Οι δαίμονες του Καραγάτση

by Times Newsroom 1
  • Του ΓΙΑΝΝΗ ΧΑΤΖΙΝΗ

Ο Μ. Καραγάτσης έχει πάρει προ πολλού (από το πρώτο κιόλας βιβλίο του, τον εκπληκτικό εκείνον “Συνταγματάρχη Λιάπκιν”) τη θέση που του ταιριάζει μέσα στη λογοτεχνία μας. Είναι από τις πρώτες-πρώτες, χωρίς νομίζω αντίρρηση από πουθενά. Αλλά καθεμιά απ’ αυτές τις θέσεις κορυφής έχει και τον ιδιαίτερο λόγο της, που μπορεί να βρίσκεται σε μια πλήρη αντίθεση με τις αξίες που αντιπροσωπεύουν οι άλλες. Γι’ αυτό και δεν είναι πάντα εύκολη η αλληλοαναγνώριση, θέλω να πω η αμοιβαιότητα στην εκτίμηση του στοιχείου ζωής με το οποίο η καθεμιά από τις θέσεις αυτές επιδιώκει την επιβίωσή της.

Η πρατήρηση αυτή εχει μια ιδιαίτερη σημασία προκειμένου για τον Καραγάτση, που περισσότερο απ’ όλους δε μπόρεσε ποτέ ν’ αναγνωρίσει με την καρδιά του αξίες άλλες, έξω από κείνες που φορέας τους είταν ο ίδιος. Πρόκειται, άραγε, για μια εγωιστική αυτοεγκάθειρξη, οπότε το πνεύμα καταντάει να μην μπορεί να γονιμοποιηθεί χωρίς να φορέσει παρωπίδες; Είναι η περίπτωση πολλών μεγάλων καλλιτεχνών, που αποκλείουν τον εαυτό τους απ’ όλον τον άλλο κόσμο, γιατί βρίσκουν πως ο δικός τους είναι υπεραρκετός. Ωστόσο, ο Καραγάτσης ανήκει σε διαφορετική τάξη. Δεν απομακρύνθηκε από τον κόσμο των άλλων, αλλά στάθηκε διαρκώς αντιμέτωπος σε ό,τι αντιπροσώπευε και εξέφραζε. Οι αντιδράσεις του σε ιδέες, σε πράξεις καλλιτεχνικές, σε μορφές ζωής, είταν ορμητικές, βίαιες. Τον κατακυριαρχούσε πάντοτε ένα πνεύμα ανατροπής. Ο Καραγάτσης βεβαιωνόταν για τον εαυτό του, μόνο με την προϋπόθεση ότι μπορούσε να εκμηδενίσει τους άλλους. Όχι να τους αγνοήσει.

Όλο του το έργο, κατά βάθος, αποτελεί μια πρόκληση. Και στις καλλίτερες ώρες του, τις τόσο ήμερες και γαλήνιες, όταν η πρόζα του μοιάζει σαν ένας κάμπος από λουλούδια που τον θωπεύει το ανοιξιάτικο αέρι, ξέρουμε πως κάποια θύελλα παραμονεύει. Το πρόσωπο του συγγραφέα θα σκοτεινιάσει, το παιδί θα ξαναγίνει θηρίο. Ο Καραγάτσης, όταν βρεθεί χωρίς άλλη λεία, κατασπαράζει τον εαυτό του.

Χρησιμοποιί την τεχνη σαν ένα μέσον για να λυτρωθεί από τους δαίμονες που τον βασανίζουν. Δεν είναι διόλου παράξενο, αν θέλοντας να βγει από το κλουβί του, δεν καταφέρνει παρά να χαλκεύει για τον εαυτό του βαρύτερα δεσμά. Ύστερ’ από κάθε έργο του, που χρειάστηκε πάντοτε κατανάλωση μιας τεράστιας ψυχονευρικής δύναμης, δεν απολαμβάνει τη φυσική ικανοποίηση της απελευθέρωσης, όπως η γυναίκα που έφερε στον κόσμο ένα γερό, όμορφο παιδί. Ένα καινούργιο έμβρυο μέσα στα σπλάχνα έχει ήδη αρχίσει να μεγαλώνει, ν’ απαιτεί μια αποκλειστική, μια ολοκληρωτική φροντίδα. Εμπνέοντας το θηριώδη πόθο να ξεπεράσει κάθε άλλο σε υγεεία και ομορφιά.

Ο Καραγάτσης στέκεται αντιμέτωπος και στο έργο του το ίδιο.

Γι’ αυτό και κάθε βιβλίο του είναι κάτι αλλιώτικο, σαν αποκομμένο απ’ όλα τ’ άλλα. Θέλει να σταθεί μοναχό του, να επιζήσει με τις δυνάμεις του. Όταν γράφει τη “Χίμαιρα” ύστερ’ από τον “Λιάπκιν”, το “Μεγάλο Ύπνο”, ύστερ’ από τον “Γιούγκερμαν” και τον “Κοτσάμπαση”, το αφρικανικό “Άμρι-α-Μούγκου” ή τον αστυνομικοφανή “Κίτριν φάκελλο”, τον δυσπερίγραπτο “Σέργιο και Βάκχο”, δεν είναι για ν’ αλλάξει ρούχο, μολονότι σε πολλές περιπτώσεις μς εκπλήττει με αξιοθαύμαστα επιτεύγματα τεχνικής, αλλά για ν’ αντικαταστήσει την ίδια την ψυχή του με μια καινούργια. Κανένας άλλος συγγραφέας δεν έζησε το μαρτύριό του. Καταναλίσκεται άμετρα, χωρίς φειδώ, σε μια λυσσαλέα πάλη με το ανέφικτο. Νιώθει τον κόσμο να τρίζει κάτω από τα πόδια του, και τον διαπερνάει η φοβερή υποψία πως δεν είναι ο κόσμος που κινδυνεύει αλλά η ίδια του η ύπαρξη. Κάθε βιβλίο του αποτελεί αναζήτηση μιας θέσης καινούργιας, για να μπορέσει να πατήσει πιο σίγουρα, να βεβαιωθεί πως δεν θ’ ανοίξει μπροστά του ο γκρεμός, το χάος. Κατά βάθος, τα βιβλία του δν διαφέρουν από τα S.O.S. του καραβιού που βουλιάζει.

Είναι η ίδια η φαντασία του, οργιαστική, παράφορη, που πλέκει αυτό το φοβερό δίχτυ, από το οποίο ματαια αγωνίζεται να ξεγαντζωθεί. Κάποτε θέλησε να καταφύγει στην ιστορία, πιστεύοντας ότι θα βρει σ’ αυτήν κάτι αφεαυτού του στερεό, όπου θα μπορούσε να χαρεί την ασφάλεια που του έλειπε. Αλλά τι σχέση μπορούσε να έχει ο Καραγάτσης με ό,τι ακριβώς αποτελούσε τον αντίποδά του; Μέσα σ’ αυτόν τον αντικειμενικά ασφαλή χώρο, πάτησε τη σφραγίδα του υποκειμενισμού του τόσο βίαια, ώστε η ιστορία ν’ αλλάξει μονομιάς πρόσωπο, να μεταβληθεί σ’ ένα τυπικό Καραγατσικό βίωμα. Είναι κρίμα που η κριτική δε θέλησε ν’ αντικρύσει το παράτολμο εγχείρημα απότην αποκαλυπτική τούτη πλευρά. Ο Καραγάτσης γύρεψε προστασία από τον εαυτό του και δημιούργησε έναν καινούργιο κίνδυνο.

Τα βιβλία του είναι όχι μονο ανόμοια μεταξύ τους αλλά και παραπλανητικά πολύ συχνά της πιο κρυφής σκέψης του, της ΄διας της στάσης που η φύση του κάθε φορά του υπαγορεύει μπροστά στο φαινόμενο της ζωής. Θα χρειαζόταν μια πολύ εκτεταμένη μελέτη των ηρώων του, μια διείσδυση στο μυστήριό τους, για να καταδειχτεί ποιοι α[‘ αυτούς αποτελούν έκφραση αυτόματη του εγώ του και ποιοι εισματική απάρνηση των δυνάμεων που κατευθύνουν τον κόσμο του. Αλλά στο βάθος, στο σημείο δηλαδή που ο συγγραφέας κάνει την προσωπική του κατάθεση, φανερώνουν, και τούτοι και κείνοι, την κοινή τους προέλευση. Ξεπερνάει πάντα ο Καραγάτσης αυτό που ονομάζουμε ζωντάνια, γονιμότητα, αφηγηματική έξαρση, παρατηρητικότητα, φαντασία. Αυτά όλα αξιοποιούνται με τη σύνθεση, με την αρμονία, στην οποία έφτασαν όλοι οι μεγάλοι δημιουργοί ύστερ’ από χρόνια βαρειάς, πειθαρχημένης δουλειάς. Ο Καρασγάτσης παραμένει μια έκρηξη ηφαιστείου. Ιδού, το κοινό γνώρισμα όλων των βιβλίων του, που μοιάζουν μεταξύ τους σαν αδέρφια, όχι από τα εξωτερικά χαρακτηριστικά τους αλλά από το δαίμονα που κινείται μέσα τους. Σ’ αυτό το λεπτό σημείο βρίσκεται η αδιάσπαστη ενότητα του Καραγατσικού έργου.

Πιατέψαμε πω η βαθειά ουσία αυτού του έργου είναι ο πανσεξουαλισμός του. Αλλά αντικρύσαμε το θέμα πολύ στενά, μονοκόματα. Το μικρύναμε. Και βρισκόμαστε σε μια εποχή, όπου Κι τα πιο ασφαλή πράγματα τα βλέπουμε ξαφνικά να χάνουν την αίγλη τους, να καταρρέουν, για ν’ αντικατασταθούν από άλλα, προορισμένα μόνο να καλύψουν ανάγκες της στιγμής. Τι είναι λοιπόν εκείνο που μπορεί να κρατήσει τον Καραγάτση στην επιφάνεις; Ασφαλώς όχι αυτό καθαυτό το σεξουαλικό στοιχείο, που πραγματικά κυριαρχεί μέσα στο έργο του, που ξεχειλίζει από παντού, αλλά η στάση του μπροστά στη ζωή που βρήκε το sexus ως μέσον για να εκδηλωθεί. Ο Καραγάτσης δεν αποβλέπει διόλου σε μια διέγερση των αισθήσεων, σε μια πρόσκληση στο ελεύθερο παιχνίδι της ηδονής. (Απ’ αυτή την άποψη, ο Ξενόπουλος με τα πονηρά του υπονοούμενα είναι απείρως πιο τεχνίτης, και κατά συνέπειαν πιο επικίνδυνος, όπως είναι το επιδεικτικά μισόγυμνο μπροστά στο ολοκληρωτικό γυμνό). Αισθάνομαι την ανάγκη να ζητήσω συγγνώμην από τη σκιά του (αν κάπου περιπλανιέται ανάμεσά μας) γιατί κάποτε μιλώντας γι’ αυτόν πρόφερα τη λέξη κανθαρίνη. Ο Καραγάτσης είναι στο βάθος ένας απελπισμένος που δεν ήθελε να το παραδεχτεί, όπως ακριβώς κι ο Καζαντζάκης. Αν όμως ο δημιουργός του Ζορμπά, σε στιγμές αδυναμίας, έτυχε να μας το εξομολογηθεί, χωρίς να το καταλάβει, ο Καραγάτσης πάλαιψε απεγνωσμένα για να το κρύψει κι από τον ίδιο τον εαυτό του. Κι απάνω σ’ αυτόν τον αγώνα του ακριβώς, γίνεται τόσο τραχύς, τόσο ωμός, σχεδόν αποτρόπαιος. Όλη του η προσπάθεια (στις γνήσιες καραγατσικές στιγμές του, εκεί δηλαδή που εκφράζει τις πραγματικές αλήθειες του) είαι να στραπατσάρει, να εξευτελίσει κάθε ιδανικό, και πρώτ’ απ’ όλα τον ίδιο τον έρωτα., κατεβάζοντας τον άνθρωπο στη μοίρα του ζώου. Ο σκοπός του δεν είναι να διεγείρει τον σαρκικό πόθο, αλλά να γελοιοποιήσει ό,τι ακριβώς τον εξυψώνει και τον εξιδανικεύει.

Πέρα απ’ αυτή την κακεντρέχεια, ο Καραγάτσης έχει θυμαστές ώρες παιδικής αθωότητας, όταν οι κακοί του δαιμονες τον έχουν αφήσει ήσυχο. Η υποψί, ή μάλλον η βεβαιότητα, ότι αυτοί οι κακοί δαίμονες είναι η έκφραση του προσωπικού του πνεύματος, δεν μας κάνει διόλου επιφυλακτικούς απέναντι στην αξία του. Η αθωότητα είναι κάτι πολύ συνηθισμένο. Η λογοτεχνία μας είναι γεμάτη από αγγέλους. Η ιδιαιτερότητά του, η πρωτοτυπία του, οφείλεται σ’ αυτήν την απελπισία, που γίνεται κακία μπροστά στη ζωή. Και η κακία εξαγνίζεται όταν ξέρουμε την προέλευσή της.

Ο Καραγάτσης είναι ο περισσότερο Ευρωπαίος συγγραφέας μας, ο οποίος μολαταύτα δεν έχει μεταφραστεί. Πάντα σκεφτόμουν να τον ρωτήσω ποιος είταν ο λόγος που ίδιος δεν το φρόντισε, μολονότι δεν είμουν βέβαιος πως η εξήγησή του θα είταν ειλικρινής. Πιστεύω πάντα πως ορισμένα έργα του μπορούσαν να κάμουν κρότο στο εύφλεκτο Παρίσι. Τι σκεφτόταν άραγε, πάνω σ’ αυτό το πυρακτωμένο θέμα; Όταν κάποτε, ένας πολυμεταφρασμένος φίλος του έκαμε να του δείξει μια ξένη εφημερίδα με πλατειά κριτικά σχόλια και μια μεγάλη φωτογραφία, ο Καραγάτσης δε θέλησε να ρίξει ούτε μια ματιά. Την παραμέρισε με μια χειρονομία κάπως περιφρονητικής αδιαφορίας. Αλλά ενδεικτική τίνος πράγματος; Ότι όλα αυτά, συμβατικά, τυχαία, δεν άξιζαν τον κόπο, και ότι το ουσιώδες είταν να κατακτηθεί, να αιχμαλωτισθεί το Ελληνικό κοινό; Ή μήπως είταν η ένδειξη μιας ανομολόγητης ζήλειας; Πάντως, δεν είταν μια Παπαδιαμαντική αδιαφορία. Ίσως σε μερικά σημεία συναντούσε συμπτωματικά το μονόχνωτο Σκιαθίτη. Αλλά σε ό,τι αφορά τις ανθρώπινες ουσίες βρισκόταν στην αντίθετη άκρη.

Πού, λοιπόν έγκειται ο Ευρωπαϊσμός του; Όχι, φυσικά, στα θέματά του, αλλά στην ίδια την υφή του πνεύματός του, επαναστατικού, βίαιου, απροσάρμοστου, που κι όταν ακόμη χειρίζεται εθνικά ή φυλετικά θέματα (από τα οποία ιδιαίτερα έλκεται) δεν δεσμεύεται διόλου από προκαταλήψεις. Τα αντιμετωπίζει με το ανθρώπινο, υπερεθνικό του πάθος. Ίσως ό,τι περισσότερο τον κάνει εκφραστή μιας ευρωπαϊκής εποχής είναι αυτή η απόγνωση, για την οποία μιλήσαμε ήδη, και που τον βάζει στο χείλος του χάους, στα τελευταία όρια του κόσμου. Καγχάζει μπροστά στις εξευτελιζόμενες αξίες, τάχα από περιφρόνηση, αλλά ξέρουμε ήδη η υπεροψία του είναι στο βάθος αδυναμία και παράπονο. Ο Καραγάτσης θύμα της ίδιας της ευφυίας του, παλεύει συνεχώς εναντίον των πανίσχυρων δυνάμεων της αυταπάτης, που κινούνται μέσα του σε φορά αντίστροφη προς ό,τι ο ίδιος ποθεί και επιδιώκει. Κι όταν νικά, τότε ακριβώς εγγίζει την έσχατη απελπισία.

Λυπάμαι που τον τελευταίο καιρό, απουσιάζοντας από την Ελλάδα, δεν είχα την ευκαιρία να τον δω από πιο κοντά, όπως το είχα επιθυμήσει για να ζητήσω και τη λύση κάποιων αποριών μου μέσα σε στιγμές πρόσφορης οικειότητας. Είταν μια περίοδος που τον είχε κυριεύσει ένα παράλογο μίσος εναντίον μου, εκδηλωμένο με πολλούς τρόπους, κ’ ήξερα πως έφτανε μια μικρή από μέρος μου χειρονομία για να διαλυθεί. Είχε παρεξηγήσει παρατηρήσεις μου για το έργο του και για τον ίδιον τον εαυτό του, για τις οποίες θα έπρεπε να είναι υπερήφανος. Δεν ανήκε τους συγγραφείς που του ταιριάζει το μικρό, θωπευτικό εγκώμιο, αφού οι γερές του πλάτες μπορούσαν να σηκώσουν και τις πιο δυσβάσταχτες αλήθειες. Αυτό δεν ήθελε να το καταλάβει. Από την παιδική αθωότητα, την εμπιστοσύνη, μεταπηδούσε απότομα στην οργή και την εχθρότητα, έτοιμος να σου αποδόσει σκέψεις που ποτέ δεν έκαμες και διαθέσεις που τους είσουν ξένος. Αλλά ποιος θα μπορούσε να τον παραξηγήσει; Το δράμα του είναι ότι δεν είταν πλασμένος για να χαρεί την επιτυχία του. Και ποια είναι πιο μεγάλη επιτυχία, παρά να διακρίνεις σε μια γκριμάτσα, σ’ έναν τόνο φωνής τη ζήλεια ενός συναδέλφου που τιμάς και που αγαπάς; Αξίζει πιο πολύ από δέκα εγκωμιαστικά άρθρα. Και τέτοιες ευκαιρίες τις είχε ο Καραγάτσης.

Από μια τέτοια ηφαιστειακή φύση, πολύ λίγο πειθαρχημένη, δε μπορούσε κανείς να περιμένει ένα έργο ολοκληρωτικής ισορροπίας. Εκπληκτικά άνισος, παρουσιάζεται πότε σε μια μορφή Τολστοϊκής τελειότητας, αληθινός αρχιτέκτονας της πρόζας, και πότε αφόρητα πρόχειρος, χαμηλός, επιφυλλιδογραφικός. Δεν είχε καιρό να σουλουπιάσει τη φράση του, να επεξεργαστεί το ύφος του, να αυτοκαλλιεργηθεί, για να γίνει ένας συνειδητός συγγραφέας. Δεν πρόφθανε να κοιτάξει πίσω του. Έμοιαζε σαν ένα αεριωθούμενο, σε διαρκή πτήση. Μ’ άλλα λόγια, οι δυνάμεις που τον εξουσίαζαν, αλόγιστες, ανυπότακτες, δεν άφιναν έδαφος για ν’ αναπτυχθεί ανάλογα ο καλλιτέχνης. Γι’ αυτό θαύμαζε τον Τολστόι. Έβλεπε σ’ αυτόν ένα όριο, που του είταν απλησίαστο.

Ο Καραγάτσης, σα συγγραφέας και σαν άνθρωπος, ήθελε να κατακτήσει το σύμπαν. Και το ύφος του κατακτητή του ταίριαζε τόσο πολύ, όχι μόνο για την ορμή και τη δύναμη του πνεύματός του, αλλά και για το φυσικό του παράστημα και την αρρενωπή του έκφραση. Πρέπει ν’ άρεσε πολύ στις γυναίκες. Κι όμως είταν ένας καυχησιάρης, σαν εκείνους που δε γνώρισαν ποτέ την πραγματική τους εύνοια. Περίεργες αντιφάσεις. Σ’ έκανε να τα χάνεις όταν τον έβλεπες να ξοδεύει τον εαυτό του (κάποτε χωρίς λόγο) με μιαν αφάνταστη ταχύτητα και απλοχεριά. Ανήκε σε κείνους που γεννήθηκαν για να πεθάνουν νέοι.

  • Πρώτη δημοσίευση: ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ, έτος ΛΕ΄, τόμος 70ός, τεύχος 823, 15 Οκτωβρίου 1961

…………………………………………………………….

ΓΙΑΝΝΗΣ ΧΑΤΖΙΝΗΣ (1900-1975)

Ο Γιάννης Χατζίνης γεννήθηκε στη Σάμο. Από το 1925 ως το 1960 εργάστηκε ως δημόσιος υπάλληλος στο υπουργείο Οικονομικών. Από το 1958 ως το 1960 εργάστηκε στην Αίγυπτο ως οικονομικός διευθυντής του Γενικού Προξενείου Αλεξάνδρειας και συμμετείχε στην ίδρυση του Κέντρου Ελληνικών Σπουδών στην Αλεξάνδρεια το 1959. Πρωτοεμφανίστηκε στο χώρο της λογοτεχνίας το 1919 με δημοσιεύσεις ποιημάτων του στο περιοδικό της Σμύρνης Νέα Ζωή. Συνεργάστηκε ως κριτικός με τα περιοδικά Νέα Εστία (1941 ως το θάνατό του), Πνευματική Ζωή (1935-1940), L’ Hellenisme contemporain (1935-1939). Δημοσίευσε πολλά άρθρα στον περιοδικό και ημερήσιο τύπο, έδωσε διαλέξεις στην Ελλάδα και το εξωτερικό και ασχολήθηκε με τη λογοτεχνική μετάφραση, κυρίως γάλλων συμβολιστών ποιητών. Τιμήθηκε με το κρατικό βραβείο (1938 και 1955), το βραβείο δοκιμίου (1962) και το βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών για το σύνολο του έργου του (1969). Υπήρξε πρόεδρος της Εθνικής Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών, μέλος της Ομάδας των 12 και της Κοινότητας Ευρωπαίων Συγγραφέων, μέλος της κριτικής επιτροπής Κρατικών Βραβείων και αγοράς σχολικών βιβλίων του Υπουργείου Παιδείας (1963-1966), μέλος της κριτικής επιτροπής Κρατικών Βραβείων θεάτρου (1979) και σύμβουλος και αντιπρόεδρος του Οργανισμού Εκδόσεως Διδακτικών Βιβλίων (1966-1967). Το μοναδικό λογοτεχνικό έργο που εξέδωσε ο Γιάννης Χατζίνης είναι το μυθιστόρημα Η Παλίρροια του 1964. 1. Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία του Γιάννη Χατζίνη βλ. Γιάκος Δημήτρης, «Μικρή συμβολή στα βιογραφικά και στα εργογραφικά του Γιάννη Χατζίνη», Νέα Εστία98, ετ.ΜΘ΄, 1η/11/1975, αρ.1160, σ.1422-1428, Καραντώνης Ανδρέας, «Γιάννης Χατζίνης», Νέα Εστία98, ετ.ΜΘ΄, 1η/8/1975, αρ.1154, σ.1050-1052 και Χατζηανέστης Ερρίκος, «Χατζίνης Γιάννης», Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας12. Αθήνα, Χάρη Πάτση, χ.χ. [Πηγή: www.ekebi.gr]

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή