Ρόζα Λούξεμπουργκ: Ο Τολστόι ως κοινωνικός διανοητής

by Times Newsroom 1

ΡΟΖΑ ΛΟΥΞΕΜΠΟΥΡΓΚ

Ο Τολστόι ως κοινωνικός διανοητής

ΜΕΣΑ στον πνευματωδέστερο διηγηματογράφο του καιρού μας ζούσε από την αρχή, πλάι στον ακούραστο καλλιτέχνη και ένας ακούραστος κοινωνικός διανοητής. Το κύριο ερώτημα της ανθρώπινης ζωής, οι σχέσεις των ανθρώπων αναμεταξύ τους, οι κοινωνικές συνθήκες απασχολούσαν ανέκαθεν και σε βάθος τον εσωτερικό κόσμο του Τολστόι. Ολόκληρη δε η μεγάλη του ζωή και δημιουργία, ήταν ένα ακάματο “σκάψιμο” για την “αλήθεια” στη ζωή του ανθρώπου.

Ο Τολστόι και ο βοηθός του Νικολάι Γκούσεφ. 1909

Η ίδια η ακούραστη αναζήτηση για την αλήθεια αποδίδεται συνήηθως και σε έναν άλλο γνωστό, σύγχρονο του Τολστόι, τον Ίψεν. Ενώ όμως τα ιψενικά δράματα ο μεγάλος αγώνας των ιδεών του καιρού μας εκφράζεται γκροτέσκα μέσα από το μακρόπνοο, πολλές φορές ακατανόητο κουκλοθέατρο μικροσκοπικών δημιουργημάτων (ενώ ταυτόχρονα ο καλλιτέχνης Ίψεν υποφέρει αξιοθρήνητα κάτω από τις ανεπαρκείς προσπάθειες του διανοητή Ίψεν), η νοητική δουλειά του Τολστόι δεν υπολείπεται σε τίποτα από την καλλιτεχνική του ιδιοφυία.

Σε καθένα από τα διηγήματά του, υπάρχει ένα πρόσωπο που επωμίζεται αυτή τη δουλειά, ένα πρόσωπο που μέσα στην οχλαγωγία παθιασμένων με τη ζωή φιγουρών παίζει τον λίγο αδέξιο, τον κάπως γελοίο ρόλο ενός ονειροπόλου επικριτή και του σταυροφόρου της αλήθειας. Πρόσωπα όπως ο Πέτρος Μπεζούχωφ στο “Πόλεμος και Ειρήνη”, όπως ο Λέβιν στην “Άννα Καρένινα”, όπως ο πρίγκιψ Νεχλούντωφ στην “Ανάσταση”. Αυτά τα πρόσωπα που πάντα μετατρέπουν σε λόγια τις προσωπικές σκέψεις, αγωνίες και προβλήματα του Τολστόι είναι κατά κανόνα τα πιο αδύναμα καλλιτεχνικά, τα πιο κλισαρισμένα, είναι περισσότερο παρατηρητές της ζωής παρά ενεργητικοί συμμετέχοντες.

Η δημιουργική δύναμη του Τολστόι είναι από μόνη της τόσο μεγάλη που και ο ίδιος δεν είναι σε θέση να ψευτομπαλώσει τα ίδια του τα έργα, που ο ίδιος αρέσκεται να κακομεταχειρίζεται με την ολιγωρία ενός ευλογημένου δημιουργού. Και καθώς ο διανοητής Τολστόι κερδίζει με τον καιρό τη νίκη απέναντι στον καλλιτέχνη, αυτό δε γίνεται γιατί εξαντλήθηκε η καλλιτεχνική διάνοια του Τολστόι, αλλά γγιατί η βαθιά σοβαρότητα του διανοητή, τον οδηγεί στη σιωπηλότητα. Αν ο Τολστόι την τελευταία δεκαετία έγραφε πλέον αντί για τα εξαίσια διηγήματα, κάποιες καλλιτεχνικά σχεδόν απελπιστικές πραγματείες και μικροπραγματείες για τη θρησκεία, την τέχνη, την ηθική, το γάμο, τη διαπαιδαγώγηση, τα εργατικά ζητήματα, αυτό έγινε γιατί με τις αναζητήσεις και τις σκέψεις του είχε φτάσει σε τέτοια συμπεράσματα που του φαινόταν πλέον ακόμη και η δικιά του καλλιτεχνική δημιουργία σαν ένα επιπόλαιο παιχνίδι.

Ο Λέων Τολστόι οργώνει. Σχέδιο του Ιλια Ρέπιν, 1887

ΠΟΙΑ είναι, όμως, αυτά τα συμπεράσματα , για ποιες ιδέες αγωνιζόταν και αγωνίζεται ώς την τελευταία του ανάσα ο γηραι΄ς ποιητής; Εν συντομία, ο προσανατολισμός των ιδεών του Τολστόι είναι γνωστός σαν μια απομάκρυνση από τις επικρατούσες συνθήκες μαζί με τον κοινωνικό αγώνα κάθε μορφής, για έναν “αληθινό χριστιανισμό”. Ήδη στην πρώτη ματιά μοιάζει αντιδραστική αυτή η πνευματική κατεύθυνση. Ενάντια στην υπόνοια βέβαια, πως είχε η κηρυσσόμενη απ’ αυτόν χριστιανοσύνη κάτι το κοινό με την υπ΄ρχουσα επίσημη εκκλησιαστική πίστη, προστατεύεται ο Τολστόι από το δημόσιο ανάθεμα με το οποίο τον περιέβαλε η ρωσική ορθόδοξη κρατική εκκλησία. Μόνη επίσης η αντιπολίτευση απέναντι στο υπάρχον, μεταστρέφεται σε αντιδραστικά χρώματα όταν ντύνεται μυστικιστικές μορφές.

Διπλά ύποπτος όμως φαίνεται ένας χριστιανικός μυστικισμός που απορρίπτει κάθε αγώνα και κάθε μορφή χρήσης βίας και κηρύσσει τη διδασκαλία της “μη αντίστασης” σε ενα κοινωνικό και πολιτικό περιβάλλον όπως αυτό της απολυταρχικής Ρωσίας. Πράγματι εκφράστηκε η επίδραση της τολστοϊκής διδασκαλίας πάνω στη νεαρη ρωσική διανόηση -μια επίδραση όμως που δεν ήταν ποτέ εκτεταμένη και περιοριζόταν μόνο σε μικρούς κύκλους- στο τέλος της δεκαετίας του ’80 και στις αρχές του ’90.

Στην περίοδο δηλαδή της ύφεσης του επαναστατικού αγώνα, με τη διάδοση ενός ράθυμου ηθικο-ατομικιστικού ρεύματος που θα μπορούσε να υπάρξει ένας άμεσος κίνδυνος για το επαναστατικό κίνημα, αν δεν ήταν τόσο ως προς την έκταση όσο και ως προς τη χρονική διάρκεια μονάχα ένα επεισόδιο. Και τελικά μπρος στην άμεεση αντιμετώπιση των ιστορικών γεγονότων της ρωσικής επανάστασης, ο Τολστόι θα εκφραστεί ανοιχτά ενάντια στην επανάσταση, όπως έκανε ήδη στα γραπτά του παίρνοντας θέση ενάντια στο σοσιαλισμό, ειδικά ενάντια στη μαρξιστική διδασκαλία, την οποία πολέμησε σαν μια αποτρόπαια αποτύφλωση και αποπλάνηση.

ΣΙΓΟΥΡΑ ο Τολστόι δεν ήταν και δεν είναι ένας σσοσιαλδημοκράτης [σ.τ.μ.: ο όρος χρησιμοποιείται εδώ από την Λούξεμπουργκ, με την έννοια που είχε τότε που γράφτηκε το άρθρο – πρωτοδημοσιεύτηκε στις 9 Σεπτέμβρη 1908 στην “Leupziger Volkszeitung” – σαν ομώνυμη έκφραση δηλαδή του κομμουνιστή] και για τη σοσιαλδημοκρατία, για το μοντέρνο εργατικό κίνημα δεν έχει ούτε την ελάχιστη κατανόηση. Μόνον αυτό όμως είναι μια απέλπιδα διαδικασία, το να προσπαθήσει δηλαδή κανείς να χαρακτηρίσει μια πνευματική εμφάνιση του μεγέθους και της ιδιομορφίας του Τολστόι, χρησιμοποιώντας το φτωχό και δύσκαμπτο σχολικό χαρακάκι. Η απορριπτική στάση απέναντι στο σοσιαλισμό σαν κίνημα και σαν σύστημα διδασκαλίας μπορεί, κάτω από ορισμένες συνθήκες, να προέρχεται όχι από την αδυναμία αλλά από τη δύναμη ενός νου και αυτή είναι ακριβώς η περίπτωση του Τολστόι.

Από τη μια μεγαλωμένος στην παλιά δουλοπρεπή Ρωσία του Νικολάου του 1ου σε μια εποχή που στην τσαρική επικράτεια δεν υπήρχε ούτε ένα μοντέρνο εργατικό κίνημα, μα ούτε και οι απαραίτητες οικονομικές και κοινωνικές προϋποθέσεις γι’ αυτό: μια δυναμική καπιταλιστική ανάπτυξη υπήρξε, όταν αυτός στην έντονη εφηβεία του γινόταν μάρτυρας πρώτα της αποτυχίας της αδύναμης εξέλιξης ενός φιλελεύθερου κινήματος και μετά επίσης του επαναστατικού κινήματος με τη μορφή της τρομοκρατικής Narodnaja Wolja. Μόλις στην ηλικία των 17 βιώνει τα πρώτα δυναμικά βήματα του βιομηχανικού προελταριάτου και τελικά μόνο στα βαθιά του γεράματα ζει την επανάσταση.

Ο Τολστόι με τον ζωγράφο Ilya Repin στη Yasnaya Polyana. 1908

Έτσι δεν είναι να απορεί κανείς που για τον Τολστόι δεν υπάρχει το μοντέρνο ρωσικό προλεταριάτο με την πνευματική ζωή και δράση του, το ότι γι’ αυτόν η έννοια λαός σημαίνει άπαξ δια παντό τον Ρώσο αγρότη, που γνωρίζει μόνο έναν πόθο – να αποκτήσει περισσότερη γη. Απ’ την άλλη όμως ο Τολστόι, που έζησε τις πιο κρίσιμες φάσεις και τις πιο οδυνηρές στιγμές γένεσης της ρωσικής δημόσιας σκέψης, ανήκει σε αυτές τις αυτοτελείς και μοναδικές ιδιοφυίες που προσαρμόζονται πολύ δύσκολα σε ξένα συστήματα σκέψης, σε έτοιμες μορφές μάθησης σε σύγκριση με το μέσο όρο των διανοουμένων. Ήταν σαν να λέμε γεννημένος αυτοδίδακτος -όχι σε σχέση με την τυπική γνώση και εκπαίδευση, αλλά σε σχέση με τη σκέψη- ήθελε να καταλήγι σε κάθε σκέψη από το δικό του δρόμο. Κι αν αυτοί οι δρόμοι είναι για άλλους συνήθως ακατανόητοι και τα αποτελέσματά τους είναι αλλόκοτα, παρ’ όλα αυτά ο τολμηρός αναγνώστης ανακαλύπτει σ’ αυτά όψεις με αφάνταστη πλατύτητα ορίζοντα.

ΟΠΩΣ με όλους τους διανοητές αυτής της μορφής, έτσι και στον Τολστόι η δύναμή του και ο κέντρο βάρους της πνευματικής του εργασίας βρίσκεται όχι στη θετική προπαγάνδα, αλλά στην κριτική του υπάρχοντος. Κι εδώ επιτυγχάνει μια πολυπλευρότητα, μια εμβάθυνση και μια τολμηρότητα που θυμίζει τους παλιούς κλασικούς του ουτοπικού σοσιαλισμού, τον Σαιν-Σιμόν, τον Φουριέ και τον Όουεν. Δεν υπάρχει ούτε ένας από του παραδοσιακούς, καθαγιασμένους θεσμούς της υπάρχουσας κοινωνικής τάξης που ν μην τον είχε ξεγυμνώσει αλύπητα, που να μην είχε καταδείξει την ψευδολογία, τη διαστροφή και τη διαφθορά του.

Ο Τολστόι με τον φίλο του και γραμματέα Vladimir Chertkov. 1909

 

Εκκλησία και κράτος, πόλεμος και μιλιταρισμός, γάμος και διαπαιδαγώγηση, πλούτος και οκνηρία, φυσική και πνευματική υποβάθμιση των εργαζομένων, εκμετάλλευση και καταπίεση των λαϊκών στρωμάτων, η σχέση των φύλων, τέχνη και επιστήμη στη σημερινή τους μορφή -όλα αυτά υπόλεινται στην αλύπητη και εξουθενωτική κριτική του και μάλιστα πάντα από τη σκοπιά των συνολικών συμφερόντων και της πολιτιστικής προόδου των μεγάλων μαζών.

Διαβάζει κανείς για παράδειγμα τις εισαγωγικές γραμμές του “εργατικού ζητήματος” (μέρος άρθρου του Τολστόι με τον τίτλο “το μοναδικό μέσο”), κι έχει την αίσθηση ότι κρατάει στα χέρια κάποια λαϊκή σοσιαλιστική προπαγανδιστική μπροσούρα: “Σε ολόκληρο τον κόσμο υπάρχει ένα δισεκατομμύριο, πολλές χιλιάδες εκατομμυρίων εργάτες. Ολόκληρο το σιτάρι, τόσα και τόσα εμπορεύματα όλου του κόσμου, όλα, από τα οποία ζουν οι άνθρωποι και αυτά που αποτελούν τον πλούτο τους, είναι το προϊόντου εργαζόμενου λαού. Μόνο ο εργαζόμενος λαός δεν χαίρεται αυτά που έχει δημιουργήσει, παρά μόνο η κυβέρνηση, οι πλούσιοι τα χαίρονται όλα.

Ο κόσμος του μόχθου ζει σε παντοτινή φτώχεια, αμορφωσιά, σκλαβιά και περιφρόνηση απ’ όλους αυτούς που τους ντύνει, τους ταϊζει, αυτούς για τους οποίους χτίζει και αυτούς τους οποίους υπηρετεί. τη γη του την πήραν, και είναι ιδιοκτησία εκείνων που δεν δουλεύουν έτσι που οι εργάτες πρέπει να κάνουν όλα αυτά που τους απαιτούν οι γαιοκτήμονες για να μπορούν να ζουν από τη γη και τα χωράφια. Αν εγκαταλείψει όμως ο εργάτης τη γη και πάει στο εργαστήριο, τότε πέφτει στα δεσμά της σκλαβιάς των πλούσιων, στους οποίους θα πρέπει για μια ολόκληρη ζωή να εκτελεί για 10, 12, 14 ή και ακόμη περισσότερες ώρες μια ξένη, μονότονη και συχνά επιβλαβή για τη ζωή δουλειά.

Αλλά κι αν ακόμη τα καταφέρει ο εργάτης να ζει μες στη φτώχεια, στο χωράφι ή στην ξένη δουλειά, και πάλι δεν τον αφήνουν σε ησυχία αλλά του ζητάνε φόρους, τον τραβάνε για τρία ή και πέντε χρόνια στη στρατιωτική θητεία και τον υποχρεώνουν να πληρώνει ειδικούς φόρους για τις πολεμικές δαπάνες. Αν θελήσει, όμως, να χρησιμοποιήσει τη γη χωρίς να πληρώσει χαράτσι, αν θέλει να ξεκινήσει μια απεργία ή να εμποδίσει τους απεργοσπάστες να του πάρουν τη θέση, ή αν αρνηθεί να πληρώσει φόρους, τότε στέλνουν ενάντιά του το στρατό που τον τραυματίζει, τον σκοτώνει ή τον πιέζει δια της βίας, να δουλεύει και να πληρώνει όπως και πριν. Και έτσι ζουν οι περισσότεροι άνθρωποι σε ολόκληρο τον κόσμο, όχι μονάχα στη Ρωσία αλλά επίσης στη Γαλλία, τη Γερμανία, την Αγγλία, την Κίνα, τις Ινδίες, την Αφρική, παντού”.

Η ΚΡΙΤΙΚΗ του για το μιλιταρισμό, το σωβινισμό, το γάμο, δεν έχει σε τίποτα να ζηλέψει από την ένταση της σοσιαλιστικής κριτικής και κινείται στην ίδια κατεύθυνση μ’ αυτήν. Το πόσο αυθεντική και βαθιά είναι η κοινωνική ανάλυση του Τολστόι, το δείχνει για παράδειγμα η σύγκριση της άποψής του για τη σημασία και την ηθική αξία της εργασίας με την άποψη του Ζολά. Ενώ αυτός λοιπόν εξυψώνει την εργασία καθεαυτή, με αμιγές μικροαστικό πνεύμα, σε στυλοβάτη, έτσι ώστε αποκτά τη φήμη -ανάμεσα σε μερικούς εξαιρετικούς Γάλλους και άλλους σοσιαλδημοκράτες- ενός καθαρόαιμου σοσιαλιστή, ο Τολστόι παρατηρεί ήρεμα, με τρόπο που πετυχαίνει με λίγα λόγια το καρφί ακριβώςς στο κεφάλι: “Ο κύριος Ζολά λέει, ότι η εργασία κάνει καλό σον άνθρωπο· εγώ υποστήριζα πάντα το αντίθετο: η δουλειά σαν τέτοια, η περηφάνια των μυρμηγκιών για τη δουλειά τους, δεν κάνει μονάχα τα μυρμήγκια αλλά και τους ανθρώπους απάνθρωπους. Αλλά κι ακόμη η εργατικότητα δεν είναι κάποιο χαρακτηρισμένο ελάττωμα, δεν μπορεί όμως σε καμιά περίπτωση να αποτελεί αρετή. Η εργασία μπορεί να είναι το ίδιο λίγο αρετή, όσο και η σίγουρη διατροφή. Η εργασία είναι μια ανάγκη που, αν δεν ικανοποιηθεί, δημιουργεί όχι μία αρετή, αλλά έναν πόνο. Η εξύψωση της εργασίας σε μια αρετή είναι τόσο λάθος, όσο και η εξύψωση της διατροφής του ανθρώπου σε μια αρετή και ένα αξίωμα. Η εργασία μπορούσε να κερδίσει τη σημασία που της αποδίδεται στην κοινωνία μας μόνο σαν αντίδραση ενάντια στην οκνηρία, η οποία καθιερώθηκε σαν γνώρισμα των ευγενών και η οποία θεωρείται σαν γνώρισμα του κύρους των πλούσιων και λίγο καλλιεργημένων τάξεων. Η εργασία, όχι μόνο δεν είναι αρετή, αλλά στη δική μας λάθος οργανωμένη κοινωνία είναι, σε μεγάλο βαθμό, ένα μέσο που σκοτώνει τον ηθικό πλούτο των αισθημάτων…”.

Και δυο λόγια από το “Κεφάλαιο” που αποτελούν το ακριβές ταίρι των παραπάνω: “Η ζωή του προλεταριάτου αρχίζει εκεί που τελειώνει η δουλειά του”. Από την παραπάνω σύνθεση των δυο απόψεω ν για την εργασία, φανερώνεται ακριβώς η σχέση του Ζολά με τον Τολστόι στη σκέψη και την καλλιτεχνική δημιουργία: η σχέση του έντιμου και πολυτάλαντου χειροτέχνη προς τη δημιουργική διάνοια.

Ο Τολστόι κριτικάρει καθετί το υπάρχον, πρεσβεύει ότι όλα αξίζουν να καταστραφούν και κηρύσσει: Κατάργηση της εκμετάλλευσης, γενική υποχρεωτική εργασία, οικονομική ισότητα, καταργηση της βίας στην κρατική οργάνωση όπως και στις σχέσεις των δυο φύλων, πλήρης ισότητα των ανθρώπων, των φύλων, των εθνοτήτων και τη συμφιλίωση των λαών. Ποιος δρόμος όμως μπορεί να μας οδηγήσει σ’ αυτή τη ριζοσπαστική ανατροπή της κοινωνικής οργάνωσης; Η επιστροφή του ανθρώπου στη μοναδική και απλή αρχή του χριστιανισμο΄: αγάπα τον πλησίον σου ως σεαυτόν.

Βλέπει κανείς ότι ο Τολστόι είναι εδώ ένας καθαρός ιδεαλιστής. Μέσω της ηθικής αναγέννησης των ανθρώπων, θέλει να τους οδηγήσει στην εξαρχής μεταβολή των κοινωνικών τους σχέσεων και την αναγέννηση θέλει να την πετύχει μέσω του δυνατού κηρύγματος και του παραδείγματος. Και δεν κουράζεται να κηρύσσει την αναγκαιότητα και τη χρησιμότητα αυτής της ηθικής “Ανάστασης” με μια καρτερικότητα, μια συγκεκριμένη ένδεια των μέσων και μια παιδιάστικη-πονηρή πειθώ, που θυμίζει τις αιώνιες φράσεις του Φουριέ για την ιδιοτέλεια των ανθρώπων, που εκείνος αναζητούσε τη χρησιμότητα των διαφορετικών της μορφών για τα κοινωνικά του σχέδια.

ΤΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ ιδεώδες του Τολστόι, δεν είναι τίποτε άλλο λοιπόν από το σοσιαλισμό. Αν θέλει, όμως, κανείς να γνωρίσει τον κοινωνικό πυρήνα και τη βαθύτητα των ιδεων του στην πιο πλήρη τους έκφραση, τότε δεν πρέπει απλώς να αναγνώσει τα συγγράμματά του για τα οικονομικά και πολιτικά ζητήματα, αλλά κυρίως τα γραπτά του για την τέχνη, που δυστυώς παραμένουν και στη Ρωσία από τα λιγότερο γνωστά του. Η συλλογιστική που ακολουθεί εδώ ο Τολστόι με μια θαυμάσια μορφή, είναι η ακόλουθη.

Η τέχνη δεν είναι -σε αντίθεση με τις αισθητικές και φιλοσοφικές σχολιαρίστικες απόψεις- ένα πολυτελές μέσο που διεγείρει στις όμορφες ψυχές τα αισθήματα της ωραιότητας, της χαράς και τα παρόμοια, αλλά μια σημαντική μορφή της κοινωνικής επικοινωνίας των ανθρώπων αναμεταξύ τους, όπως η γλώσσα. Αφού πρώτα επιδόθηκε σε μια εξαιρετική αντιπαράθεση με όλους τους ορισμούς της τέχνης από τον Βίνκελμαν και τον Καντ έως τον Τέιν και καταστάλαξε σ’ αυτό το υλιστικό-ιστορικό μέτρο, εφορμά ο Τολστόι με αυτό το μέτρο στη σύγχρονη τέχνη κι ανακαλύπτει ότι αυτό το μέτρο δε χωράει σε κανένα κομμάτι και εδάφιο μέσα στην πραγματικότητα.

Ολόκληρη η υπάρχουσα τέχνη -εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων- παραμένει ακατανόητη για τη μεγάλη μάζα του λαού, για τον εργαζομενο λαό. Αντί από αυτό να συναγάγει την περιρρέουσα άποψη για την πνευματική βαρβαρότητα της μεγάλης μάζας και την ανάγκη της “ανύψωσής” της για να κατανοήσει τη σημερινή τέχνη, ο Τολστόι καταλήγει στο αντίθετο συμπέρασμα: χαρακτηρίζει το σύνολο της υπάρχουσας τέχνης σαν μια “ψεύτικη τέχνη”. Και το ερώτημα για το πώς και έγινε και εδώ και αιώνες έχουμε  μια “ψεύτικη” αντί για μια “πραγματική”, δηλαδή μια λαϊκή τέχνη, τον οδηγεί σε μια άλλη τολμηρή άποψη: μια πραγματική τέχνη υπήρχε στους πρωτόγονους χρόνους που ολόκληρος ο λαός είχε μια κοινή κοσμοαντίληψη -ο Τολστόι την ονομάζει “θρησκεία”. Από αυτήν προήλθαν έργα σαν το ομηρικό έπος ή τα Ευαγγέλια.

Από τότε όμως που μοιράστηκε η κοινωνία σε μια εκμεταλλευόμενη μεγάλη μάζα και μια μικρή κυρίαρχη μειονότητα, η τέχνη χρησιμεύει μόνο στην έκφραση των αισθημάτων της πλούσιας και τεμπέλικης μειονότητας· αυτή όμως η μειονότητα έχασε σήμερα εντελώς κάθε κοσμοαντίληψη, έτσι φτάσαμε στην παρακμή και τον εκφυλισμό που χαρακηρίζουν τη μοντέρνα τέχνη. Μια “πραγματική τέχνη” μπορεί μόνον τότε να υπάρξει -κατά τον Τολστόι- όταν αυτή από μέσο έκφρασης της κυρίαρχης τάξης ξαναγίνει λαϊκή τέχνη, που σημαίνει έκφραση της κοινής κοσμοαντίληψης της εργαζόμενης κοινωνίας.

Και με σφιγμένη γροθιά στροβιλίζει στον όλεθρο της “κακής, ψεύτικης τέχνης” τα μικράα και μεγάλαέργα των πιο φημισμένων αστέρων της μουσικής, της ζωγραφικής και της ποίησης και τέλος, όλα τα περ΄φημα έργα  του. “Φευ! Φευ! τον κόσμον τον ωραίον / συντρίβεις μ’ ισχυράν πυγμήν· / ημίθεος ο πλήξας ην!” (Φάουστ Ι, Σπουδαστήριον, Χορός Πνευμάτων, μετάφρ. Αρ. Προβελέγγιος, 1924). Ακόμη, μόνο ένα τελευταίο έργο έγραψε, την “Ανάσταση”, από τότε, και έκτοτε, θεωρούσε ως μόνο χρήσιμο το να γράφει απλά, μικρά λαϊκά παραμύθια και συγγράμματα που “να είναι κατανοητά στον καθένα”.

Ο Τολστόι με τον Μαξίμ Γκόρκι στη Yasnaya Polyana. 1900 

Το αδύναμο σημείο του Τολστόι: η αντίληψη ολόκληρης ης ταξικής κοινωνίας σαν μιας “πλάνης”, αντί μιας ιστορικής αναγγκαιότητας, που ενώνει τα δυο άκρα της ιστορικής του προοπτικής, του πρωτόγονου κομμουνισμού και του σοσιαλιστικού μέλλοντος, είναι προφανής. Όπως όλοι οι ιδεαλιστές, πιστεύει και αυτός στην παντοδυναμία της βίας και κατανοεί ολόκληρη την ταξική οργάνωση της κοινωνίας σαν ένα απλό προϊόν μιας μακριάς αλυσίδας από απροκάλυπτες πράξεις βίας.

Αλλά ένα πραγματικά κλασικό μεγαλείο βρίσκεται στη σκέψη για το μέλλον της τέχνης, το οποίο βλέπει ο Τολστόι ταυτόχρονα στην ενοποίηση της τέχνης σαν εκφραστικό μέσο με την κοινωνική αίσθηση της εργαζόμενης ανθρωπότητας και [σ.τ.μ.: στην ενοποίηση] της εξάσκησης της τέχνης, που σημαίνει της καλλιτεχνικής πορείας με τη φυσιολογική ζωή  ενός εργαζόμενου μέλους της κοινωνίας.

Ο Τολστόι διηγείται μια ιστορία στα εγγόνια του

Τα λόγια με τα οποία μαστιγώνει την ανωμαλία στον τρόπο ζωής του σημερινού καλλιτέχνη, που δεν κάνει τίποτε άλλο από το “να ζει την τέχνη του” είναι ιδιαίτερης ορμής και μέσα σ’ αυτά βρίσκεται ένας γνήσιος επαναστατικός ριζοσπαστισμός, όταν κατακεραυνώνει τις ελπίδες για το ότι μια μείωση του εργάσιμου χρόνου και μια ανύψωση της παιδείας των μαζών θα εξασφάλιζαν σ’ αυτές [σ.τ.μ.: τις μάζες] μια αντίληψη για την τέχνη, όπως είναι αυτή σήμερα διαμορφωμένη: “Αυτά όλα τα λένε οι υπερασπιστές της σημερινής τέχνης κατά προτίμηση, παρ’ όλα αυτά όμως εγώ είμαι πεισμένος, ότι ούτε κι οι ίδιοι πιστεύουν αυτά που λένε. Γνωρίζουν καλά, ότι η τέχνη όπως αυτοί την αντιλαμβάνονται, έχει σαν απαραίτητη προϋπόθεση την καταπίεση των μαζών και ότι μόνο μέσω της διατήρησης αυτής της καταπίεσης μπορεί και αυτή η ίδια να διατηρηθεί. Είναι ανεπίτρεπτο το ότι μάζες εργατών εξοντώνονται στη δουλειά, έτσι ώστε οι καλλιτέχνες μας συγγραφείς, μουσικοί, τραγουδιστές και ζωγράφοι να ευδοκιμούν πάνω στο έδαφος της τελειότητας, που τους επιτρέπει να μας χαρίζουν την απόλαυση. Όμως, κι αν υποθέταμε ότι αυτό το αδύνατο ήταν πιθανό, κι ότι θα έβρισκε κανείς ένα μέσο να κάνει κατανοητή την τέχνη -όπως αυτοί την εννοούν- στο λαό, τότε επιβάλλεται μια άποψη που αποδεικνύει ότι αυτή η τέχνη δεν θα μπορούσε να είναι παγκόσμια, καθολική: το γεγονός δηλαδή ότι είναι τελείως ακατανόητη για το λαό. Παλιότερα έγραφαν οι ποιητές στα λατινικά, κι όμως τώρα τα καλλιτεχνικά επιτεύγματα των ποιητών μας είναι τόσο ακατανόητα για τον κοινό άνθρωπο, σαν να έγραφαν αυτοί στη σανσκριτική. Τώρα βέβαια, θα πει κανείς, ότι η ευθύνη βρίσκεται στην έλλειψη κουλτούρας και ανάπτυξης του κοινού ανθρώπου και ότι η τέχνη μας θα κατανοηθεί τότε απ’ όλους, οταν θα έχουν κατακτήσει μια επαρκή διαπαιδαγώγηση. Αυτή είναι πάλι μια ανόητη απάντηση γιατί βλέπουμε ότι η τέχνη των ανωτέρων τάξεων σε κάθε περίοδο ήταν ένα απλό σπατάλημα του χρόνου και γι’ αυτές τις ίδιες τις τάξεις, χωρίς η υπόλοιπη ανθρωπότητα να κατάλαβε κάτι από αυτήν. Όσο πολύ κι αν εκπολιτιστούν οι κατώτερες τάξεις, η τέχνη που εξαρχής δε δημιουργήθηκε γι’ αυτές, θα τους είναι πάντα απροσπέλαστη. Για τον σκεπτόμενο και ειλικρινή άνθρωπο είναι ένα αναμφισβήτητο γεγονός, το ότι η τέχνη των ανωτέρων τάξεων δεν μπορεί ποτ΄να γίνει η τέχνη ολόκληρου του έθνους”.

Έτσι ο Τολστόι πρέπει, με τις δυνατές όσο και τις αδύναμες στιγμές του, με τη βαθιά και οξεία ματιά της κριτικής του, με τον παράτολμο ριζοσπαστισμό των απόψεών του, όπως και με την ιδεαλιστική πίστη στη δύναμη της υποκειμενικής συνείδησης, πρέπει να τοποθετηθεί στην ίδια σειρά με του μεγάλους ουτοπιστές του σοσιαλισμού. Δεν ήταν η ευθύνη του, αλλά η ιστορική του ατυχία που όντας πρωτοπόρος στάθηκε μέσα στη μακρόχρονη ζωή του, που διαρκεί από το κατώφλι του 19ου αιώνα -στο οποίο βρέθηκαν σαν πρόδρομοι του μοντέρνου προλεταριάτου οι Σαιν-Σιμόν, Φουριέ και Όουεν- και φτάνει μέχρι το κατώφλι του 20ού, χωρίς κατανόηση απέναντι στο νεαρό γίγαντα [σ.τ.μ.: το προλεταριάτο]. Αλλά η ώριμη επαναστατική εργατική τάξη μπορεί από τη μεριά της σήμερα να σφίξει ειλικρινά το χέρι στον μεγάλο καλλιτέχνη και τον τολμηρό επαναστάτη και σοσιαλιστή, που έγραψε αυτά τα καλά λόγια:

“Καθένας έρχεται από το δικό του δρόμο στην αλήθεια, αλλά εγώ ένα έχω να πω: αυτό το οποίο γράφω δεν είναι μόνο λέξεις, αλλά ζω σύμφωνα  μ’ αυτό, μέσα εκεί είναι η ευτυχία μου και μ’ αυτό πρόκειται να πεθάνω” (Από το άρθρο του Τολστόι “Πού βρίσκεται μια διέξοδος”)

Μετάφραση: Σταύρος Κρασαδάκης

  • Πρώτη δημοσίευση: ΔΙΑΒΑΖΩ. Δεκαπενθήμερη επιθεώρηση του Βιβλίου. Τεύχος 200, 12/19/1988

____________________________________

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΚΙ ΕΔΩ:

Eκατό χρόνια από τη δολοφονία της Ρόζας Λούξεμπουργκ

Ρόζα Λούξεμπουργκ: Εβραία φιλόσοφος, μαρξίστρια πολιτικός, θεωρητικός και επαναστάτρια

Ρόζα Λούξεμπουργκ, παραμένει μέχρι σήμερα ένα σημείο αναφοράς στην παγκόσμια ιστορία του σοσιαλισμού

Λέων Τολστόι: ένας από τους μεγαλύτερους συγγραφείς όλων των εποχών

Λέων Τολστόι: “Ο άνθρωπος μοιάζει με κλάσμα όπου ο αριθμητής είναι ο πραγματικός εαυτός του και ο παρονομαστής…”

Λέων Τολστόι: «Χωρίς ελληνομάθεια δεν υπάρχει παιδεία…» [κι ένα σπάνιο βίντεο]

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή