Οι γκρίζοι δρόμοι

by ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΔΙΑΜΑΝΤΗΣ
Share this
  • Γράφει ο ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΔΙΑΜΑΝΤΗΣ*

Το γκρίζο μοιάζει το πιο μουντό από όλα τα χρώματα. Ειλικρινά, ποτέ δεν μου είχε περάσει από το μυαλό ότι θα μπορούσε κάποιος να εμπνευστεί οτιδήποτε από το γκρίζο χρώμα. Μου είχες πει ότι σε εμπνέουν οι γκρίζοι δρόμοι. Κι έτσι απόρησα διπλά: τι ξεχωριστό έχει το γκρι χρώμα και –ειδικότερα– οι γκρίζοι δρόμοι; Δεν μπορούσα να μην συλλογιστώ το ζήτημα.

Σκέφτηκα αρχικά ότι γκρίζα είναι τα σιδερένια παγκάκια στη στάση των λεωφορείων. Στρογγυλοκάθονται γερόντια και νέοι και περιμένουν το δρομολόγιο που θα τους οδηγήσει σπίτι. Γκρίζα είναι η ομίχλη που όλα τα κρύβει στην άχνα της χωρίς να τα εξαφανίζει. Γκρίζος είναι ο επισκέπτης στο πορνείο που ψάχνει να δει αν ήρθε μήνυμα στο κινητό του, καθώς επιθυμούσε να βρίσκεται αλλού εκείνη την ώρα. Γκρίζο είναι το παλτό που φοράς με χάρη και το μοναχικό περπάτημα στη λεωφόρο το βράδυ με προορισμό ένα πιθανολογούμενο τίποτα με ολίγο καθόλου.

Γκρίζος είναι ο θάνατος που αποφεύγει ο μεγαλοεκδότης Γκέιλ Γουάυναντ1 όταν κρατάει ένα πιστόλι κολλημένο στον κρόταφό του και φλερτάρει με την ιδέα της αυτοκτονίας. Αποφασίζει να ζήσει, τελικώς: τι νόημα θα είχε ένας ήσυχος θάνατος, μια βωβή, αδιάφορη, ανόητη φρίκη χωρίς κανέναν πάταγο, σκέφτεται. Συνεχίζει τη ζωή του για να μάθει ότι το λάθος του ήταν να ζει στην ιδιωτική σφαίρα με βάση τις αξίες του και δημοσίως να κολακεύει τα πλήθη, νομίζοντας ότι τα ήλεγχε, ενώ εκείνα ήταν που τον χειραγωγούσαν αληθινά.

Στους δρόμους, όλα μοιάζουν γκρι. Τα αμάξια, οι πεζοί κι η λερωμένη άσφαλτος είναι ρευστά και απροσδιόριστα. Όλα μουντά και βρώμικα. Ακόμη και όταν όλοι οι δρόμοι είναι άδειοι, το γκρίζο πάλι επικρατεί. Η παντοδυναμία του αστικού τοπίου και η ικανότητά του να απορροφάει τα πάντα και να τα εντάσσει μέσα του έγκειται στο ότι καταφέρνει να αλλοιώνει όλες τις αποχρώσεις των χρωμάτων. Τις γκριζάρει, φέρνοντας τες στα μέτρα του.

Μισό λεπτό, όμως: οφείλουμε εδώ να θυμηθούμε κάποια βασικά μαθήματα ζωγραφικής για παιδιά. Το γκρίζο χρώμα προκύπτει από τη συνένωση του λευκού και του μαύρου. Το λευκό είναι όλα τα χρώματα μαζί και το μαύρο η παντελής τους έλλειψη. Τι θα μπορούσε να σημαίνει κάτι τέτοιο για το γκρίζο χρώμα;

Όταν λέμε ότι κάτι είναι γκρίζο, όπως μια κατάσταση ή μια πρόβλεψη, εννοούμε ότι είναι ασαφές και όλα τα ενδεχόμενα είναι ανοιχτά. Αναφερόμαστε σε μία κατάσταση αβεβαιότητας. Κάτι σαν το κουτί του Σρέντινγκερ, όπου μέσα του υπάρχει μία γάτα. Το συμπαθέστατο ζωάκι δύναται να είναι και ζωντανό και νεκρό. Την ξέρετε την ιστορία. Αν γίνει μια διάσπαση ατόμου και ενεργοποιήσει ένα μηχανισμό υδροκυανίου, η γάτα πεθαίνει: αν όχι, ζει. Το τι ισχύει από τα δύο σενάρια θα φανεί μόνο αν ανοίξουμε το κουτί. Όσο δεν εξετάζουμε τι συμβαίνει, και τα δύο ενδεχόμενα είναι το ίδιο πιθανά, συγχωνεύονται μάλιστα σε ένα.

Κάτι παρόμοιο φαίνεται να ισχύει για το γκρίζο χρώμα: από μακριά, μοιάζει αβέβαιο, θλιβερό, άλλοτε τρομακτικό κι άλλοτε ήρεμο, ευγενές αλλά και μονότονο. Μόνο, όμως, από κοντά μπορούμε να καταλάβουμε αν το γκρίζο είναι προθάλαμος για το μαύρο ή το λευκό. Κι εδώ τα πράγματα γίνονται έτι πολυπλοκότερα: διότι το αν υπερισχύει το μαύρο ή το λευκό θυμίζει, ταυτοχρόνως, το ερώτημα με το ποτήρι του νερού. Είναι ζήτημα απόφασης πώς θα το δεις, μισοάδειο ή μισογεμάτο. Άρα, δική μας απόφαση είναι το αν θα επιλέξουμε το μαύρο ή το λευκό μέσα στο γκρίζο του δρόμου, ο οποίος είναι αυτό που είναι και τίποτα παραπάνω. Για να έχουμε άποψη για τον δρόμο, πρέπει να τον περπατήσουμε.

Φαντάζομαι εικόνες για το μαύρο χρώμα. Μαύρα είναι τα αυτοκινητιστικά δυστυχήματα στα οποία χάνονται νέοι και αθώοι άνθρωποι μαζί με τις καρδιές όσων τους αγάπησαν. Ο ηρωινομανής, που σέρνει το γεμάτο θρόμβους παράλυτο πόδι του και κρατά τις πατερίτσες του προχωρώντας για να βρει τον βωβό θάνατο, σου μαυρίζει την ψυχή. Αγκομαχάει, λες και κρατάει στους ώμους του το βάρος όλου του κόσμου, χωρίς να λέγεται Άτλας και χωρίς να μπορεί ρίξει από πάνω του το τρισκατάρατο βάρος και να επαναστατήσει. Τα γυρίσματα για φτηνές τηλεοπτικές φαρσοκωμωδίες σε στριπτιτζάδικα τις πρωινές ώρες της Τετάρτης είναι ιλαρές μαύρες πιτσιλιές μέσα στην ανθρώπινη λαοθάλασσα. Η αποδοκιμασία στο πρόσωπο μιας μεσόκοπης κυρίας της καλής κοινωνίας για τον επαίτη απέναντι είναι ένα μαύρο καρφί στον ανθρωπισμό μας. Μαυρίζει ο τόπος όταν βόρβορος ξεχύνεται από τα στόματά μας ενάντια στους αγνώστους, σε αυτούς που επιλέξαμε να μισούμε σαν εύκολους στόχους πίσω από τα συρματοπλέγματα και τις καραντίνες, διότι δεν έχουμε το θάρρος να στρέψουμε την οργή μας εκεί που πρέπει.

Φαντάζομαι εικόνες για το λευκό χρώμα. Λευκά είναι τα πανό όπου γράφονται φλογερά, πύρινα συνθήματα ενάντια στην αδικία και την εξαθλίωση: σαν τα διαβάζουν τα μάτια που βλέπουν καθαρά, γίνονται εκθαμβωτικά, αυτόφωτα σώματα στο ουράνιο στερέωμα. Λευκά είναι δύο λεπτά χέρια στο κρύο που αναζητούν ζεστασιά, κλειδοκράτορες της τύχης μιας πολιτείας φρενιασμένων εραστών, και τα παιδιά που παίζουν χαρούμενα και χαμογελαστά σε κάποιο πολύβουο στενό, τραγουδώντας σε όλες τις γλώσσες του κόσμου τα ωσαννά της χαράς, αγλάισμα της ειρήνης όπου γης. Η νύμφη Λεύκη, κάτασπρη και τρυφερή, είχε γλυκάνει τον ίδιο τον σκοτεινό Άδη και του έδειξε τι σημαίνει να ερωτεύεσαι κάτι θνητό και ανεπανάληπτο, για αυτό και ευγενέστερο από το θεϊκό αίμα. Οι πεταλούδες που βγαίνουν από το γιασεμί στο στήθος σου είναι πιο λευκές από το χιόνι που αγκαλιάζει το χώμα τον χειμώνα.

Τώρα καταλαβαίνω τι μπορεί να σε εμπνέει, ενώ κοιτάς τον γκρίζο δρόμο.

Το λευκό είναι συχνά αφόρητα και απατηλά αισιόδοξο και αγνό. «Ίσως να ’μαστε αθωότεροι κι από ένα καναρίνι, αγνοί όμως δεν είμαστε», έγραφε η Μάτση Χατζηλαζάρου, εξάπτοντας τη φαντασία του λατρεμένου της Ανδρέα Εμπειρίκου…

Το μαύρο είναι πολύ ζοφερό και απόλυτο. Περιλαμβάνει εντός του φρικώδη στοιχεία όπως την πανώλη, την επονομαζόμενη και «μαύρο θάνατο». Φαντάζομαι τους αιμοσταγείς μελανοχίτωνες, τα κοράκια των εμφυλίων πολέμων και τις σημαίες των χαλιφάτων όλων των εποχών. «Το μαύρο είναι ένα τίποτα χωρίς δυνατότητες. Ένα νεκρό τίποτα μετά τον θάνατο του ήλιου, μια αιώνια σιωπή, χωρίς καν την ελπίδα ενός μέλλοντος», σημείωνε ο Καντίνσκι, ο άνθρωπος που μας αποκάλυψε ότι ακόμη και στο αφηρημένο σχήμα μπορεί να χτιστεί μια τέχνη απείρου κάλλους.

Το γκρίζο είναι η προσγειωμένη και σεμνή ισορροπία ανάμεσα σε δύο ασύμβατα και απόλυτα άκρα. Είναι η ζωή μας στις άπειρες δυνατότητές της.

Μέχρι πρότινος το γκρίζο με φόβιζε, όπως όταν τα παιδιά φοβούνται το μισοσκόταδο περισσότερο από την πλήρη συσκότιση πριν κοιμηθούν, επειδή, βλέποντας τις σκιές, η φαντασία τους αγριεύει και αρνούνται πεισματικά να κοιμηθούν. Τώρα το γκρι έχει την πλάκα του, ομολογουμένως. Με βοηθάει να σκέφτομαι ότι όταν η ζωή δεν είναι ξεκάθαρη, δικαιούμαι να κάνω μικρά πειράματα μαζί της και με τον εαυτό μου. Περπατώ στον γκρίζο δρόμο τα χαράματα και με ακολουθούν τα όνειρά μου ξοπίσω, να με προλάβουν στον ανήφορο. Το γκρίζο είναι όλες οι πιθανότητες μαζί και μια ξεκλείδωτη πόρτα. Όλα είναι δρόμος. Ας είναι μακρύς ο δρόμος. Θα τον διανύσουμε και το γκρίζο θα είναι ένας οδηγός προς τα χρώματα της Ίριδας.

Ο Ρωμύλος και ο Ρέμος, ήταν τα δύο αδέρφια που έγραψαν ιστορία. Πόσο γκρίζο ήταν το ξεκίνημά τους σε αυτόν τον κόσμο δεν μπορείς να φανταστείς. Μάνα τους ήταν η θνητή Ρέα Σιλβία, ιέρεια της θεάς Βέστας –προστάτιδος της οικογενειακής εστίας– και πατέρας τους ο θεός Μαρς του πολέμου και της καλλιέργειας της γης. Όταν ο πατέρας της Ρέας Σιλβίας, ο Νουμίτορας, έφυγε από το θρόνο, την εξουσία πήρε ο Αμούλιος. Εκείνος υποχρέωσε την Ρέα να γίνει ιέρεια της θεάς Βέστας και να ζήσει σε υποχρεωτική αγαμία τριάντα χρόνων, όπως όριζαν οι θεϊκοί νόμοι, για να μην υπάρξει απόγονος εκ μέρους της. Όμως, ο Μαρς είχε διαφορετική επιθυμία.

Όταν ο Αμούλιος έμαθε την ύπαρξη των βρεφών, ζήτησε από τους άνδρες του να τα σκοτώσουν. Ένας φρουρός τα λυπήθηκε και τα άφησε μόνα στο δάσος, στο έλεος της τύχης. Σώθηκαν βυζαίνοντας μια λύκαινα με γκρίζο τρίχωμα που τα περιμάζεψε σε μια σπηλιά. Ο βοσκός Φαυστούλος ανακάλυψε τα αδέρφια και τα έφερε στη γυναίκα του για να τα μεγαλώσουν σαν δικά τους. Τα ανέθρεψαν με αγάπη και φροντίδα. Θα μπορούσαν να μείνουν για πάντα δύο άσημοι βοσκοί, χαρούμενοι μέσα στην απλότητά τους και ανώνυμοι μέσα στο αμείλικτο πέρασμα του χρόνου. Όταν ενηλικιώθηκαν, ο Ρωμύλος και ο Ρέμος έμαθαν όλη την αλήθεια για την καταγωγή τους κατά τύχη, σε μία συμπλοκή οπαδών του Αμούλιου και του Νουμίτορος, εξ αιτίας της οποίας βρέθηκαν στη φυλακή.

Δύο παιδιά με ένα γκρίζο, αμφίβολο μέλλον, πήραν το αίμα τους πίσω. Σκότωσαν τον Αμούλιο και επανέφεραν τον παππού τους Νουμίτορα ως βασιλιά της Άλμπα Λόνγκα. Πλέον, καλούνταν να χτίσουν οι ίδιοι τη δική τους πόλη, τη δική τους ζωή στα πρότυπα των ιδανικών τους. Τα δύο αδέρφια καθίσανε πάνω στις χλωρές πρασιές και ατένιζαν τον ορίζοντα σκεπτικοί. Οι λόφοι γύρω τους ήταν επτά. Ο Ρωμύλος διάλεξε τον Παλατίνο λόφο και ο Ρέμος τον Αβεντίνο. Οι δύο αδερφοί δεν συμφώνησαν για την τοποθεσία: μέχρι την οιωνοσκοπία έφτασαν για να υπάρξει λύση. Οι οιωνοί ήταν ευνοϊκοί για τον Ρωμύλο, κάτι που εξόργισε τον Ρέμο και τον έκανε να ψυχρανθεί απέναντι στον αγαπημένο του αδερφό. Οι σχέσεις τους είχαν φτάσει στο απροχώρητο, ώστε ο Ρωμύλος –μη ανεχόμενος τη διαφωνία του Ρέμου– ξέσπασε βιαίως και σκότωσε αφηνιασμένος τον αδερφό του, Ρέμο.

Στο σύνολό της, η μυθική ιστορία ίδρυσης της Ρώμης είναι γκρίζα: ο Ρέμος σκοτώθηκε, ο αδελφοκτόνος Ρωμύλος μεγαλούργησε. Τι θα μπορούσε να διδάξει στις επόμενες γενιές μια τέτοια ιστορία που εσωκλείει από τη μια την πίστη στη ζωή, την αισιοδοξία ότι όλα θα πάνε όπως πρέπει και από την άλλη τον αλληλοσπαραγμό και την προδοσία; Σε εσένα μένει να το αναλογιστείς αυτό, ύστερα από δεκάδες αιώνες. Από τον Παλατίνο λόφο ξεκίνησε η αρχαία Ρώμη, με όλη την αίγλη, το όνειδος, τις χαρές και τις πίκρες των αιώνων που ακολούθησαν. Στέκει ακόμη αγέρωχη, μαρτυρώντας το παρελθόν της και διατρανώνοντας το μέλλον της. Η Ρώμη, με τις καλές και τις κακές της στιγμές, δεν χάνει την ταυτότητα και την ιστορία της.

Οι γκρίζες Ρώμες του σήμερα είναι γεμάτες μαύρο αλλά κι άσπρο χρώμα. Πέφτουν πάνω μας συμφορές απροειδοποίητα, αδυσώπητα και οι υπεύθυνοι κάθε κρίσεως επικαλούνται συνεχώς τη συλλογική ευθύνη και την ατομική ενοχή του καθενός. Πολλοί, κλεισμένοι μέσα σε τέσσερεις τοίχους, θυμώνουμε, θλιβόμαστε από τις ειδήσεις, αρρωσταίνουμε στην ιδέα του θανάτου και παραιτούμαστε από τη ζωή. Όμως, φτάνουν στα αυτιά μας και ιστορίες όμορφες και φωτεινές. Είναι οι μικρές ιστορίες καθημερινών ανθρώπων που αγωνίζονται για να βρουν διέξοδο μέσα στις δυσκολίες, οραματίζονται ένα καλύτερο αύριο και προσπαθούν γι’ αυτό σήμερα, σε πείσμα της προκλητικής αδιαφορίας των «αρμοδίων». Δεν σταματάμε ποτέ να ονειρευόμαστε με τα μάτια ανοιχτά.

Όλοι οι δρόμοι οδηγούν στη Ρώμη, ακόμη και αν είναι γκρίζοι. Σε κάθε συναπάντημα, υπάρχει ένας γκρίζος δρόμος –ευθύς, πλατύς και ανοιχτός– όταν σκοτώσουμε πια τις αντιστάσεις μας. Ο γκρίζος δρόμος είναι ανοιχτός, για να γράψουμε τη δική μας καθηλωτική, προσωπική ιστορία, να χτίσουμε τη δική μας πόλη στα μέτρα μας. Θες να τον περπατήσουμε μαζί;

1 Ένας από τους πρωταγωνιστές το μυθιστορήματος «Κοντά στον ουρανό».

Share this
The following two tabs change content below.
ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΔΙΑΜΑΝΤΗΣ

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΔΙΑΜΑΝΤΗΣ

Ο Οδυσσέας Διαμάντης είναι ψυχολόγος. Σπούδασε Ψυχολογία στο Πάντειο Πανεπιστήμιο (2013-2017) και συνέχισε στο μεταπτυχιακό πρόγραμμα του Τμήματος Ψυχολογίας του Παντείου, στην Κατεύθυνση της Θετικής Ψυχολογίας. Ασχολείται με τις μεταφράσεις, τη λογοτεχνία και ερευνητικά θέματα σχετικά με την επιστήμη της Ψυχολογίας. Έχει δημοσιευμένες μεταφράσεις και επιμέλειες επιστημονικών και πολιτικών άρθρων και λογοτεχνικά κείμενα σε ηλεκτρονικά περιοδικά και έντυπες εκδόσεις όπως: socialpolicy.gr, Kommon, Μπολ Φυστίκια, Times News, Αυγή, Animartists, Στέπα - Επιθεώρηση Ρωσικού Πολιτισμού. Είναι τακτικός συνεργάτης του περιοδικού Μαρξιστική Σκέψη. Πιστεύει ότι η ομορφιά και η δημιουργικότητα θα σώσουν –όπως πάντα– τον κόσμο.
ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΔΙΑΜΑΝΤΗΣ

Τελευταία άρθρα απόΟΔΥΣΣΕΑΣ ΔΙΑΜΑΝΤΗΣ (δείτε τα όλα μαζί)

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή