Ο Στέλιος Ανεμοδουράς και τα πρώτα βήματά του στη λογοτεχνία

Στην αυλή της οδού Σαπφούς 73 στην Καλλιθέα. Όρθιοι οι Ροζέ Μιλλιέξ και Στέλιος Ανεμοδουράς. Καθισμένοι οι Άρης Δικταίος και Έλλη Αλεξίου.

  • Γράφει ο Κώστας Γ. Τσικνάκης

Σε προηγούμενο σημείωμά μου, αναφέρθηκα στο νεανικό περιοδικό περιπετειών «Ο Μικρός Ήρως», που κυκλοφορούσε την περίοδο 1953-1968. Επηρέασε, όπως επισήμανα, καθοριστικά τις εξελίξεις στον χώρο των εντύπων της κατηγορίας του.

Η εντυπωσιακή αποδοχή που γνώρισε από τη νεολαία της εποχής οφειλόταν, κατά κοινή ομολογία, στο συγγραφικό ταλέντο του εμπνευστή του. Κατόρθωνε να διατηρεί, με τον τρόπο του, αμείωτο το ενδιαφέρον των μικρών αναγνωστών του. Ο δημοσιογράφος Στέλιος Ανεμοδουράς, η ψυχή του εντύπου, δεν αποτελούσε τυχαίο πρόσωπο. Διέθετε σπάνια λογοτεχνικά χαρίσματα. Δεν είναι ευρέως γνωστό ότι στα πρώτα βήματά του, τα προπολεμικά χρόνια, ασχολήθηκε με την ποίηση. Προχώρησε, μάλιστα, στην έκδοση δικού του λογοτεχνικού περιοδικού.

Αυτήν την περίοδο της ζωής του θα επιχειρήσω να σκιαγραφήσω στη συνέχεια, καθώς σήμερα συμπληρώνονται εικοσιένα χρόνια από τον θάνατό του, στις 6 Μαΐου 2000.

Στέλιος Ανεμοδουράς (1917-2000).

Ο Στέλιος Ανεμοδουράς γεννήθηκε το 1917 στην Αθήνα. Οι γονείς του κατάγονταν από το χωριό Κάβαλος της Μάνης. Ο πατέρας του ήταν τελωνειακός υπάλληλος. Κατά τις συχνές μεταθέσεις του σε διάφορες πόλεις συνοδευόταν από τα μέλη της οικογένειάς του.
Τα περισσότερα χρόνια της παιδικής ηλικίας του ώς τις πρώτες τάξεις του Γυμνασίου τα έζησε στον Πειραιά. Από νωρίς άρχισε να εκδηλώνει τις πρώτες πνευματικές ανησυχίες του. Σε αυτό συνέβαλε και ο πρώτος εξάδελφός του, από την πλευρά της μητέρας του, λογοτέχνης Βάσος Δασκαλάκης. Αυτός ουσιαστικά υπήρξε ο υποκινητής των μετέπειτα κινήσεών του.

Προς τα μέσα της δεκαετίας του 1930, η οικογένειά του εγκαταστάθηκε στην οδό Λασκαρίδου 154 της Καλλιθέας. Πολύ κοντά, στην οδό Σαπφούς 73, κατοικούσαν από το 1935 ο Βάσος Δασκαλάκης μαζί με τη γυναίκα του Έλλη Αλεξίου.

Βάσος Δασκαλάκης (1897-1944).

Στο σπίτι τους, συνήθως κάθε Πέμπτη, οργάνωναν φιλολογικές συγκεντρώσεις. Σε αυτές, συμμετείχαν διάφοροι λογοτέχνες της εποχής. Διάβαζαν βιβλία, αντάλλασσαν ιδέες και άκουγαν μουσική. Οι συζητήσεις για τα πνευματικά ζητήματα κρατούσαν ώρες. Ξεχώριζαν, με τις απόψεις που διατύπωναν, οι νέοι διανοούμενοι. Σώζονται πολλές μαρτυρίες για το κλίμα που επικρατούσε σε εκείνες τις συναντήσεις.

Ο Στέλιος Ανεμοδουράς καθημερινά, τις ώρες που δεν είχε μαθήματα, βρισκόταν στη Σαπφούς 73. Παρακολουθούσε, σιωπηλός στην αρχή, όσα εξελίσσονταν. Εκεί γνωρίστηκε με αρκετούς φτασμένους λογοτέχνες αλλά και με ορισμένους συνομηλίκους του, που είχαν τα ίδια ενδιαφέροντα με εκείνον. Δεν άργησε να γράψει και τα πρώτα ποιήματά του.

Η γοητεία που ασκούσε πάνω του το ζευγάρι, όπως αναγνώριζε σε μετέπειτα συνεντεύξεις του, τον επηρέασε στους προσανατολισμούς του Ο Βάσος Δασκαλάκης, ιδίως, τον παρακινούσε να διαβάζει ελληνική λογοτεχνία. Όταν αντιλήφθηκε το ενδιαφέρον του για τις ξένες γλώσσες, τον έστρεψε στη ανάγνωση έργων της παγκόσμιας λογοτεχνίας, πράγμα που έκανε με προθυμία ο μαθητής. Φρόντισε να μάθει ιταλικά και ξεκίνησε να διαβάζει Δάντη.

Το 1935 τέλειωσε το Γυμνάσιο της Καλλιθέας και γράφτηκε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Παρακολουθούσε συστηματικά τις πανεπιστημιακές παραδόσεις αλλά δεν έδειχνε ικανοποιημένος. Έντονα επηρεασμένος από όσα είχαν προηγηθεί, το μυαλό του διαρκώς βρισκόταν τη λογοτεχνία.

Την ίδια χρονιά, ύστερα από παρότρυνση μάλλον του Βάσου Δασκαλάκη, αποφάσισε να κάνει την πρώτη εμφάνισή του στα γράμματα. Στο λογοτεχνικό περιοδικό «Η Φλόγα», που εκδιδόταν στην Αθήνα, δημοσίευσε ποίημά του. Το υπέγραψε με το ψευδώνυμο Στέλιος Άνεμος. Με το ίδιο ψευδώνυμο θα υπογράφει όλα τα ποιήματά του τα επόμενα χρόνια. Το συγκεκριμένο ψευδώνυμο δεν καταγράφεται στο βιβλίο του Κυριάκου Ντελόπουλου, «Νεοελληνικά φιλολογικά ψευδώνυμα 1800-2004» (Αθήνα, Εστία, 32005).

Πολύ γρήγορα, χωρίς δισταγμό, αποφάσισε την έκδοση λογοτεχνικού περιοδικού. Σε αυτό θα δημοσιεύονταν κείμενα νέων δημιουργών. Ο Βάσος Δασκαλάκης και η Έλλη Αλεξίου, που προφανώς ενημέρωσε για το σχέδιό του, τον ενθάρρυναν και του υποσχέθηκαν τη βοήθειά τους.

Ένθερμους συμπαραστάτες στην προσπάθειά του βρήκε δύο συνομηλίκους του, που σύχναζαν στη Σαπφούς 73, με τους οποίους είχε συσχετιστεί. Επρόκειτο για τον Γιάννη Αηδονόπουλο και τον Γιάννη Β. Ιωαννίδη. Κατοικούσαν, στη Νέα Σμύρνη και στο Παλαιό Φάληρο, αντίστοιχα. Είχαν κοινούς με εκείνον προβληματισμούς. Τακτικά συναντιόντουσαν οι τρεις φίλοι, συζητούσαν για λογοτεχνικά ζητήματα και αντάλλασσαν ποιήματα και διηγήματα που έγραφαν.

Στο περιοδικό, ο Στέλιος Ανεμοδουράς έδωσε τον τίτλο «Αργώ, θέλοντας να υπογραμμίσει το ταξίδι που ξεκινούσε με τη συντροφιά του προς τη δική τους Κολχίδα για την απόκτηση του πολυπόθητου χρυσόμαλλου δέρατος.

Το πρώτο τεύχος του φιλόδοξου λογοτεχνικού εντύπου, που είχε τον υπότιτλο «Λογοτεχνικά Φύλλα», κυκλοφόρησε τον Φεβρουάριο του 1936. Διευθυντής του εμφανιζόταν ο Στέλιος Άνεμος. Τόπος έκδοσης ήταν η Καλλιθέα. Τυπωνόταν στο Τυπογραφείο Παναγιωτίδη ‒ Παύλου, Ακαδημίας 66 αρχικά και στη συνέχεια Ζωοδόχου Πηγής 15. Κυκλοφόρησαν τέσσερα, δεκαεξασέλιδα τεύχη, από τον Φεβρουάριο ώς τον Ιούνιο του 1936. Η τιμή κάθε τεύχους ήταν 5 δρχ.

Το περιοδικό, αποτελούσε έκφραση των τριών νέων, που είχαν αναλάβει την πρωτοβουλία για την έκδοση. Στο εσωτερικό του εξωφύλλου, διευκρινιζόταν σχετικά: «Εκδίδεται κάθε μήνα. Ξένη συνεργασία δε γίνεται δεκτή». Στις σελίδες του, πράγματι, δημοσιεύτηκαν ποιήματα και διηγήματα του Στέλιου Άνεμου, του Γιάννη Αηδονόπουλου και του Γιάννη Β. Ιωαννίδη. Το εξώφυλλο του περιοδικού και τα σχέδια, στο πρώτο και το δεύτερο τεύχος, ήταν του Κ. Δ. Τομπούλη.

Αμέσως μετά την κυκλοφορία του πρώτου τεύχους, ύστερα από σύσταση μάλλον του Βάσου Δασκαλάκη και της Έλλης Αλεξίου, αποφασίστηκε να διευρυνθεί η ύλη. Στο εσώφυλλο των τευχών 2-4 αναγραφόταν: «Η “Αργώ” μοιράζεται στους λογοτεχνικούς κύκλους και ανταλλάσσεται με κάθε περιοδικό». Έτσι, στις τελευταίες σελίδες του τεύχους, σχολιάζονταν λογοτεχνικά περιοδικά που κυκλοφορούσαν. Ανάμεσά τους, ήταν τα «Φύλλα Τέχνης» και «Κρητικές Σελίδες», που εκδίδονταν τότε στο Ηράκλειο.

Στην «Αργώ», ο Στέλιος Ανεμοδουράς, δημοσίευσε τουλάχιστον δώδεκα ποιήματά του. Βάσιμα μπορούμε να υποθέσουμε ότι αποτελούν το μεγαλύτερο τμήμα της ώς τότε παραγωγής του. Σχεδόν όλα είναι γραμμένα σε ομοιοκαταληξία. Η ανάγνωσή τους αφήνει καλές εντυπώσεις. Αποκαλύπτουν ενδιαφέροντα στοιχεία που δεν μπορούν να σχολιαστούν εδώ.

Δεν γνωρίζουμε την απήχηση που είχε το περιοδικό στους λογοτεχνικούς κύκλους της εποχής. Η μόνη πληροφορία που διαθέτουμε οφείλεται στον Στέλιο Ανεμοδουρά. Σε συνέντευξή του, πολλές δεκαετίες αργότερα, ανέφερε ότι ο Μ. Καραγάτσης είχε εκφραστεί εγκωμιαστικά για τα τότε ποιήματά του. Προφανώς, ο γνωστός λογοτέχνης, υπήρξε παραλήπτης του περιοδικού και έτσι σχημάτισε εικόνα για την ποιητική παραγωγή του νεαρού διευθυντή του.

Η έκδοση του περιοδικού, σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, διακόπηκε αμέσως μετά την κυκλοφορία του τέταρτου τεύχους. Μεσολάβησαν οι καλοκαιρινοί μήνες, οπότε οι συντελεστές του, βρέθηκαν εκτός Αθηνών. Η Δικτατορία της 4ης Αυγούστου, που ακολούθησε, ανέστειλε κάθε διάθεση για τη συνέχιση της προσπάθειας.

Ο Στέλιος Ανεμοδουράς, ασφαλώς και θα πικράθηκε από το άδοξο τέλος της «Αργώς». Δεν σταμάτησε να γράφει ποιήματα. Δεν γνωρίζουμε, ωστόσο, αν δημοσίευσε ορισμένα.

Το ίδιο διάστημα συνέχισε να διατηρεί επαφές τόσο με τον Γιάννη Αηδονόπουλο (1916-1944) όσο και με τον Γιάννη Β. Ιωαννίδη (1919-1989). Και οι δύο, παρουσίασαν αξιόλογο έργο, τα χρόνια που ακολούθησαν. Ο πρώτος, μάλιστα, εξελίχθηκε σε σημαντικό ποιητή, που θα μπορούσε να προσφέρει ακόμα περισσότερα, αν δεν διακοπτόταν η ζωή του, εξαιτίας των κακουχιών της Κατοχής, τις πρώτες μέρες της Απελευθέρωσης.

Εξακολούθησε επίσης να συχνάζει στο σπίτι του Βάσου Δασκαλάκη και της Έλλης Αλεξίου. Με την εμπειρία, που ήδη διέθετε, συμμετείχε στις συζητήσεις που διεξάγονταν για διάφορα επίκαιρα πνευματικά ζητήματα, και όχι μόνο. Το ζευγάρι τον περιέβαλε πάντα με εμπιστοσύνη. Ενδεικτικό είναι το ακόλουθο γεγονός. Στην απόφαση του διαζυγίου τους, που εκδόθηκε από το Πρωτοδικείο Αθηνών στις 25 Νοεμβρίου 1938, επικαλούνταν τη μαρτυρία του.

Η δυσάρεστη εξέλιξη δεν τον εμπόδιζε να επισκέπτεται την Έλλη Αλεξίου στο σπίτι της και να συμμετέχει στις φιλολογικές συζητήσεις που διεξάγονταν. Μία φωτογραφία, που δημοσίευσε και σχολίασε ο Θανάσης Νιάρχος, σε άρθρο του στις 26 Μαΐου 2017 στην εφημερίδα «Τα Νέα», με τον τίτλο «Το ροκ του παρελθόντος», πρέπει να τοποθετηθεί εκείνη την περίοδο. Στην αυλή της Σαπφούς 73, εικονίζεται όρθιος, πίσω από την Έλλη Αλεξίου. Δίπλα του, επίσης όρθιος, είναι ο τότε καθηγητής της γαλλικής γλώσσας και λογοτεχνίας στο Γαλλικό Ινστιτούτο Αθηνών Ροζέ Μιλλιέξ. Κάτω, ο Ηρακλειώτης ποιητής Άρης Δικταίος. Τη φωτογραφία, πιθανότατα τράβηξε η Τατιάνα Γκρίτση. Κατοικούσε και εκείνη στην Καλλιθέα, σύχναζε στο σπίτι της Βάσου Δασκαλάκη και της Έλλης Αλεξίου, όπου και γνωρίστηκε με τον μετέπειτα σύζυγό της.

Την ίδια περίοδο ο Στέλιος Ανεμοδουράς κινήθηκε και προς άλλες κατευθύνσεις. Έχοντας από παλιά οργανωθεί στην Ομοσπονδία Κομμουνιστικών Νεολαιών Ελλάδας, ανέπτυξε παράνομη δράση, η οποία δεν έγινε αμέσως αντιληπτή από το δικτατορικό καθεστώς.

Η έκρηξη του Ελληνοϊταλικού Πολέμου τον βρήκε να υπηρετεί τη στρατιωτική θητεία του στο Α΄ Στρατιωτικό Νοσοκομείο. Από τις πρώτες μέρες εισόδου των γερμανικών στρατευμάτων στην Αθήνα, μετακινήθηκε στη Σίφνο, όπου υπηρετούσε ο πατέρας του ως τελωνειακός. Στο νησί, παρέμεινε όλη την περίοδο της Κατοχής. Αφοσιώθηκε στο διάβασμα και τελειοποίησε τις γνώσεις του στην αγγλική και την ιταλική γλώσσα. Συμμετείχε και σε ορισμένες ανοργάνωτες αντιστασιακές κινήσεις.

Λίγες φορές ήλθε στην Αθήνα, εκείνο το διάστημα, προκειμένου να δίνει εξετάσεις σε μαθήματα για τη λήψη του πτυχίου του. Καθυστερημένα, σε μία από τις επισκέψεις του, πληροφορήθηκε τον απρόσμενο θάνατο του μέντορά του, Βάσου Δασκαλάκη, στις 13 Απριλίου 1944, και αισθάνθηκε θλίψη.

Μετά την Απελευθέρωση στράφηκε στη δημοσιογραφία. Μαθήτευσε κοντά στον δημοσιογράφο και λογοτέχνη Απόστολο Μαγγανάρη, τον δημιουργό του περιοδικού αστυνομικών περιπετειών «Μάσκα». Από τις αρχές της επόμενης δεκαετίας, διαβλέποντας τις ανάγκες που υπήρχαν, στράφηκε στην έκδοση νεανικών περιοδικών περιπετειών, όπου γρήγορα διέπρεψε. Εξακολούθησε να γράφει ποιήματα, τα οποία όμως δεν δημοσίευσε.

Το περιοδικό «Αργώ» αποτελεί μία από τις εκατοντάδες εκδοτικές πρωτοβουλίες που αναλήφθηκαν από νέους λογοτέχνες την περίοδο του Μεσοπολέμου.

Καταγράφτηκε από τον Χ. Λ. Καράογλου και την ομάδα του και συμπεριλήφτηκε στη θεμελιώδη έκδοση «Περιοδικά λόγου και τέχνης (1901-1940). Αναλυτική βιβλιογραφία και παρουσίαση, Τόμος Τρίτος Αθηναϊκά περιοδικά (1934-1940)» (Θεσσαλονίκη, University Studio Press, 2007).

Την εμπλοκή στην έκδοση του Στέλιου Ανεμοδουρά, η οποία δεν είχε επισημανθεί, σχολίασε ο υποφαινόμενος σε άρθρο του, που δημοσιεύτηκε στο τεύχος 49 του περιοδικού «Μικροφιλολογικά», που κυκλοφόρησε πρόσφατα.

Ολοκληρώνοντας το σημείωμά μου θα ήθελα να επισημάνω ότι είναι εντελώς λανθασμένη η εντύπωση που έχει σχηματιστεί για τους εκδότες των νεανικών εντύπων. Αντιμετωπίζονται, συχνά, απαξιωτικά. Όλοι τους, όπως αποδεικνύεται, διέθεταν μεγάλη πνευματική καλλιέργεια. Άφησαν αξιόλογο λογοτεχνικό έργο, προς τη μελέτη του οποίου θα άξιζε, κάποια στιγμή, να στραφεί την έρευνα. Λόγοι επιβίωσης, τους υποχρέωσαν να αναλάβουν εκδοτικές πρωτοβουλίες, που έδειχναν να μην ταιριάζουν με την ώς τότε συγγραφική δουλειά τους. Και σε αυτές, όμως, κατάφεραν να αφήσουν ευδιάκριτο το στίγμα τους.

The following two tabs change content below.

ΚΩΣΤΑΣ Γ. ΤΣΙΚΝΑΚΗΣ

O Kώστας Γ. Tσικνάκης είναι ιστορικός. Εργάζεται στο Iνστιτούτο Ιστορικών Eρευνών του Eθνικού Iδρύματος Eρευνών. Έχει δημοσιεύσει βιβλία, μελέτες και άρθρα για τη μεσαιωνική και τη νεότερη ελληνική ιστορία.

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή