Πέδρο Σαλίνας: Οι μειονότητες καθοδηγούν τις λογοτεχνικές προτιμήσεις

by Times Newsroom 1
Share this
  • Πέδρο Σαλίνας

ΕΙΝΑΙ πια γνωστό ότι επί αιώνες οι μειονότητες ήταν αυτές που είχαν την αποκλειστικότητα της καθοδήγησης καιντου προσανατολισμού της γνώμης των ειδικά ενδιαφερομένων για τη λογοτεχνία. Αφ’ υψηλού, από μια από αυτές τις μειονότητες είχε παραχωρηθεί η αναντίρρητη αυθεντικότητα, επιβάλλονταν πάντα οι αποφάσεις για το εξαιρετικό ή μηδαμινό κάποιου βιβλίου. Το κοινό ακολουθούσε υπάκουα αυτές τις αποφάσεις. Ο κόσμος της λογοτεχνίας είχε τις βάσεις του σε μια κοινωνική ταξινόμηση, θεληματικά παραδεκτή απ’ όλους τους συμβαλλόμενους της αυθεντίας και της ελευθερίας.

Όταν η αυθεντία αυτή θέλησε να μετατραπεί σε αυθεντισμό, τότε γεννήθηκαν οι ακαδημίες. Αλλά εκτός από τις παρεκτροπές αυτές, ίσχυε για όλους η κλασική ιδέα του Λογγίνου, ότι το λογοτεχνικό έργο δεν είναι δυνατόν να εκτιμηθεί αξιοπρεπώς από τον οποιονδήποτε, και ότι για την εκτίμησή του πρέπει να ληφθούν υπόψη οι γνώμες “ανθρώπων με ορθή κρίση και βαθιά γνώση της λογοτεχνίας”.

Αυτός ο αποκλεισμός του ανόητου και του άσχετου από την καλλιτεχνική κρίση μπορεί ακόμη να φανεί προπετής πρόκληση, αντίθετη στα φυσικά δικαιώματα του ανθρώπου. Από μια προέκταση της πολιτικής αρχής, ότι όλοι οι άνθρωποι είναι ίσοι από τη γέννησή τους, υποστηρίζεται ότι όλοι οι άνθρωποι είναι ίσοι και ικανοί να κρίνουν τη “Θεία Κωμωδία” ή τα μυθιστορήματα του Σέρλοκ Χολμς τριάντα ή σαράντα χρόνια μετά τη γέννησή τους.

  • Ο γίγαντας της ποσότητας

Όταν αρχίζει ο ΧΙΧ αιώνας, το βιβλίο διαδίδεται σημαντικά, επεκτείνεται και καλυτερεύει η εκπαίδευση, εξελίσσεται συνάμα η δημοσιογραφία και σαν επακόλουθο όλων αυτών των εκδηλώσεων της κοινωνικής προόδου εισβάλλει κατά χιλιάδες και εκατομμύρια, με αυξάνουσα ταχύτητα μέσα στα πλαίσια του λογοτεχνικού είδους ο αριθμητικός παράγοντας. Ο γίγαντας της ποσότητας.

Έτσι καταρρέει όλη εκείνη η οργάνωση του καλού γούστου. Οικοδομήματα μεγάλα και μικρά των μειονοτήτων χάνουν όλα τους τα δικαιώματα επιβολής και τα νέα αναγνωστικά πλήθη αποσυνδέονται όλο και περισσότερο από κάθε κανόνα, από κάθε υπευθυνότητα κρίσης, και δν αναγνωρίζουν καμιάν ανώτερη επιβολή στην ατομική τους κρίση. Επομένως, δεν έχουν να δώσουν λογαριασμό σε κανένα. Υπάρχουν συγγραφείς που οργίζονται μπροστά σ’ αυτή τη νέα κατάσταση. Από την ομάδα του Φλωμπέρ και των φίλων του εκτοξεύονται τα βέλη αντίθετα στο καινούργιο κοινό. “Η δωρεάν και αναγκαστική παιδεία δε θα χρησιμεύσει παρά για να μεγαλώσει ο αριθμός των ανόητων”. Αυτά λέει ο Φλωμπέρ. Ο Γκονκούρ το ίδιο: “Ο μεγάλος κίνδυνος της σύγχρονης κοινωνίας είναι η εκπαίδευση.” Κι ο Barbey d’ Aurevilly στη δημοκρατία κάθε ικανότητα λογοτεχνικής αντίληψης: “Η δημοκρατία δεν καταλαβαίνει τίποτα από λογοτεχνία, στο βάθος την μισεί”. Ο Μπωντλαίρ παραπονιέται για τη δικτατορία της κοινής γνώμης. Αλλά αυτοί οι απελπισμένοι σαρκασμοί δεν μπορούσαν, όπως άλλωστε είναι φυσικό, ν’ ανακόψουν την αποφασιστική πορεία της δημοκρατικής εκπαίδευσης, κι επομένως, την ελεύθερη συρροή μεγαλύτερου αριθμού ανθρώπων την κάθε μέρα προς την απόλαυση της λογοτεχνίας. Κι ο ίδιος ο Φλωμπέρ, που με τόση οργή καταφερόταν κατά του νέου κοινού, τελικά έγινε ένας συγγραφέας της πλειονότητας.

  • Μετατροπή του βιβλίου σε εμπόρευμα

Αυτή η ταχύτατη ανάπτυξη του αναγνωστικού κοινού είχε τούτο το αποτέλεσμα: Το βιβλίο σαν εμπόρευμα, σαν αντικείμενο εμπορεύσιμο που είναι εκμεταλλεύσιμο, ν’ αποκτά όλο και μεγαλύτερη σημασία. Και από αυτό ακριβώς ξεκινά ένας από τους παράγοντες της πνευματικής διαφθοράς και αναρχίας, από τους πιο σοβαρούς για τη σημερινή κοινωνία. Γιατί το βιβλίο είναι στην αυθεντική του πραγματικότητα κάτι που γεννιέται και πληροί τον προορισμό του χωρίς να θίγει, σε καμιά περίπτωση, το συμφεροντολογικό αίσθημα στον άνθρωπο. Αντίθετα, η ανάγνωση αυτή καθ’ εαυτή είναι πράξη ευχάριστη, αμερόληπτη και αδέσμευτη από το ανθρώπινο ον. Επομένως, και από την ίδια τη φύση της πράξης, θα πρέπει να αποκρούσουμε κάθε παρεμβολή οικονομικού κριτήριου όταν έρθει η στιγμή ν’ αξιολογήσουμε, ας πούμε, τον “Φάουστ” ή τον “Δον Κιχώτη”. Γιατί αν δεν γίνει έτσι, τότε θα είχε κάθε δικαιολογία η παράξενη περίπτωση του ζωέμπορου, όπου στο πανηγύρι, όπου πουλάει την αγελάδα του κρίνει πως θα πρέπει να κερδίσει περισσότερα για το μηρυκαστικό του, βασιζόμενος στο γεγονός ότι τα μουγκρίσματά του έχουν κάποια ποιότητα φωνής σοπράνο.

Κι όμως συνέβη ακριβώς το αντίθετο. Καθιερώθηκε μια απατηλή αξιολόγηση: Το βιβλίο που περισσότερο πουλιέται είναι και το καλύτερο. Απατηλή, βέβαια, σχετικά απατηλή, αφού για τον εκδότη αυτό είναι ευαγγέλιο. Αλλά και αληθινή απάτη, αφού το ύψος της τιμής “πωλήσεως”, απαιτεί να το περάσει στον αναγνώστη σαν αντιστάθμισμα του ύψους της αξίας του βιβλίου.

  • Παρουσίαση του τέρατος: μπεστ σέλλερ

Λέγεται πως ο σημερινός κόσμος δεν παράγει όντα χιμαιρικά, τέρατα μυθικά σαν κι αυτά που γεννούσε η αρχαιότητα. Και όμως, τι άλλο παρά τερατώδες πλάσμα, μισό άγγελος, μισό κτήνος, είναι αυτό που ονομάζουν οι αγγλοσάξωνες “best seller”. Που σημαίνει αυτό που πουλιέται καλύτερα. Ας πλησιάσουμε στο φαινόμενο, για να εξετάσουμε τη δυαδική και αντιφατική του σύσταση. “Best”, το καλύτερο, το κεφάλι του αγγέλου,έννοια εξαιρετική, έννοια ποιοτική, αυτό που όλοι φιλοδοξούμε. Έπειτα το seller”, το πωλούμενο, το τερατώδες σώμα, το ευτελές, αυτό που γίνεται μόνο για το χρήμα. Ο χαρακτηρισμός του καλύτερου σημαίνει αυτό που περισσότερο πουλιέται, κι έτσι έρχεται στην πρώτη θέση η έννοια της ποσότητας. Η έκφραση λοιπόν είναι ποιοτική. Είναι προσπάθεια διαβολική να συμφιλιώσει το ασυμφιλίωτο, να ζέψει στον ιδιο ζυγό του σκοπού το πρόβατο και το λιοντάρι. Στο βάθος αυτής της έκφρασης πάλλει πάντα ο αγώνας ανάμεσα στις δυο αντιλήψεις της ποιότητας με την έννοια του καλύτερου, και της ποσότητας, με τη δήλωση ότι αυτό που καλύτερα πουλιέται. Φυσικά η λέξη “καλύτερο” είναι αυτή που θα τσιμπήσουν τ’ αναρίθμητα κοπάδια των απληροφόρητων ψαριών. Έχουν την αξίωση να κάνουν τον κόσμο να πιστέψει ότι ο όγκος των αναγνωστών αντιπροσωπευόμενος με αριθμούς, σημαίνει τη σχετική αξία του λογοτεχνικού έργου και ότι η ανώτατη αυθεντία που αποφασίζει αυτή την αξία βρίσκεται στους αριθμούς. Υπάρχουν διαφημίσεις που παρουσιάζονται με χαρακτήρα μεγαλειώδους λακωνισμού και τίμιας αμεροληψίας. Λόγου χάρη, αυτή που παίρνω από το βιβλίο Best seller” των Stevens και Unwin: “Τρίτος μήνας ζωής ενός μεγάλου βιβλίου: Ογδόη εβδομάδα, 116.000. Ενάτη εβδομάδα, 121.000. Δεκάτη εβδομάδα, 127.000. Ενδεκάτη εβδομάδα, 133.000”. Ακολουθεί ο τίτλος του βιβλίου που είναι ένα μετριότατο ιστορικό μυθιστόρημα. Προτρέπεται τάχα ο εκδότης σ’ αυτή τη σύντομη αγγελία μόνο από την αθώα επιθυμία να πληροφορήσει το κοινό για την άνθηση της επιχείρησής του σ’ αυτή την ιδιαίτερη περίπτωση; Τίποτα δε συμβουλεύει, τίποτα δε ζητάει, μόνο που η πρόθεσή του φαίνεται από δέκα λεύγες μακριά. “Αναγνώστη, υπονοεί χωρίς να το λέει η αγγελία, αν κάθε εβδομάδα πουλιούνται 5.000 περισσότερα αντίτυπα από το βιβλίο αυτό, ασφαλώς δεν υπάρχει αμφιβολία ότι πρόκειται για έργο ιδιαίτερης σημασίας, για έργο εξαιρετικό, που αξίζει να το αποκτήσεις αμέσως”. Και με πολλή αντικειμενικότητα σπρώχνει τον αναγνώστη προς τη σύγχυση ανάμεσα στη λογοτεχνική αξία του βιβλίου, δηλαδή την πραγματική αξία του είδους καθεαυτού, τη μόνη νόμιμα αμφισβητήσιμη με την ευκολία της πώλησης, με τη χρηματική του αξία. Χωρίς ν’ αναφέρει τίποτ’ άλλο η αγγελία κάνει αυτόν που τη διαβάζει να θεωρήσει δεδομένη αυτή την ψεύτικη συσχέτιση ανάμεσα στην εμπορική επιτυχία και στη λογοτεχνική κι ανθρώπινη αξία του βιβλίου, και χειρίζοντας επιτυχέστατα το μηχανισμό της μετατόπισης των κρίσεων, ισοφαρίζει, με το οικονομικό γεγονός της ταχείας κατανάλωσης ενός είδους στην αγορά, ένα πνευματικό γεγονός, τη γέννηση ενός μεγάλου λογοτεχνικού έργου. Εδώ ταιριάζει η περίπτωση με αυτό που ο Μανχάιμ ονομάζει “αρνητικά σχήματα δημοκρατικοποίησης”. Έτσι φθάνομε σε μια σημαντική ανακάλυψη, ότι ρυθμιστής των μέτρων και σταθμών των λογοτεχνικών αξιών, το σώμα που καθορίζει το σχετικό τους μεγαλείο, αποτελείται από τους λογιστές των βιβλιοπωλείων και των εκδοτικών οίκων.

  • Η πώληση κριτήριο αξίας

Είναι ένα σύστημα που θαυμάζουν οι άνθρωποι οι λεγόμενοι πρακτικοί, γιατί είναι απλό στην πράξη και καθαρό σε αποτελέσματα. Πραγματικά, άλλοτε το να μάθαινε κανείς αν ένα έργο ήταν εξαιρετικό, μέτριο ή κάκιστο, δεν ήταν εύκολο, ούτε μπορούσε να γίνει σε μια στιγμή. Ποικίλες και διαφορετικές γνώμες κυκλοφορούσαν στην αγορά, γνώμες αρνητικές και θετικές αντιζυγίζονταν. Και πάνω απ’ όλα, αν το βιβλίο είχε κάποιο βαθύτερο νόημα, δεν ήταν εύκολο η αξία του ν’ αποκαλυφθεί με τις πρώτες συναλλαγές. Το έργο σαν καρπός, έπρεπε να περιμένει, δίχως βία, έως ότου να φτάσουν οι άνθρωποι να το δουν στην πλήρη ωριμότητά του. Και τα γούστα, τόσο τα υπέρ, όσο και τα κατά, είχαν την υπεράσπισή τους, χωρίς ετούτα να μπορούν να επιβληθούν εύκολα σε κείνα, και να εκμηδενίσουν τα αντίθετα. Πράγμα που πολύ στενοχωρούσε αυτούς που θα επιθυμούσαν να έβλεπαν την ανθρώπινη διανόηση να δίνει τη γνώμη της για κάθε ζήτημα, με τρόπο τόσο γρήγορο κι αναντίρρητο όπως η μηχανή μοιράζει τις καραμέλες της, με μόνη την κίνηση του κέρματος που ρίχνουμε στη σχισμή.

Πόσες φορές μας πλησιάζουν απλοί άνθρωποι για να μας ρωτήσουν αν ένα μυθιστόρημα είναι καλό ή κακό, αν αυτό το ποίημα αξίζει να διαβαστεί. Κι όπως συμβαίνει, όπως πρέπει να συμβαίνει πολύ συχνά, η απάντηση να μην είναι ούτε ναι, ούτε όχι απόλυτο, να γίνονται κάποιες διακρίσεις. Κι ο απλός άνθρωπος που περιμένει από μας, μας κοιτάζει με συμπόνια κι απογοήτευση, σα να λέει: “Δηλαδή, κύριε, στην υπόθεση αυτή της λογοτεχνίας τίποτα δεν είναι σίγουρο”. Πώς λοιπόν να μη γοητεύσει τους απλούς αυτούς ανθρώπους, σα να ’ναι η μεγάλη ανακάλυψη των αιώνων, ένα σύστημα που καταργεί κάθε αμφιβολία, κάθε προληπτική αναβολή πάνω στην αξία του βιβλίου; Γιατί, τι είναι αυτό που γίνεται τώρα για να φανεί τι αξίζει ένα έργο; Πολύ απλό. Βγαίνει στην αγορά το μυθιστόρημα Χ. Περιμένουν. Όχι πολύ. Σε μερικές μέρες αρχίζουν να φθάνουν στον εκδοτικό οίκο οι λογαριασμοί από την πώληση στα βιβλιοπωλεία. Αθροίζονται. Και από τη σχέση ανάμεσα στ’ αποτελέσματα και τον αριθμό των ημερών που κυκλοφορεί, το βιβλίο υψώνεται θριαμβευτικά. Με σιγουριά αναντίρρητης παράδοσης κρίνεται το βιβλίο. Ας υποθέσουμε, λόγου χάρη, ότι από το μυθιστόρημα Χ πουλήθηκαν σε τρεις εβδομάδες 80.000 αντίτυπα, από το μυθιστόρημα Ζ 30.000, από το Φ 8.000 και από το Η 722. Αυτοί οι αριθμοί δεν διαλαλούν με δογματική αυταρχικότητα ότι από τα τέσσερα μυθιστορήματα το πρώτο είναι εξαίρετο, το δεύτερο καλό, το τρίτο μέτριο και κάκιστο το τελευταίο; Με τη μαθηματική διαδικασία και ας πούμε εντός παρενθέσεως ότι η λέξη μαθηματικά, γι’ αυτούς ιδιαίτερα που δεν ξέρουν όλη την περιπλοκή που εξυπακούει το μυστήριο και η ομορφιά των μαθηματικών, γι’ αυτούς άλλο δεν είναι οι αριθμοί παρά το Ανώτατο Δικαστήριο για όλες τις περιπτώσεις, που καθόριζε αυτό που άλλοτε έκανε τους ανθρώπους να ξοδεύουν τόσο μελάνι και τόσο χρόνο; Από μια γωνία της σκηνής φεύγουν με κομμένα τα φτερά όλα τα φαντάσματα: η εξυπνάδα, το γούστο, η ερμηνευτική φινέτσα, η ευαισθησία, η ελευθερία της γνώμης, η διαφορά στις αντιλήψεις. Και μένει κυρία της σκηνής η υπολογιστική μηχανή, αποφασίζοντας αμετάκλητα για την αξία του βιβλίου, σαφής, αντικειμενική, αναντίρρητη, ελεύθερη από προλήψεις αισθητικής, κι από κάτι το ιδιαίτερο που δικαιώνει το καλό γούστο.

  • Η κυριαρχία της πλειονότητας

Έτσι φτάσαμε στη σημερινή κατάσταση των πραγμάτων, την ολότελα αντίθετη από την παραδοσιακή. Πριν ήταν η μειονότητα υπεύθυνη να χαρακτηρίζει τα λογοτεχνικά έργα, βασιζόμενα σε αρχές αισθητικές που είχαν τη θέση κανόνων κριτικής. Καλοί ή κακοί, οι κανόνες αυτοί πάντοτε ήταν συζητήσιμοι, και συζητημένοι, αφού προέρχονταν από κεφάλια γνωστά και στοχαστικά, από τα οποία μπορούσε κανείς να γυρέψει εξηγήσεις αν δε συμφωνούσε μαζί τους. Σήμερα η αξία του βιβλίου καθορίζεται από την πλειονότητα, που η λειτουργία της δεν είναι συζητητική, ούτε κριτική, αλλά εμπορική: την πλειονότητα των αγοραστών. Όλα είναι ψήφος και όχι φωνή. Ποιος θ’ απαιτήσει να ζητήσει εξηγήσεις και δικαιώματα από αυτό τον ανώνυμο κριτή και πού να γυρέψει την τόσο συγκεχυμένη ευθύνη που φθάνει στα όρια του τίποτα; Αν ένας κριτικός υπεύθυνος αποφασίζει να δημοσιεύει επαίνους για το “Gentleman prefer blondes”, συγκρίνοντάς το με τα κλασικά μεγάλα έργα, μπορεί βέβαια να του επιτεθούν άλλοι πετεινοί του επαγγέλματός του, να καταρρίψουν επιχειρήματα, να διαδηλώσουν την ομόφωνη πεποίθησή τους για το αντίθετο κι επομένως να βλάψουν τη φήμη του κυρίου αυτού. Αν όμως οι μάζες των αναγνωστών το βάζουν πείσμα ν’ αγοράζουν όλο και περισσότερα αντίτυπα από το “Gentleman prefer blondes”, και σύμφωνα μ’ αυτό, ξεπετάγονται αγοραστές ακόμα κι από τις πέτρες μέσα, και το ηλίθιο σαχλοβιβλίο μετατρέπεται σε έργο σπουδαίο μέσα σε λίγους μήνες, ποιος θα γυρέψει λογαριασμό γι’ αυτή την εξωφρενικότητα της κρίσης, και σε ποιον θα την γυρέψει; Τελικά η πλειονότητα ασκεί σήμερα μια δύναμη πολύ πιο απόλυτη και ανεύθυνη απ’ αυτήν που άσκησαν ποτέ οι ομάδες της μειονότητας. Κι έτσι θα έπρεπε να αισθάνεται ικανοποιημένη από την επάρκειά της για να κρίνει, και να θεωρείται αρκετά ισχυρή για να παραβλέπει οτιδήποτε δε συμφωνεί με τις προτιμήσεις της, να υπερηφανεύεται για την απόλυτη ελευθερία της που δεν περιορίζεται από τίποτα και τίποτα δεν την συγκρατεί. Και όμως, υπάρχουν μερικά συμπτώματα ενδεικτικά ότι αυτό το κοινό, μετά την κατάκτηση της ελευθερίας του, νιώθει αμφιβολίες για το τι θα κάνει μ’ αυτή του την ελευθερία, κι ορισμένες επιφυλάξεις με τη σκέψη ότι τελικά ίσως να μην είναι ολότελα προσβλητικό για το δημοκρατικό σύγχρονο κόσμο ν’ αναγνωρίσει κάποια αυθεντία για να καθοδηγεί και να συμβουλεύει στα λογοτεχνικά ζητήματα μερικούς πολίτες, που από παιδιά αφιέρωσαν την ψυχή τους και τη ζωή τους στην άσκηση της λογοτεχνίας, του στοχασμού και της κριτικής δραστηριότητας. Κι αφού έμεινε μόνη (πλειονότητα) κι αφού δοξάστηκε για την επάρκειά της, τώρα τη βλέπουμε να κοιτάζει γύρω με νοσταλγία, αναζητώντας από κάπου να πιαστεί, σάμπως να μην αισθάνεται εντελώς σίγουρη πάνω στην πελώρια πληθωρική βάση της.

  • Η πλειονότητα αισθάνεται τη νοσταλγία των μειονοτήτων

Λόγου χάρη, έναν από τους θριάμβους που κατάκτησε η σύγχρονη πλειονότητα ήταν αυτός που της χάρισε η περιφρόνηση και η ανυποληψία για τις Ακαδημίες και για τον ακαδημαϊκό. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι αυτά τα σοφά σώματα άξιζαν αυτή τη μεταχείριση. Ωστόσο τις εξόρισαν από το λογοτεχνικό κόσμο για την κακή χρήση που έκαναν της συμβατικής τους κυριαρχίας, καθώς και για το γεγονός ότι φιλοδοξούσαν ν’ αντιπροσωπεύουν μια κυριαρχία. Και όμως, όλος ο κόσμος περιμένει, ή περίμενε κάθε χρόνο την απόφαση κάποιας ακαδημίας, της Σουηδικής Ακαδημίας για την απονομή του βραβείου Νόμπελ, κι αμέσως το έργο που έπαιρνε το βραβείο έφθανε στην κατηγορία του αριστουργήματος. Στο Παρίσι λειτουργούσε όχι με λιγότερο κύρος πάνω σε εκτεταμένη κατηγορία αναγνωστικού κοινού, η Ακαδημία Γκονκούρ, που με τα ετήσια βραβεία της, ασκούσε πολλές φορές με επιτυχία και κοσμιότητα τη λειτουργία της λογοτεχνικής αυθεντίας. Ιδού λοιπόν δυο περιπτώσεις όπου η πλειονότητα συμμορφώνεται με τις φωνές “άνωθεν” και ακολουθεί τις υποδείξεις τους.

Μεγάλη σημασία επίσης έχει το ότι μερικά λογοτεχνικά περιοδικά κατόρθωσαν να έχουν κύρος για τον προσανατολισμό του κοινού κατά το ΧΙΧ και ΧΧ αιώνα. Το “Mercure de France” πρώτο, η “La Nouvelle Revue Française στη Γαλλία, και η “Revista de Occidente” στην Ισπανία. Στις αρχές της έκδοσής τους είχαν μόνο μικρές ομάδες αναγνωστών, αλλά κατόπι άρχισαν ν’ αποκτούν όλο και μεγαλύτερη αυθεντικότητα έως ότου να γίνουν πραγματικές πηγές του λογοτεχνικού γούστου. Και στις τρεις περιπτώσεις τα περιοδικά αυτά ευρύναν την ισχύ της δραστηριότητάς τους ιδρύοντας εκδοτικούς οίκους, όπου η αρχή τη επιλογής του δημοσιευόμενου βιβλίου συνίσταται στην πραγματική του αξία και όχι στην εμπορική του επιτυχία. Ο τρόπος που έγιναν δεκτές αυτές οι επιχειρήσεις, ιδιαίτερα η μετατροπή τους από περιοδικά μειονοτήτων σε σφαίρες επιρροής πάνω σε σχετικές πλειοψηφίες, δείχνει ότι υπάρχει μια φυσική ανάγκη αναγνώρισης, σε λογοτεχνικά ζητήματα, ενός ηγετικού ρόλου στις μειονότητες κι ότι έτσι το αισθάνονται οι εξυπνότερες ζώνες της πλειονότητας. Το κακό είναι ότι αυτή η συρροή της πλειονότητας προς το περιοδικό ή τον εκδοτικό οίκο έχει αποτέλεσμα ανασταλτικό. Γιατί αν το κοινό που θα προστρέξει είναι πολυάριθμο, οι οικονομικές συνέπειες αυτής της συρροής, δηλαδή, η σε εμπορικό όγκο ανάπτυξη της επιχείρησης, αρχίζει να γίνεται αισθητή από δυσδιάκριτες ακόμη διαβαθμίσεις στο ύφος των δημοσιευμάτων. Και η οικονομική θεώρηση έρχεται σε αντίθεση με την καθαρά αισθητική κι αμερόληπτη.

Αυτό φαίνεται ακόμη καλύτερα σε άλλα νοσταλγικά σχήματα μειονότητας, πολύ εκτεταμένα και δημοφιλή στις Ενωμένες Πολιτείες της Αμερικής, πολύ ενδεικτικά. Αναφέρομαι στους Συνδέσμους του Βιβλίου του Μηνός, Book of the Month club και διάφορα παρόμοια. Είναι δείγματα σαφή της αμφιβολίας της πλειονότητας για την ίδια της την κρίση. Μια ποσότητα ανθρώπων, πολλές φορές μεγάλη, ομολογεί πως καταλαβαίνει από βιβλία λιγότερο από μια ομάδα τριών ή τεσσάρων κυρίων που αποτελούν την Επιτροπή Εκλογής, και αφήνει σε αυτούς την εκλογή του καλύτερου βιβλίου του μηνός. Ιδού λοιπό, νέο σχήμα εκλεκτικής μειονότητας, που επιλέγεται με αυστηρά δημοκρατικό τρόπο: Και οι επιλέξαντες είναι αναγκασμένοι ν’ αγοράσουν και, πολλές φορές ασυνείδητα, ακόμη και να διαβάσουν το βιβλίο που κάθε μήνα τους υποδεικνύουν οι κριτές. Ωραία περίπτωση της πλειονότητας που ξεφεύγει από τον ίδιο της τον ίσκιο, έναν πελώριο και όμορφο ίσκιο, αναζητώντας τον καθαρό περίγυρο μιας μειονότητας. Εκ πρώτης όψεως, και σε περιπτώσεις αυστηρής λειτουργίας, σχεδόν ασκητικής, ενός κριτηρίου αγνά λογοτεχνικού, το οργανωτικό αυτό σχήμα είναι θαυμάσιο. Αναγνωρίζει ένα γεγονός: ότι υπάρχουν άνθρωποι με περισσότερη πείρα, με περισσότερο γούστο και περισσότερη διεισδυτικότητα από άλλους, όταν πρόκειται να κρίνουν λογοτεχνικά έργα, και ότι είναι απόλυτα φυσικό οι άνθρωποι που αμφιβάλλουν για το γούστο τους να προστρέχουν σ’ αυτούς ζητώντας τη συμβουλή τους. Όλα είναι τέλεια έτσι, στο θεωρητικό τους περίγραμμα: είναι ένα δείγμα κοινωνικής αλληλοκατανόησης, όπου μερικοί άνθρωποι έλεύθερα παραδεγμένοι ή εκλεγμένοι προσφέρουν τα πνευματικά φώτα τους σε άλλους πολλούς που από αυτά αποκομίζουν γόνιμες λάμψεις. Όμως, σχεδόν πάντα, άλλα υποφώσκουν. Φυσικά το χρήμα. Ο σύνδεσμος, όσο αναπτύσσεται σε μέλη, ανάπτυξη που σημαίνει αυξανόμενη οικονομική άνθηση, μπλέκει, – αμ’ πώς αλλιώς; – στα δίχτυα των αριθμών. Δεν πρέπει να χαθεί η θέση που αποκτήθηκε. Δηλαδή, αριθμό μελών. Δε συμφέρει να εκλέγονται βιβλία, όσο και καλά να είναι, που να βασανίζουν τα μέλη, παράξενα βιβλία, δύσκολα, ή επαναστατικά, γιατί θ’ άρχιζαν οι αποστασίες και ο Σύνδεσμος θα κατέληγε να καταστραφεί. Και φθάνουμε στην αλλόκοτη συνέπεια ότι αυτές οι μειονότητες που τις αναζήτησε η πλειονότητα για να φωτιστεί, ενεργούν πλέον όχι με το κριτήριο της μειονότητας, αλλά με αυτό που κρίνουν πως θα πρέπει να είναι το γούστο της πλειονότητας, που με κανένα τρόπο δε συμφέρει η απομάκρυνσή τους από αυτήν. Δε λέει, όπως, έχει χρέος: “Διάβασε αυτό το βιβλίο, γιατί εμάς μας φαίνεται καλό”, αλλά λέει: “Διάβασε αυτό το βιβλίο γιατί εμείς νομίζουμε πως θα σου αρέσει πολύ”. Κι έτσι οι καθοδηγητές γίνονται καθοδηγούμενοι, κι ο χρηματικός παράγων πληροί με άλλο ακόμα σχήμα τη συχνή του αποστολή ν’ αναποδογυρίζει τα πράγματα, και να φέρνει τον κόσμο ανάποδα.

Κι όμως, σε κάθε περίπτωση είναι προφανές, παρ’ όλες τις διακηρύξεις της τέλειας ανεξαρτησίας κάθε είδους αυθεντίας, παρ’ όλη τη δήλωση ότι χάρη στη δημοτική εκπαίδευση, το κοινό τα ξέρει όλα, και αρκεί σαν κριτής για όλα όσα το τριγυρίζουν, τόσο σε θέματα που πέφτουν στην αντίληψη και ικανότητά του, όσο και σε άλλα που δεν καταλαβαίνει μεγάλα πράγματα, κι οι πιο πληροφορημένες ζώνες της πλειονότητας αισθάνονται πως τους λείπει κάτι. Το παλαιό σύστημα, που βασιζόταν στη σιωπηλή παραδοχή ότι οι μειονότητες είχαν περισσότερη αρμοδιότητα στη λογοτεχνική τους κρίση, κατέπεσε σε ερείπια μπρος στην επίθεση της πλειονότητας, που κραύγαζε ζητώντας τα δικαιώματά της; Και για να γλιτώσει από την τυραννία των ολιγότερων, σιωπηλά κατεκύρωσε στον εαυτό της τη νέα αρχή ότι οι πολλοί έχουν πάντα δίκιο όταν κρίνουν ένα λογοτεχνικό έργο, για το απλούστατο γεγονός πως είναι οι περισσότεροι. Μένει ωστόσο πιο ξεκαθαρισμένη η κατάσταση και λυμένο έτσι το πρόβλημα; Δε φαίνεται. Γιατί όπως κιόλας είδαμε, η πλειοψηφία του κοινού κάνει τούμπες από το Βραβείο Νόμπελ έως το “Βιβλίο του μηνός”, σκοντάφτοντας νοσταλγικά, χωρίς να το ξέρει, για τις παλιές καθοδηγητικές μειονότητες.

Ρίξανε στη θάλασσα την πυξίδα που σημείωνε την πορεία με τη βελόνα της μειονότητας, και τώρα το καράβι αρμενίζει ακυβέρνητο ή, που είναι και το χειρότερο, με πλώρη για κει όπου ακούγονται οι μελίρρυτες φωνές από τις σειρήνες της συναλλαγής.

Μετάφραση: Ιουλία Ιατρίδη

  • Δημοσιεύτηκε στην ΕΥΘΥΝΗ. Φυλλάδιο νεοελληνικού προβληματισμού. Τεύχος 38, Φεβρουάριος 1975.

Pedro Salinas Poems > My poetic side

Ο Πέδρο Σαλίνας (1892-1951) είναι Ισπανός ποιητής. Γεννήθηκε στη Μαδρίτη και σπούδασε φιλολογία. Πρωτοπαρουσιάστηκε στα Γράμματα στα 1923. Δίδαξε ισπανική λογοτεχνία στα πανεπιστήμια της Σεβίλλης, Μούρθια και Μαδρίτης. Στενός φίλος του Χουάν Ραμόν Χιμένεθ. Κατά τον εμφύλιο πόλεμο εκδηλώθηκε, όπως όλοι σχεδόν οι διανοούμενοι, υπέρ της δημοκρατίας, για ν΄ ακολουθήσει, μετά την ήττα (1939), το ρεύμα των Ισπανών πολιτικών προσφύγων που μέχρι σήμερα δεν μπορούν να επαναπατριστούν και πεθαίνουν στην ξένη. Ο Σαλίνας κατέφυγε στις Ηνωμένες πολιτείες, όπου και πέθανε.

Η ποίηση του κινείται και αναπτύσσεται κάτω από την σκιά του Χιμένεθ. Ωστόσο δε δεσμεύτηκε ως το σημείο να αδιαφορήσει για τις εξελίξεις της νεώτερης ποίησης ανά τον κόσμο. Αντίθετα επηρεάστηκε κάπως από την απλότητα και την ουσία της μορφής. Τα θέματα του είναι θεληματικά αδύναμα, άσαρκα και ονειρικά. Είναι ο τύπος του ευαίσθητου και έμπειρου διανοούμενου και τα ποιήματά του είναι εύθραυστα, μελαγχολικά και απευθύνονται χαμηλόφωνα στο ρόδο, στην πέτρα, στην απροσπέλαστη γυναικεία σκιά, στο κύμα, στον αέρα, στο πουλί, με τα οποία συνομιλώντας, πετυχαίνει τις καλύτερες λυρικές αποδόσεις του. Από τα 1923 ως τα 1934 εξέδωσε τέσσερις ποιητικές συλλογές. Το 1944 εκδόθηκαν τα Άπαντα του. (Το βιογραφικό είναι από την Νέα Παγκόσμια Ποιητική Ανθολογία της Ρίτας Μπούμη- Παπά).

Η Ιουλία Ιατρίδη (1914 – 1996) γεννήθηκε στην Αθήνα, κόρη του Ιωσήφ Μπουστίντουι, ισπανού αρχιμουσικού που διετέλεσε διευθυντής της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών για πολλά χρόνια. Σπούδασε ισπανική γλώσσα και λογοτεχνία στο πανεπιστήμιο της Βαρκελώνης και βιολί στο Ωδείο Αθηνών. Εργάστηκε ως καθηγήτρια ισπανικών στο διδασκαλείο ξένων γλωσσών του πανεπιστημίου Αθηνών και ως δασκάλα βιολιού στο Ωδείο του Πειραϊκού Συνδέσμου για δεκαπέντε χρόνια · παράλληλα σταδιοδρόμησε ως σολίστ σε ευρωπαϊκές ορχήστρες. Στο χώρο της λογοτεχνίας πρωτοεμφανίστηκε γύρω στα 1950 με δημοσιεύσεις διηγημάτων της στη Νέα Εστία. Δυο χρόνια αργότερα τιμήθηκε με το Α΄ Βραβείο στο Διεθνή Διαγωνισμό Διηγήματος της εφημερίδας Herald Tribune της Νέας Υόρκης για το διήγημά της Όλη νύχτα μαζί (εκδόθηκε με τίτλο Η νύχτα του Μιχάλη) και εξέδωσε το βιβλίο Τρία Πρόσωπα (τρεις νουβέλες). Τιμήθηκε επίσης με το βραβείο Κώστα Ουράνη (1959 για το μυθιστόρημα Καβαλλάρης στον άνεμο), το Κρατικό βραβείο Πεζογραφίας (1964 για το μυθιστόρημα Τα πέτρινα λιοντάρια), το Α΄ Κρατικό Βραβείο Μυθιστορηματικής Βιογραφίας (1978 για τη μυθιστορηματική βιογραφία του Λόπε ντε Βέγκα με τίτλο Πυρίγονος), το βραβείο Μάθιους (1995 για το σύνολο του έργου της). Ασχολήθηκε επίσης με τη λογοτεχνική και θεατρική μετάφραση (Θερβάντες, Λόπε ντε Βέγκα, Βάλιε Ινκλάν, Τίρσο ντε Μολίνα, Μιγκέλ ντε Ουναμούνο, Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα κ.α.) και τις διασκευές λογοτεχνικών έργων για το ραδιόφωνο και την τηλεόραση (Κάφκα, Τσέχωφ, Ζιρωντού κ.α.). Συνεργάστηκε με το περιοδικό Ευθύνη, από τις στήλες του οποίου ασχολήθηκε τα τελευταία χρόνια της ζωής της με το ζήτημα της ελληνικής γλώσσας. Υπήρξε αντιπρόεδρος της Εθνικής Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών και της Εταιρείας Μεταφραστών Λογοτεχνίας, καθώς επίσης μέλος του Πεν-Κλαμπ και της Εταιρείας Ελλήνων Θεατρικών Συγγραφέων. Πέθανε στην Αθήνα. Στο λογοτεχνικό έργο της Ιουλίας Ιατρίδη κυριαρχεί η θεματική γύρω από την προσπάθεια του ανθρώπου να συμφιλιωθεί με τον εαυτό του και το παράλογο της φθαρτής ζωής και να επικοινωνήσει με τους γύρω του.

Share this

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή