Site icon Times News

Οδοιπορικό στην Υπάτη του 1890

Υπάτη 8 Ιουλίου 1890

Στην αμμώδη πεδιάδα, λίγο πριν φτάσουμε τις πλαγιές της Οίτης, μια θερμοπηγή αναβλύζει από το έδαφος: κααλοπροαίρετοι επιχειρηματίες έχουν εγκαταστήσει, γύρω από τη σχισμή απ’ οπού πετάγεται το θειούχο νερό, ένα ομοίωμα λουτρόπολης, ένα στρατόπεδο ξύλινων παραπηγμάτων.Μέσα σε ένα είδος εστιατορίου, κάμποσες αρρωστιάρικες ωχρές φυσιογνωμίες, αξιωματικοί σε άδεια, με τον λαιμό του τυλιγμένο σε μαντίλι, συνολικά καμιά δεκαριά άρρωστοι που ήρθαν εδώ για θεραπεία και πεθαίνουν από τη ζέστη. Είναι κόλαση, μια βαριά ζέστη καμινιού, με πνοές αέρα που βγαίνουν σαν από φυσερό. Ο ουρανός λευκός, η άμμος λευκή. Μια ζέστη ορατή, απτή, ένας φλογερός παλμός βγαίνει από τη σκασμένη γη, τις πέτρες, από όλα τα πράγματα που βλέπουμε και αγγίζουμε. Οι αγκαθωτοί σκοίνοι λες και διψούν. Δυο δυστυχισμένες ροδοδάφνες ασθμαίνουν. Ο αέρας βράζει. Καυτός ατμός αιωρείται στο ξεραμένο χώμα, κορεσμένος από ασβέστη και θειάφι, και τσούζει τα μάτια· ατμόσφαιρα σόμπας τυλίγει τα βαριά κεφάλια και τα κουρασμένα μέλη. Είναι μια πυρκαγιά εκτυφλωτικών λάμψεων που θαμπώνει και εντυπωσιάζει. Τα πάντα έχουν προσβληθεεί από φωτιά. Πρέπει να καταφύγεις στην Υπάτη, που είναι όαση σπιτιών μέσα στις πρασινάδες, στις πρώτες πεζούλες της Οίτης.

Τι υπέροχο το δροσερό νερό, τι γευστική η ρακή, που ανακουφίζουν το κεντρικό καφφείον της Υπάτης τη βασανιστική δίψα που έπνιγε τα στεγνά λαρύγγια μας! Μας χρειάστηκε λίγη ώρα για να συνέλθουμε και να δούμε με πιο καθαρή ματιά την αυτοκρατορική οικογένεια της Ρωσίας που, κρεμασμένη τον τοίχο, μας χαμογελούσε.

Το βράδυ, όλοι βγαίνουν από τα σπίτια τους για να ανασάνουν. Αξιωματικοί της χωροφυλακής και του πεζικού σέρνουν τα ξίφη τους και τα σπιρούνια τους αντηχούν στην άπλα τη μεγάλης πλατείας. Εύζωνοι επιδεικνύουν κομψά τις φουστανέλες τους και τώρα αδιαφορούν για τον ήλιο.

Πολύ παράξενη η νυχτερινή όψη αυτής της κωμόπολης όταν ξυπνάει, μόλις πέσει η νύχτα, στους πρόποδες της Οίτης που υψώνει πάνω από τα σπίτια τον πελώριο όγκο της, ντυμένη με μεγάλα δέντρα. Όσο η σκιά συγχέει τα περιγράμματα ανθρώπων και πραγμάτων, το πνεύμα πρόθυμα στοιχειώνεται από πεθαμένα οράματα που λες και αναστήθηκαν ξαφνικά.

Υπήρχε εδώ μια αρχαία πόλη, τα Ύπατα. Ήταν η πρωτεύουσα μιας συμπολιτείας, το κέντρο μιας από εκείνες τις μικρές συμμαχίες που χώριζαν την Ελλάδα σε άπειρο αριθμό κοινωνικών ομάδων. Η παλιά πολιτεία εξαφανίστηκε, αφήνοντας μόνο στα καινούργια κτίσματα μεγάλα μάρμαρα σκεπασμένα με γράμματα, σπασμένα αγάλματα, κομμάτια από ανάγλυφα. Σε μια γωνιά το δημαρχείου, ανάμεσα στη σκόνη και τα τσαλακωμένα χαρτιά, ένα ακρωτηριασμένο άγαλμα, ένας κορμός εφήβου, ρωμαλέος και λυγερός. Η ανατομία είναι τραχιά, λαξεμένη σε απότομες επιφάνειες, όπως σε ορισμένες μορφές της φλωρεντινής σχολής. Λείπουν οι βραχίονες· αλλά προφανώς ο δεξιός ήταν σηκωμένος· ο αριστερός παρέμενε πιο χαλαρός. Θυμίζει τον Περσέαi του Τσελλίνι,ii που σηκώνει με το ένα χέρι το φρσκοκομμένο κεφάλι ενώ με το άλλο κρατάει το μαχαίρι. Οι γοφοί ελάχιστα αναπτυγμένοι, το στήθος φουσκωμένο, η κοιλιά επίπεδη, η ρωμαλέεα καμπύλη σκαμμένη ώς χαμηλά στην πλάτη, ο μακρύς κορμός, η λεπτότητα των αρθρώσεων, όλα δείχνουν την ελεύθερη και αρμονική ανάπτυξη της δύναμης χωρίς χοντροκομμένες υπερβολές, χωρίς ηράκλεια φουσκώματα λαϊκών πανηγυριών. Είναι ο ωραίος έφηβος, στο άνθισμα της χάρης του, στην πληρότητα της δύναμής του και στην τελειότητα του κάλλους του. Είναι έτοιμος για τον αγώνα, σπρωγμένος μπροστά από μια έκρηξη θριαμβευτικής και άνετης ρώμης. Στην εποχή μας, μόνο ο Φαλγκιέρiii ξαναβρήκε, στον Νικητή κοκκορομαχίας, τη γεροδεμένη και λεπτή αυτή κομψότητα και την περιφρόνηση της άξεστης μάζας που ισοπεδώνει και καταστρέφει ό,τι βρει. Σίγουρα, το θαυμάσιο κεφάλι που έλεγχε την αρμονία αυτών των κινήσεων ήξερε να συλλέγει αρμονικά τι ιδέες, σύμφωνα με τον ιδιοφυή ρυθμό που δίδασκαν οι φιλόσοφοι. Αλλά το καθαρό μέτωπο, το υπεροπτικό και περήφανο στόμα, το κανονικό προφίλ εξαφανίστηκαν, καταστράφηκαν, ποιος ξέρει σε ποια βάρβαρη επιδρομή…

Υπάτη, 9 Ιουλίου

Τι θα κάνουμε μ’ αυτήν τη ζέστη; Ο Αναστάσης δηλώνει όττι ο Καράς και ο Κίτσος θα πέσουν στο δρόμο και ο Χαράλαμπος γνέφει ότι συμφωνεί. Κανονίζουυμε, χωρίς δεύτερη κουβέντα, να αναβάλουμε την αναχώρησή μας. Αλλά η νάρκη του απομεσήμερου μας περιορίζει στο δωμάτιό μας, ξαπλωμένους σε ψάθες. Και τι δωμάτιο! Δυο-τρία κυβικά μέτρα θερμού και αποπνιχτικού αέρα, σ’ ένα κελί γεμάτο μύγες, πάνω από έναν στάβλο απ’ όπου ανεβαίνουν, από τις χαραμάδες του πατώματος, θόρυβοι από τα πόδια των αλόγων και μυρωδιά κοπριάς. Ο Χαράλαμπος, σαν αδάμαστος άνθρωπος, αρνείται να λυγίσει κάτω από το βάρος των περιστάσεων και, αντί να στέκεται συνέχεια όρθιος, ντυμένος και έτοιμος για αναχώρηση, πηγαίνει στο πλησιέστερο καφενείο να βρει ποτά για τους διψασμένους κυρίους του.

Μέσα σ’ αυτή την αποχαύνωση γιορτάζουμε του αγίους Αποστόλους. Σιγή στον δρόμο: η ζέστη παραλύει τις γλώσσες και σταματάει τις κουβεντες. Μόνο το βράδυ, την ώρα που ο ήλιος, δύοντας, φωτίζει με χρυσοκόκκινα στολίδια το σκούρο βιολετί του Τυμφρηστού, νιώθεις τη λύτρωση στην κίνηση των διαβατών, στο ικανοποιημένο ύφος των ανθρώπων που βγαίνουν στις πόρτες τους να δροσιστούν.

Στο χάνι μαθαίνουμε ότι σήμερα ένας γέρος και ένα παιδί πέθαναν από τη ζέστη.

Παρ’ όλα αυτά, θα αφήσω την Υπάτη όχι χωρίς κάποια θλίψη.

Παρά την περιπλανώμενη αυτή ζωή, ίσως είμαι σπιτόγατος: το νιώθω από την ευκολία με την οποία δένομαι με τα μέρη όπου μένω για λίγες μέρες. Αγαπώ αυτήν τη μικρή πόλη, τα σπίτια της που κατηφορίζουν την πλαγιά του βουνού, ανάμεσα στις λεύκες και τις συκιές, κάτω από τους βράχου όπου αγκιστρώνονται τα πεύκα· τους ευζώνους, σφιγμένους σαν σφήκες μέσα στις φουσκωτές φούστες και τις περισκελίδες Λουδοβίκου ΙΕ΄, φιλάρεσκους και πολεμοχαρείς, τόσο αλλόκοτους με την αρχαϊκή τους φορεσιά και τα τύπου Σασσεπόiv τουφέκια τους. Θα μου λείψουν οι μακρινές αποδράσεις στην κοιλάδα του Σπερχειού με τα αραιοσπαρμέενα χωριουδάκια…

Τι χαρά αν λίγες σταγόνες βροχής έρχονταν να κατευνάσουν τούτη την αφρικανική ζέστη! Η θερμοκρασία αυτή αποτελεί εξαίρεση, ακόμα και στην Ελλάδα. Ο ουρανός έχει μια λευκότητα ερυθροπυρωμένου μετάλλου. Τη νύχτα τέσσερα άτομα πέθαναν από τη ζέστη. Σήμερα το πρωί, κήδευαν έναν γεράκο που πέθανε χθες. Η νεκρική πομπή περνούσε μέσα σε μυρωδιά θυμιάματος, οι χρυσοί σταυροί, όλα τα πολύτιμα χρυσαφικά που τόσο αγαπάει η βυζαντινή εκκλησία. Ένας άντρας σήκωε το κάλυμμα του φέρετρου, μαύρο, στολισμένο με ασημένιες διακοσμήσεις. Γυναίκες και παιδιά ακολουθούσαν, κρατώντας στα χέρια τους εκείνα τα γλυκίσματα που ακόμα προσφέρονται, συγκινητική ανάμνηση κάποιου αρχαίου εθιμου, πρς τιμήν των νεκρών. Ύστερα έρχονταν οι ψάλτες, που εναρμόνιζαν ενστικτωδώς λυπητερές ψαλμωδίες. Ο καημένος ο νεκρός, που τον σήκωναν στα χέρια ήταν ξαπλωμένος, ξεσκέπαστος και ντυμένος από την κορυφή ώς τα νύχια, σ’ ένα μακρόστενο κουτί. Είχαν ζωντανεψει με κοκκινάδι την ωχρότητα των κλεειστών χειλιών του και τη χλομάδα των άχρωμων παρειών του. Του είχαν φορέσει την πιο καινούργια και πιο καλοσιδερωμένη φουστανέλα του, καινούργια παπούτσια, ένα κατακόκκινο φέσι. Ακίνητος, με όψη αυστηρη, με εκείνο το τσακισμένο πρόσωπο που αποκτούν οι άνθρωποι μετά από την υπέρτατη ήττα, προχωρούσε έτσι, ανάμεσα στα γνωστά σπίτια, ακολουθούμενος από τους φίλους με τους οποίους είχε συζητήσει, τους ήξερε με το όνομά τους, προχωρούσε κάτω από τον ανελέητο και ειρωνικό ήλιο που τον σκότωσε.

iΓιος του Δία και της Δανάης ο Περσέας εστάλη από τον βασιλιά της Σίφνου Πολυδέκτη να του φέρει την κεφαλή της Μέδουσας, μιας από τις Γοργόνες. Με τη βοήθεια του Ερμή και της Αθηνάς, η οποία τον εφοδίασε με μαγικό καθρέφτη, έφτασε κοντά στην Ταρτησσό, στην άκρη του ωκεανού όπου έμεναν οι Γοργόνες. Απέκοψε την κεφαλή της Μέδουσας βλέποντας την εικόνα της στον μαγικό καθρέφτη – όποιος έβλεπε κατά πρόσωπο τη Μέδουσα απολιθωνόταν – και έφυγε. Οι άλλες Γοργόνες τον καταδίωξαν, αλλά ήταν αδύνατο να τον συλλάβουν, χάρη στη μαγική περικεφαλαία του που τον καθιστούσε αόρατο. Σύμφωνα με άλλη παράδοση, ο Περσέας πήγε στην Αιθιοπία, όπου έσωσε την κόρη του βασιλιά Ανδρομέδα από ένα θαλάσσιο τέρας, το οποίο απολίθωσε όταν του έδειξε την κεφαλή της Μέδουσας. Οι μύθοι οι σχετικοί με τον Περσέα είχαν ευρεία απήχηση στην αρχαία τέχνη, καθώς και στη νεότερη.

iiΟ Μπενβενούτο Τσελλίνι (1500-1571), Φλωρεντινός γλύπτης μεγάλης φήμης, εργάστηκε στη Ρώμη, στη Φλωρεντία και στη Γαλλία. Πολλά από τα έργα του έχουν χαθεί, όπως η Λήδα, ο Γανυμήδης, ο Ποσειδών και άλλα. Σώζεται όμως το αριστούργημά του “Ο Περσεύς”, που σήμερα βρίσκεται στο Παλάτσο Βέκκιο της πατρίδας του. Έγραψε επίσης σημαντική Αυτοβιογραφία.

iiiΟ Γάλλος γλύπτης Αλέξανδρος Φαλγκιέρ (1831-1900) διακρίθηκε για τη ρεαλιστική νοοτροπία του. Στα έργα του περιλαμβάνονται ανδριάντες μεγάλων ανδρών, αλληγορικές συνθέσεις, και ανάμεσά τους “Ο θρίαμβος της Δημοκρατίας”, που έστεψε την Αψίδα του Θριάμβου στο Παρίσι.

ivΟ Γάλλος οπλουργός Αντουάν Σασσεπό (1833-1905) είναι ο εφευρέτης του οπισθογεμούς τουφεκιού, που σε μικρή κλίμακα χρηιμοποιήθηκε και από τον ελληνικό στρατό από το 1868 έως το 1872.

*Gaston Deschamps: Η Ελλάδα σήμερα. Οδοιπορικό 1890. Ο κόσμος του Χαρίλαου Τρικούπη. Μετάφραση Α. Δαούτη. Πρόλογος-Σχόλια Α. Νικολοπούλου. Εκδόσεις Τροχαλία, 1992

Ο συγγραφέας Charles Pierre Gaston Napoléon Deschamps

Γεννήθηκε στις 5 Ιανουαρίου 1861 στη μικρή πόλη Μελ του νομού Ντε-Σεβρ, στο Πουατού, από μικροαστική οικογένεια. Μετά τις εγκύκλιες σπουδές φοίτησε στην École Normale Supérieure και το 1885 διορίστηκε στη Γαλλική Σχολή των Αθηνών για μια τριετία. Οι αρχαιολογικές αποστολές στη Μ. Ασία, στην Αμοργό και στην κοιλάδα του Σπερχειού, στις οποίες μετέσχε μαζί με άλλους συναδέλφους του, σημείωσαν επιτυχία. Όταν επέστρεψε στη Γαλλία, δίδαξε στο Collège de France, αλλά τον τραβούσε και η δημοσιογραφία. Εργάστηκε στη Journal des Débats (Εφημερίδα των Συζητήσεων) από την οποία αποχώρησε το 1893, για να αναλάβει στην εφημερίδα Le Temps τη στήλη Vie Litteraire, την οποία μόλις είχε αφήσει ο Ανατόλ Φρανς. Σαν κριτικός διακρίθηκε για την αυστηρότητα αλλά και την ευθύτητά του. Στις 16 Νοεμβρίου 1919 εξελέγη βουλευτής του νομού Ντε-Σεβρ, για μια και μοναδική περίοδο. Στη Βουλή ασχολήθηκε κυρίως με εκπαιδευτικά ζητήματα, σαν Πρόεδρος της Επιτροπής Παιδείας και Καλών Τεχνών, και ήταν από τους ιδρυτές της Société des Conférences. Από τον γάμο του με την θυγατέρα του διευθυντλη της École Normale Supérieure Ζορζ Περό απέκτησε δυο γιους και μια κόρη. Ο Ντεσάν διέθετε και λογοτεχνικό ταλέντο. Έγραψε πολλά βιβλία. Πέθανε στο Παρίσι στις 16 Μαϊου 1931.

ΕΡΓΑ

1896: Le Chemin fleuri, récit de voyages. Paris, Calmann-Lévy.
1892: La Grèce d’aujourd’hui, Paris, A. Colin, 1892. Work crowned by the Académie française.
1894: Sur les routes d’Asie, Paris, A. Colin.
1894–1900: La Vie et les livres, Paris, A. Colin et cie.
1899: Le Malaise de la démocratie, Paris, A. Colin.
1906: Le Rythme de la vie, Paris, A. Colin.

Exit mobile version