποτέλεσμα.

Η «Ζωντανή Έρημος» είναι στην πραγματικότητα ένας ύμνος στην κοινοβιακή ζωή του Αγίου Όρους, ενώ η μνήμη του Κοσμά του Αιτωλού και του πνεύματος των κηρυγμάτων του κυριαρχεί στις σημειώσεις αλλά και στο σώμα των ίδιων των ποιημάτων. Το Άγιο Όρος είναι «η ζωντανή έρημος που αφουγκράζεται τον Θεό» , ενώ ο μοναχισμός αποτελεί το φως που φωτίζει έναν κόσμο που κοιμάται «παραχορτασμένος από καταναλωτικά αγαθά, παραχορτασμένος από πανηγυρικούς». Είναι μια ποίηση στην οποία αποκαλύπτεται, εκτός των άλλων, και μια έντονη, αλλά γνήσια θρησκευτική συγκίνηση και μια αταλάντευτη πίστη στις μυστικές δυνάμεις της ψυχής όταν κατευθύνεται από τη διαρκή και φιλάνθρωπη παρουσία του Θεού. Είναι βαθιά θρησκευόμενος ο ποιητής, αλλά αυτό δεν τον εμποδίζει να κρίνει και να επικρίνει καταστάσεις που δεν προσιδιάζουν στο σοβαρό πρόσωπο της θρησκείας και των εκπροσώπων της.

Από το 1973 παρέμενε ανέκδοτο το βιβλίο «Κέρογος», που είδε το φως της δημοσιότητας μόλις στα 1986. Είναι κανόνας πια άγραφος, όλα του τα βιβλία να εκδίδονται με καθυστέρηση, χρόνια μετά τη συγγραφή τους. Κατά τη γνώμη μου το βιβλίο αυτό είναι ό,τι σημαντικότερο κατόρθωσε ο ποιητής Π. Α. Σινόπουλος. Η αγάπη του για το μυκηναϊκό κόσμο και τα χαμένα του τραγούδια, η σχεδόν πλήρης άγνοια που έχουμε όλοι για την προομηρική ποίηση, που σίγουρα υπήρξε, η συνεχής και αδιάλειπτη ποιητική παράδοση τριάντα τριών αιώνων ελληνικής ποιητικής δημιουργίας του υπέβαλαν τη σκέψη, την οποία έθεσε αμέσως σε εφαρμογή, να αναπλάσει και να ανασυνθέσει, στο μέτρο του δυνατού βέβαια, μια ποίηση χαμένη για πάντα μαζί με τα ερείπια του μυκηναϊκού πολιτισμού, του μυκηναϊκού κόσμου, με βασικό υλικό φράσεις και λέξεις που βρέθηκαν γραμμένες στις μυκηναϊκές πινακίδες που ανακαλύφτηκαν στην Πύλο και σε άλλα μυκηναϊκά κέντρα.

Μιλάμε πάντα για λέξεις της ελληνικής γλώσσας προτού πάρει τη μορφή που πήρε στα μεταγενέστερα χρόνια της ιστορίας των Ελλήνων. Η προσπάθεια αυτή του ποιητή αποβλέπει στο να εντάξει στη σύγχρονη ποιητική δημιουργία μια παράδοση τριάντα τριών αιώνων ποίησης και να δημιουργήσει το καινούργιο με παλιά, πανάρχαια υλικά.

Από αυτή του την προσπάθεια λοιπόν γεννήθηκαν η «Μυκηναϊκή Ωδή», το εκτενές ποίημα «Καταβασίες των Ελλήνων», μία σύνθεση ποίησης τριάντα τριών αιώνων από την οποία μόνο το εισαγωγικό μέρος ανήκει στη γραφίδα του ιδίου, ενώ για τα υπόλοιπα μέρη υπεύθυνη είναι η ποιητική του ευαισθησία και η βαθιά γνώση της ελληνικής ποιητικής παράδοσης, και τέλος το «Μυκηναϊκό Κοντάκιο» με εφύμνιο και ακροστιχίδα. Το αποτέλεσμα είναι ομολογουμένως εντυπωσιακό. Και τα τρία κείμενα, παρά τα εκ πρώτης όψεως ετερόκλητα στοιχεία που ενσωματώνουν, εντούτοις κατορθώνουν να αποτελέσουν τελικά τρεις αυθύπαρκτες και σπουδαίες ποιητικές δημιουργίες που φανερώνουν την ικανότητα του ποιητή να επιλέγει με μαεστρία το υλικό του και να το αξιοποιεί με ευαισθησία και γνώση. Ας μείνουμε λίγο ακόμη σε αυτή την ποιητική συλλογή. Το αξίζει.

Ο Π. Α. Σινόπουλος, πιστεύοντας ακράδαντα ότι ένας κόσμος γνήσια ελληνικός, όπως ο μυκηναϊκός, θα είχε και την ποίησή του, που δεν έφτασε όμως ε εμάς, αποκορύφωμα της οποίας είναι τα έπη του Ομήρου, αναζητεί αυτή τη χαμένη ποιητική γλώσσα του κόσμου αυτού στις λογιστικές πινακίδες της Πύλου και των άλλων μυκηναϊκών κέντρων που σώθηκαν τυχαία μέχρι σήμερα λόγω των πυρκαγιών που τα κατέστρεψαν, συναρμολογεί τα σπαράγματα των εγγραφών τους με επιδεξιότητα και ευαισθησία και έτσι γεννιέται η ¨Μυκηναϊκή Ωδή», η οποία αποτελείται από τρεις στροφές με εφύμνιο, κατά τα βυζαντινά πάντα πρότυπα του ποιητή.

Ο βυζαντινός κόσμος, ελληνικός κι αυτός κατά τον ποιητή, ή έστω ελληνοθρεμένος, αφού μέσα σε αυτόν και μετά από αυτόν διαμορφώθηκε σταδιακά ο νεοελληνικός, συνδέεται απευθείας με τον μυκηναϊκό. Αν αναλογιστούμε ότι απ’ αυτόν, το μυκηναϊκό δηλαδή και μετά απ’ αυτόν γεννήθηκε ο κλασσικός κι ύστερα ο μεταγενέστερος ελληνισμός, τότε γίνεται αυτομάτως φανερό ότι κλείνουν οι τρύπες και τα κενά μιας ποίησης τριάντα τριών αιώνων και είναι φανερές οι οποιεσδήποτε αντιστοιχίες και συμβολικές σημάνσεις του λόγου μέσω του οποίου μας στέλνει τα μηνύματά του ο ποιητής.

Αυτές οι αντιποιητικές και κατά βάση λογιστικές εγγραφές των οικονομικών υπηρεσιών των Μυκηναίων αρχόντων μετασχηματίζονται ακαριαία σε λόγο ποιητικό και ο Κέρογος, ο μυκηναίος βοσκός που οι πινακίδες μας διέσωσαν το όνομά του, μεταμορφώνεται σε ποιητή-βοσκό, ή καλύτερα τραγουδιστή που με τον κεράτινο αυλό του στο στόμα τραγουδάει ολημερίς κι ολονυχτίς στα λιβάδια και τις λαγκαδιές της Πύλου, στα λιβάδια, τα όρη και τις λαγκαδιές της ιστορίας και της ποίησης, όπως ακριβώς οι συνάδελφοί του της φανταστικής Αρκαδίας των ελληνιστικών χρόνων και ο ίδιος γίνεται τελικά το προσωπείο που δεν κρύβει, αλλά αντίθετα αποκαλύπτει, τουλάχιστον στους μυημένους, το δημιουργό του.

Στην ενότητα «Καταβασίες των Ελλήνων» επιχειρείται μία φανερή, επιτυχημένη και σκόπιμη λογοκλοπή. Στίχοι Ελλήνων ποιητών όλων των εποχών, επωνύμων ή μη, από τον Ορφέα και τον Όμηρο, μέχρι το Ρωμανό, τον Κορνάρο, τον Σεφέρη και τον άγνωστο δημιουργό των δημοτικών τραγουδιών, συνθέτουν τα ποιήματα αυτής της ενότητας, της οποίας ο ήρωας, ο Κέρογος, «έρχεται αγγέλλων φάος» , «σαν τον μαρμαρωμένο βασιλιά μετά από τριάντα τρεις αιώνες». Το αποτέλεσμα επιτυχημένο, η «κλοπή» δικαιώνεται και εκ των πραγμάτων δικαιολογείται. Ο Κέρογος είναι παρών και στο «Μυκηναϊκό Κοντάκιο», που αποτελείται από τέσσερις οίκους (στροφές των Βυζαντινών) με ακροστιχίδα και εφύμνιο, χωρίς προοίμιο όμως, όπως ακριβώς το αρχαϊκό εκκλησιαστικό κοντάκιο.

Η εργασία αυτή του Π. Α. Σινόπουλου, μοναδική και πρωτότυπη, από ό,τι ξέρω τουλάχιστον, στη διεθνή βιβλιογραφία, δείχνει την εμμονή του στις δοκιμασμένες από τον ίδιο φόρμες, τις οποίες χρησιμοποίησε ολοκληρωμένα για πρώτη φορά στην ποιητική του συλλογή «Φως Μέγα και Σκιά Θανάτου» και συγχρόνως τη σταθερή του προσήλωση σε μία ποίηση κοινωνική, σύγχρονη και προβληματίζουσα, που έχει τις απαρχές της στις μακρινές ρίζες του ελληνικού ποιητικού λόγου, στη βυζαντινή εκκλησιαστική παράδοση, στο δημοτικό τραγούδι και τον Καβάφη, για να αναφερθώ στους σημαντικότερους, μαζί με τον Σολωμό, δασκάλους του μόνο.

Επίσης αυτή η ποιητική πορεία συνεχίστηκε μέχρι τον θάνατό του, όπως δείχνουν και τα έργα του που δημοσιεύτηκαν αργότερα, σε περιοδικά ή αυτόνομα, όπως τα τρία «Προοίμια για τρεις ραψωδίες» και η σπονδυλωτή ωδή «Αποξένωση», με αποκορύφωμα βέβαια την τελευταία του ποιητική συλλογή για την οποία θα χρειαστεί ειδική μνεία και για την οποία επιφυλάσσομαι για το μέλλον.. Όλα αυτά τα έργα εντάσσουν το δημιουργό τους, με όλες τις καινοτομίες που παρουσιάζουν στη γενιά του, την πρώτη μεταπολεμική γενιά, κατά τις ταξινομήσεις των φιλολόγων, σε θέση περίοπτη, πλην όμως μοναχική. Ακριβώς αυτή η μοναχική πορεία του ποιητή που ίσως κάποια στιγμή τον ενέταξε στο περιθώριο του σιναφιού, μακριά από τα φώτα της καθημερινής δημοσιότητας, απαιτεί ταυτόχρονα και ένα καινούργιο, ιδιαίτερο κοίταγμα (που προφανώς προσπάθησα να κάνω εδώ), αφού έχουμε μπροστά μας μία ποίηση μοντέρνα όσο και παλιά, που απαιτεί τη χρήση και άλλων κωδίκων για την πλήρη πρόσληψή της, όπως κάθε πραγματική ποίηση άλλωστε.

Γ΄. Ο μεταφραστής

Ο Π. Α. Σινόπουλος ακολουθεί, από τα πρώτα κιόλας χρόνια της ποιητικής του δημιουργίας, και μία παράλληλη πορεία ως μεταφραστής, με αξιοζήλευτα, θα έλεγα, αποτελέσματα. Θέλω επίσης να πω ότι και με το έργο του αυτό, το μεταφραστικό, προσπαθεί να φέρει τον σύγχρονό του Έλληνα σε άμεση επαφή με σημαντικά κείμενα της μακρόχρονης παράδοσής του με προσεγμένες μεταφράσεις και δοκιμιακές προσεγγίσεις των μεταφραζόμενων κειμένων, με επιλεγμένες μεταφράσεις κειμένων από τη σύγχρονη παγκόσμια λογοτεχνία και ταυτόχρονα επιχειρεί να καλύψει κενά της σημερινής πρόσληψης κειμένων σε παλιότερη ελληνική γλώσσα ή ελλείψεις στη γνώση ξένων λογοτεχνιών. Μπορώ να βεβαιώσω, κρίνοντας από την επιμονή και την υπομονή που τον διακρίνει κατά τη διάρκεια της εργασίας του καθώς και με την μακροχρόνια ενασχόλησή του με τη μετάφραση ότι αυτή του ακριβώς η εργασία αποτελεί για τον ίδιο έργο ζωής και όχι πάρεργο, όπως και η ποίηση. Άλλωστε πρωτότυπη ποίηση όσο και μεταφρασμένη αποτελούν για τον Π. Α. Σινόπουλο ταυτόσημες έννοιες.

Η κύρια μεταφραστική του εργασία αναφέρεται στη βυζαντινή ποίηση, κυρίως στην εκκλησιαστική υμνογραφία, έδαφος σχετικά παρθένο ακόμη για κάθε φιλόδοξο μεταφραστή, εγχείρημα πραγματικά δύσκολο και μάλιστα με τους όρους που θέτει ο ίδιος στα κατά καιρούς δημοσιεύματά του, ώστε να αντικαταστήσουν, όπως λέει, εν καιρώ το πρωτότυπο στη λατρεία. Εγχείρημα ιδιαίτερα δύσκολο, αν αναλογιστεί κανείς ότι η μουσική και οι στίχοι του πρωτότυπου αποτελούν ενιαίο και αδιάσπαστο σύνολο, καθιερωμένο από αιώνες όχι μόνο στη συνείδηση, αλλά και στην ακοή του ορθόδοξου χριστιανού και η μετάφραση, η οποιαδήποτε μετάφραση, οσοδήποτε επιτυχημένη κι αν είναι, μπορεί να διασπάσει και να καταστρέψει αυτή ακριβώς τη θεμελιωμένη μέσα στους αιώνες ενότητα που ακούγεται μέσα στις εκκλησίες, ανεξάρτητα από τη μόρφωση ή την ευαισθησία του πιστού, είτε είναι παπάς, ιεροψάλτης, χορωδός ή ένας απλός και μόνο πιστός.

Ο Π. Α. Σινόπουλος υποστηρίζει την άποψη ότι η μετάφραση των εκκλησιαστικών κειμένων πρέπει να γίνεται στο μέτρο και το ρυθμό του πρωτοτύπου, κρατώντας συγχρόνως όπου είναι δυνατόν τον ίδιο αριθμό στίχων, συλλαβών, τις παρηχήσεις, τις ενδεχόμενες ομοιοκαταληξίες, τις ακροστιχίδες και όσα άλλα τεχνικά μέσα χρησιμοποίησε ο βυζαντινός υμνογράφος . Αυτό προϋποθέτει φυσικά εξαντλητική ενασχόληση με το υπό μετάφραση κείμενο. Γράφει ο ίδιος για τη πολύχρονη και συνεχή ενασχόλησή του με τα βυζαντινά κείμενα και ιδιαίτερα την εκκλησιαστική υμνογραφία το 1974: «Δεν έγινε τυχαία. Ήταν καταστάλαγμα μιας προετοιμασίας που άρχισε πριν από πολλά χρόνια, ίσως και νωρίτερα από μία εικοσαετία. Η γνωριμία η πρώτη άρχισε με την Καινή Διαθήκη. Σα φυσική συνέχεια ήρθε και η σειρά της Παλαιάς Διαθήκης.»

Στην ποιητική συλλογή «Άνθρωποι και Κατακόμβες» υπάρχουν κάποιες τέτοιες νεανικές μεταφραστικές προσπάθειες, όπως το «Τραγούδι του Αμπελιού» του Ησαΐα, ο «Ψαλμός ΡΑΒ΄», ο Μιχαίας. Στη συνέχεια μεταφράζει Ιώβ από το κείμενο των Εβδομήκοντα, Ιερεμία κ.λ.π. Πιστεύω ότι δύο παράγοντες τον ώθησαν στην επιλογή και μετάφραση τέτοιων κειμένων: πρώτον, η βαθιά του θρησκευτικότητα που βρίσκει εδώ το αντίκρισμά της και δεύτερον, ο κοινωνικός χαρακτήρας του περιεχομένου τους. Τα αποσπάσματα της μετάφρασης της «Αποκάλυψης» του Ιωάννη προηγούνται κατά δύο χρόνια της αντίστοιχης μεταγραφής του Σεφέρη και πιστεύω ότι βρίσκονται πιο κοντά στο πνεύμα και το ύφος του Ευαγγελιστή. Ας μην ξεχνάμε εδώ και τις θεολογικές σπουδές του ποιητή, που δεν είναι τυπικές, αλλά ώριμη επιλογή του. Μετά τη δημοσίευση της «Προθεωρίας» του, όπως προσφυώς την ονόμασε ο ίδιος, για τη μετάφραση των εκκλησιαστικών κειμένων έδωσε και τα πρώτα δείγματα της εφαρμογής της με τα «Εξαποστειλάρια» του Κωνσταντίνου Πορφυρογέννητου, με τα δύο «Ιδιόμελα» της Κασσιανής, για να ακολουθήσει στη συνέχεια ο Ρωμανός ο Μελωδός . Μεσολαβούν άλλες μικρότερες προσπάθειες, ενώ στο τέλος μεταφράζεται και η «Θεία Λειτουργία» του Ιωάννου Χρυσοστόμου.

Ο Ρωμανός ο Μελωδός, ποιητής σπουδαίος αλλά περιφρονημένος, κατά κάποιο τρόπο, από τα λειτουργικά της Ορθόδοξης Εκκλησίας, αφού ελάχιστα κοντάκιά του, κι αυτά σε αποσπάσματα, ψάλλονται στις διάφορες ακολουθίες, ο πιο ζωντανός όμως και ο πιο πρωτότυπος από τους μελωδούς, με το λαϊκότροπο γλωσσικό ιδίωμα και τους εμβόλιμους αρχαϊσμούς, με την αφηγηματική του ζωηρότητα και τους σκηνικά διαρθρωμένους διαλόγους του, με τον βαθύ λυρισμό και την άκρα, τη μέχρι συντριβής, ταπεινότητα, με την επίσης βαθιά θρησκευτικότητα και το αντίστοιχο κοινωνικό ενδιαφέρον, με τις σχεδόν ανυπέρβλητες μεταφραστικές δυσκολίες που παρουσιάζει, με την ιδιοφυή απλότητα της έκφρασης και τον ανεξάντλητο πλούτο των λέξεων και των εικόνων του, μπορώ να πω με κάθε βεβαιότητα ότι αποτέλεσε έργο ζωής για τον ποιητή μας.

Τα προοίμια των δέκα πρώτων κοντακίων του Ρωμανού που έχουν δει μέχρι στιγμής το φως της δημοσιότητας μεταφράστηκαν στο μέτρο του πρωτότυπου και διατηρήθηκε η ακροστιχίδα και το εφύμνιο στους οίκους (στροφές), ενώ παράλληλα κρατήθηκε και ο ρυθμός των ποιημάτων και όπου ήταν δυνατόν οι ομοιοκαταληξίες και οι παρηχήσεις. Διατηρήθηκαν επίσης πολλοί γλωσσικοί νεολογισμοί, λέξεις και εκφράσεις του βυζαντινού μελωδού, όσοι ακούγονται ακόμη οικείοι στη σημερινή μορφή της γλώσσας μας ή έχουν μπει από καιρό σε χρήση λόγω της ποίησης και της λατρείας, όπως νωθρόκαρδος, φυτουργός της ειρήνης, τρανόλαλος, μη γένοιτο κ.τ.λ. Στόχος του μεταφραστή είναι «να κρατηθεί όλος ο γλωσσικός και στιχουργικός πλούτος του ποιητή και να διατηρηθεί σ’ όλες τις αποχρώσεις του το πνευματικό του μεγαλείο» .

Πιστεύω ότι ο βυζαντινός μελωδός ευτύχησε στα χέρια ενός μεταφραστή που τον χαρακτηρίζει υπευθυνότητα, λαϊκή γλωσσική και ποιητική αίσθηση, βαθιά γνώση της βυζαντινής εκκλησιαστικής ποίησης και των ιδιαιτεροτήτων που την χαρακτηρίζουν, γνήσιο θρησκευτικό συναίσθημα, παιδεία, ποιητική ευαισθησία και ταλέντο. Έτσι η μετάφραση είναι ιδιαίτερα επιτυχημένη και δεν απομένει να δούμε κάποτε στο μέλλον τυπωμένα και τα υπόλοιπα κοντάκια του Ρωμανού του Μελωδού, αφού η εργασία είναι ολοκληρωμένη και περιμένει στο συρτάρι του μεταφραστή. Έργο των κληρονόμων του είναι να κινηθούν προς αυτή την κατεύθυνση, αφού ο εκδοτικός οίκος της εκκλησίας που είχε αναλάβει την έκδοση δεν προχώρησε και στο δεύτερο τόμο λόγω παρεμβάσεων συντηρητικών ως προς τη γλώσσα κλιμακίων της Εκκλησίας της Ελλάδος. Ένα μικρό δείγμα:

«Υπερήφανος είναι ο πλούσιος
τρώγοντας του φτωχού κάθε δύναμη.
Κι αν κοπιάζει ο γεωργός, ο αφέντης τρυγά,
μ’ άλλου κόπους ο άλλος ευφραίνεται.
Μ’ ιδρώτες ο φτωχός μαζεύει
και με μόχθους, τα όσα ο άλλος σκορπίζει.»

Το ίδιο επιτυχημένη, κατά τη γνώμη μου, και η μεταγενέστερη μετάφραση των ποιητικών και υμνογραφικών έργων του Ματθαίου Βλαστάρη, καθώς και της Θείας Λειτουργίας του Ιωάννη του Χρυσόστομου για την οποία θα αποφανθώ αλλού.

Ο ισπανόφωνος ποιητής Ερνέστο Καρντενάλ ήταν σχεδόν άγνωστος στην Ελλάδα όταν ο Π. Α. Σινόπουλος αποφάσισε να μας τον γνωρίσει μέσω της μετάφρασης ποιημάτων του . Βέβαια η βίαιη πτώση του δικτάτορα Σομόζα της Νικαράγουας και η πλήρης επικράτηση των Σαντινίστας στη χώρα έστρεψε αναγκαστικά τα βλέμματα και στη νέα κατάσταση που έδειχνε ότι θα δημιουργηθεί τότε στη Λατινική Αμερική, αλλά και στον ποιητή της, που ανέλαβε το Υπουργείο Πολιτισμού της πατρίδας του. Η δημοσιότητα όμως αυτή και η πολιτική σκοπιμότητα της στιγμής παραποίησε ως ένα βαθμό τη μορφή του ποιητή και ως ένα σημείο και της ποίησής του. Ας σημειωθεί ότι οι φωτογραφίες του που δημοσιεύτηκαν τότε στον ελληνικό τύπο και οι σχετικές πληροφορίες που τις συνόδευαν απέκρυβαν επιμελώς, ή τουλάχιστον το προσπάθησαν, την κύρια ιδιότητά του, του ιερωμένου δηλαδή της καθολικής εκκλησίας που μαχόταν στο πλευρό των επαναστατών, ενώ κάποια κείμενά του, σε κακές και πρόχειρες μεταφράσεις της στιγμής, δεν φώτιζαν καθόλου ούτε τον άνδρα, ούτε και την ποίησή του.

Ο Π. Α. Σινόπουλος ως ποιητής και ως χριστιανός αποτελεί συγγενική προσωπικότητα, πιστεύω, με τον σπουδαίο αυτό ποιητή της Νικαράγουας, αφού και οι δύο πιστεύουν σε έναν μαχόμενο χριστιανισμό που βρίσκεται πάντα δίπλα στον πάσχοντα άνθρωπο και τα προβλήματά του. Σε έναν χριστιανισμό δηλαδή με έντονο κοινωνικό και ανθρώπινο πρόσωπο, όπως τον οραματίστηκαν ίσως οι θεμελιωτές του.

Ο Ερνέστο Καρντενάλ αγωνίστηκε πάντα με όλα τα μέσα που είχε στη διάθεσή του για την πλήρη απελευθέρωση του ανθρώπου, για την ολοκλήρωσή του, πολεμιστής ανυποχώρητος κάθε μορφής καταπίεσης και εκμετάλλευσης, ανυποχώρητος και ανυπότακτος στα κελεύσματα της κάθε εξουσίας, ακόμα και της εκκλησίας που τον εξέθρεψε, γι’ αυτό και όταν είδε ότι τα οράματα και οι προσδοκίες του δεν έβρισκαν την ανταπόκριση που επιθυμούσε στο κίνημα των Σαντινίστας και τη διαφθορά να θριαμβεύει για μια ακόμη φορά, όπως και την εποχή του δικτάτορα Σομόζα, αποχώρησε διακριτικά από την κυβέρνηση για να βρεθεί και πάλι δίπλα στο λαό του. Εδώ θα ήθελα να προσθέσω ότι είναι παρήγορο το γεγονός ότι στις χώρες αυτές της άκρας δυστυχίας και της εκμετάλλευσης η εκκλησία αποτελεί κάποιες φορές την κυριότερη αντιπολιτευτική δύναμη απέναντι στα απάνθρωπα καθεστώτα που τις κυβερνούν.

Ο Π. Α. Σινόπουλος κατόρθωσε να αποδώσει με τον καλύτερο δυνατόν τρόπο το πνεύμα και το ύφος του ποιητή. Η συγγενής ποιητική ιδιοσυγκρασία έπαιξε κι εδώ το ρόλο της. Όπου ήταν δυνατόν μάλιστα ο μεταφραστής ακολούθησε τα μέτρα και τη στιχουργία του πρωτότυπου κειμένου, όπως είχε κάνει άλλωστε και με τους εκκλησιαστικούς ποιητές του Βυζαντίου, προσφέροντάς μας τη δυνατότητα να έχουμε όσο το δυνατόν τις λιγότερες απώλειες της ποίησης κατά τη μεταφορά του ποιήματος από τη μία γλώσσα στην άλλη. Ας δούμε ένα μικρό δείγμα και αυτής της εργασίας:

«Είναι η ώρα που λάμπουν τα φώτα στα μπορντέλα
και στα ποτοπωλεία. Το σπίτι του Καϊάφα γεμάτο κόσμο.
Ανάβουν τα φώτα στο παλάτι του Σομόζα.
Είναι η ώρα που αρχίζουν τα Συμβούλια των Καταπιέσεων
Και οι τεχνικοί των βασανιστηρίων κατεβαίνουν στις φυλακές.
Η ώρα της μυστικής αστυνομίας και των σπιούνων,
όταν οι κλέφτες και οι μοιχοί γυροφέρνουν στα σπίτια
και κρύβονται τα πτώματα…»

Ας σημειωθεί ότι η μετάφραση έγινε απευθείας από το ισπανικό πρωτότυπο με ταυτόχρονη παραβολή της αγγλικής μετάφρασης του Robert Pring-Mill. Η ελληνική όμως μετάφραση, την οποία είχα δει ολόκληρη από χειρόγραφο που μου είχε δείξει ο δημιουργός της, όταν ζούσε, είναι περισσότερο πιστή στο πρωτότυπο και πιο κοντά στο κλίμα και το πνεύμα και το ύφος της ποίησης του Ερνέστο Καρντενάλ. Κατά τη γνώμη μου φυσικά. Το δυστύχημα είναι ότι ένα μικρό μόνο μέρος της έχει δοθεί στη δημοσιότητα μέχρι σήμερα, ενώ το σύνολο της αξιόλογης αυτής εργασίας παραμένει ακόμη, για λόγους που αγνοώ, ερμητικά κλεισμένη στο συρτάρι του γραφείου του μεταφραστή.

Σαν επίλογος

Εδώ σταματώ. Προσπάθησα, όσο μου ήταν δυνατόν, να δώσω ένα στίγμα της εργασίας του ποιητή και μεταφραστή Π. Α. Σινόπουλου , ενός ποιητή που εκτιμώ ιδιαίτερα παρά το γεγονός ότι ανήκουμε σε διαφορετικές γενιές και ζήσαμε κάτω από διαφορετικές ιστορικές, πολιτισμικές και λογοτεχνικές συνθήκες. Άφησα απέξω το εξίσου σπουδαίο δοκιμιογραφικό, φιλολογικό και επιστημονικό του έργο. Δεν γινόταν διαφορετικά. Αυτό απαιτούσε άλλου είδους ενασχόληση. Και μία τελευταία παρατήρηση: Ο Π. Α. Σινόπουλος είναι ένας από τους σημαντικούς ποιητές μας άγνωστος σχεδόν στο ευρύτερο αναγνωστικό κοινό της ποίησης. Δυστυχώς. Νομίζω ότι ήρθε ο καιρός να τον γνωρίσουν περισσότεροι.

  • Πρώτη δηημοσίευση: Ετήσια περιοδική έκδοση «Ηλειακή Πρωτοχρονιά. Ηλειακό Πανόραμα 20, Δεκέμβριος 2019, σελ. 239-255
The following two tabs change content below.
ΑΝΔΡΕΑΣ ΦΟΥΣΚΑΡΙΝΗΣ

ΑΝΔΡΕΑΣ ΦΟΥΣΚΑΡΙΝΗΣ

Ο Ανδρέας Φουσκαρίνης σπούδασε Ιστορία και Αρχαιολογία στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας και εργάστηκε για 36 έτη στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές: «Πρελούντιο» (1980), «Συμπληγάδες Πέτρες και άλλα συναφή» (1982), «Περικαλλείς διηγήσεις Χριστοφόρου του Πατζινακίτου» (1983). Επίσης, την «Ανθολογία Ηλείων Λογοτεχνών», 1981 με τη συνεργασία των: Γιώργου Γώτη και Διονύση Κράγκαρη, τη μελέτη : «Η ανολοκλήρωτη κοινωνία του Μεσοπολέμου στο βιβλίο του Δημήτρη Χατζή: Το Τέλος της Μικρής μας Πόλης» (1990), την ποιητική συλλογή «Φρυκτωρίες» (2010) και τον τόμο «Άνθη της Εσπερίας» (1994) που περιλαμβάνει μεταφράσεις ποιημάτων των Έλιοτ, Πάουντ, Πρεβέ, Απολλιναίρ, Πλαθ, Λήβι, Αρχίλοχου του Πάριου και άλλων. Έχει συνεργαστεί στην έκδοση των περιοδικών: «Ανδρέας Καρκαβίτσας» και «Διάλογος» της Μορφωτικής Ένωσης Λεχαινών, «Εκ Παραδρομής» της Πολιτιστικής Εταιρίας «Φράγμα» και «Δροσελή» της Κίνησης των Πολιτών για την Οικολογία και το Περιβάλλον των Λεχαινών

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή