Οι παγκακιστές

by ΑΝΔΡΕΑΣ ΦΟΥΣΚΑΡΙΝΗΣ

Νομίζω, ή καλύτερα είμαι βέβαιος, πως ο μεγαλύτερος εχθρός ενός αυταρχικού, δικτατορικού καθεστώτος είναι το γέλιο, η σάτιρα, η ειρωνεία. Η άποψη αυτή βέβαια δεν είναι πρωτότυπη, εννοώ ότι δεν την εξέφρασα εγώ για πρώτη φορά στην Ιστορία του Κόσμου, αντίθετα είναι μια αντίληψη που την έχουν υποστηρίξει πολλοί κατά καιρούς και διαφορετικοί μεταξύ τους, πλην όμως σοβαροί μελετητές και αναλυτές δομών εξουσίας, πολιτικών φαινομένων, συμπεριφορών, γεγονότων, γι’ αυτό και δεν θα επιμείνω σε λεπτομέρειες κουραστικές και αδιάφορες. Μόνο κάποιες βασικές σκέψεις μου θα εκθέσω για να μπούμε ευκολότερα στο κλίμα της εποχής για την οποία μιλάμε αυτή τη στιγμή.

Είναι γεγονός επαναλαμβανόμενο ότι στα καθεστώτα αυτά, οιασδήποτε ιδεολογίας και κατεύθυνσης, επικρατούν, συνήθως, και στελεχώνουν τις υπηρεσίες τους άνθρωποι από τους οποίους λείπει παντελώς το χιούμορ και η εύθυμη διάθεση, σοβαροί κατά πλειοψηφία και αγέλαστοι, σκουντούφληδες και γκρινιάρηδες, ιδεοληπτικοί, που αδυνατούν να ξεχωρίσουν με ευκρίνεια το τραγικό από το γελοίο, το σοβαρό από το ευχάριστο και τα μπερδεύουν πάντα και με επικίνδυνο για τους άλλους τρόπο κάθε φορά που θα τα βρουν μπροστά τους. Ούτε ένα απλό και, γιατί όχι, αθώο ανέκδοτο δεν αντέχουν να ακούσουν χωρίς να αντιδράσουν βίαια και κατασταλτικά.

Παρά ταύτα όμως, και χωρίς να το θέλουν, χωρίς να το αντιλαμβάνονται ποτέ, σκορπίζουν πολλές φορές ολόγυρά τους άφθονο το γέλιο και τη θυμηδία, με τις πράξεις τους ή με τα λόγια τους, εκτός κι αν κάτι άλλο τους προλάβει. Βέβαια, δεν είναι πάντα όλα τα στελέχη των αυταρχικών καθεστώτων αυτής της ποιότητας άνθρωποι, οφείλω να το τονίσω αυτό, υπάρχουν πολλές φορές και έξυπνοι στην υπηρεσία τους, για διάφορους λόγους ο καθένας από αυτούς, άλλοι συνειδητοί υπερασπιστές της ιδεολογίας τους, των συμφερόντων τους, δογματικοί μέχρι εκεί που δεν παίρνει άλλο, και κάποιοι αδύναμοι που δε μπορούν να αρνηθούν τίποτα, αμήχανοι που έχουν όμως την αίσθηση του γελοίου, αλλά η σκοπιμότητα τους επιβάλλει να γίνονται απηνείς διώκτες κάθε ανθρώπου που γελάει. Αυτοί είναι, κατά τη γνώμη μου, και οι πλέον επικίνδυνοι όλων.

Το γέλιο λοιπόν θεωρείται και είναι βέβαια μία βραδυφλεγής βόμβα στα θεμέλια και τη σταθερότητα αυτών των καθεστώτων, αλλά γενικά και στα θεμέλια κάθε εξουσίας, οιασδήποτε μορφής. Όταν ένας καταπιεσμένος, ένας εξευτελισμένος από τους κυρίαρχους λαός, αρχίζει να γελάει ομαδικά και ελεύθερα, με ένα αδιόρατο χαμόγελο στην αρχή, μία πονεμένη πλην χαρούμενη σύσπαση του προσώπου, που σιγά-σιγά μεγαλώνει και απλώνεται στο τέλος σε ολόκληρο το πρόσωπο, ύστερα σε ολόκληρο το κορμί, τότε μεταδίδεται αμέσως σαν μολυσματική ασθένεια από τον ένα στον άλλο, με την ταχύτητα αστραπής θα έλεγα, τότε λοιπόν να είστε σίγουροι ότι καμία τυραννία, καμία εξουσία, καμία ιδεολογία δεν έχει τη δύναμη να αντέξει για πολύ ακόμη και πέφτει από αυτήν την καταστροφική πίεση του γέλιου.

Δεν είναι καθόλου τυχαίο λοιπόν που ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά του ελεύθερου, του αντιστασιακού πνεύματος είναι η τάση για τη διακωμώδηση του πολιτικού φαινομένου και των πολιτικών και για το λόγο αυτό οι κωμικοί, οι σατιρικοί ποιητές και συγγραφείς είναι ανεπιθύμητοι ακόμη και σε δημοκρατικά καθεστώτα. Δεν τους επιτρέπεται να ανθίσουν [πουθενά και στα καθεστώτα βίας συνήθως καρατομούνται.

Μία περιγραφή του φαινομένου μπορεί να μας πει ότι πραγματικά ελεύθερο πνεύμα έχει εκείνος που έχει πλήρη αίσθηση του γελοίου, έντονη αίσθηση λεπτής, κρυφής, ή φανερής ειρωνείας και μπορεί να νιώσει όλες τις λεπτές αποχρώσεις της καθημερινής γελοιότητας και του προσποιητού μεγαλείου των ηγητόρων στις δημόσιες εμφανίσεις τους, να τις απομονώσουν και να τις γυμνώσουν, όπως ο ήρωας του Αριστοφάνη την Ειρήνη στην ομώνυμη κωμωδία του, κι έτσι, λαμπερές και απαστράπτουσες, να τις ανεβάσουν στο πιο ψηλό σημείο της επικράτειας, ώστε να τις δουν όλοι και να σκορπίσει, εν ριπή οφθαλμού, το γέλιο στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα και να ανατραπεί το καθεστώς της βίας. Γιατί το γέλιο είναι ανατρεπτικό κι όταν ο ηγήτορας γελοιοποιηθεί μια φορά, τότε είναι χαμένος για πάντα, όσο κι αν είναι γάιδαρος με περικεφαλαία.

Δεν θα φύγει ποτέ από τη μνήμη μου ένα χαρακτηριστικό επεισόδιο σε κεντρικό θέατρο των Αθηνών τον καιρό της τελευταίας δικτατορίας. Για την ακρίβεια λίγο πριν από το τραγικό για τη χώρα τέλος της. Παιζόταν κάποιο νεοελληνικό έργο, δεν θυμάμαι πια ποιο ακριβώς, εκ πρώτης όψεως άσχετο με την πολιτική κατάσταση της εποχής εκείνης, κατά βάθος όμως όχι, αφού μιλούσε για βία, καταστολή και άλλα σχετικά πράγματα καθημερινής πρακτικής του καθεστώτος. Ξαφνικά ο ένας ηθοποιός, δύο ήταν στη σκηνή, διαπιστώνει ότι τους παρακολουθούν δύο χαφιέδες ή μπάτσοι με πολιτικά που στέκονταν όρθιοι στην τελευταία σειρά των καθισμάτων, προφανώς για να μη χάσουν τίποτα, και επέβλεπαν σαν επόπτες την παράσταση.

-Νάτος ο χαφιές που σου έλεγα, λέει ο ένας ηθοποιός στον άλλο, κλείνοντας ταυτόχρονα με νόημα το μάτι στους θεατές, νάτος, εκεί στα τελευταία καθίσματα, όρθιος, ο κώλος του θα έχει αιμορροΐδες, γι’ αυτό δεν κάθεται. Δέστε τον όλοι!

-Θα έχει μάθει το έργο απέξω κι ανακατωτά τόσες φορές που το έχει δει, του αποκρίθηκε με ετοιμότητα ο δεύτερος ηθοποιός. Τον βλέπω κάθε μέρα εκεί, στην ίδια θέση. Ίσως να τον χρησιμοποιήσουμε ως υποβολέα.

Τα λόγια που αντάλλαξαν μεταξύ τους οι δύο ηθοποιοί δεν ήταν μέρος του έργου που παιζόταν, έγιναν όμως μέρος του από εκείνη την ημέρα και ακούγονταν σε κάθε παράσταση, παρόλο που οι δύο χαφιέδες δεν ξαναφάνηκαν ποτέ σε αυτό το θέατρο. Ίσως τους αντικατέστησαν κάποιοι άλλοι που μπλέκονταν όμως με τους υπόλοιπους θεατές για να μη δίνουν στόχο. Οι θεατές όμως, κάθε βράδυ, στο άκουσμα αυτών των φράσεων, σαν να ήταν συνεννοημένοι από πριν, έστρεφαν το κεφάλι τους στο σημείο που έδειχνε ο ηθοποιός, σαν να συμμετείχαν κι αυτοί στην παράσταση.

Το τι γέλιο έπεσε εκείνο το βράδυ ως το τέλος της παράστασης δεν υπάρχουν λόγια για να περιγραφεί. Δεν ξέρω ποιες ήταν οι συνέπειες για το θέατρο λόγω αυτού του γεγονότος, το έργο όμως συνεχίστηκε να παίζεται με μεγάλη επιτυχία ως το τέλος του χρόνου, ενώ το καθεστώς, ζώντας πραγματικά τις τελευταίες ημέρες της ύπαρξής του, δεν τόλμησε να τις διακόψει ποτέ, για να μην γελοιοποιηθεί, ίσως.

Το γέλιο στους πανεπιστημιακούς χώρους ήταν στην ημερήσια διάταξη εκείνα τα χρόνια της δικτατορίας. Τα περισσότερα πολιτικά ανέκδοτα εκεί γεννιούνταν και σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα έκαναν το γύρο της χώρας από αυτί σε αυτί. Ο πιο χαρακτηριστικός τύπος που καθημερινά σκάρωνε ή διέδιδε τα δικά του και των άλλων που άκουγε και γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο τον παρακολουθούσε συνεχώς και αδιαλείπτως το Σπουδαστικό, αλλά ποτέ δε μπόρεσαν να αποδείξουν τίποτα που να φανερώνει την ενοχή του, τόσο προσεκτικός ήταν, κι εκείνοι άχρηστοι, αυτός ήταν λοιπόν ο Θύμιος, φοιτητής του Φιλολογικού.

Ο Θύμιος μας έλεγε σχεδόν κάθε μέρα και από ένα ανέκδοτο, που αμέσως έκανε το γύρο του Πανεπιστημίου κι αργότερα ολόκληρης της επικράτειας και κανείς δεν κατάφερε ποτέ, έτσι όπως γινόταν η διακίνησή του, να πει με βεβαιότητα ότι αυτός ήταν ο δημιουργός του ή ο διακινητής του. Όταν όμως έσφιγγαν τα πράγματα, κυρίως όταν γινόταν κάπως απρόσεκτος και υπήρχε κίνδυνος να συλληφθεί, τότε εξαφανιζόταν για λίγες ημέρες, μέχρι να ξεχαστεί κάπως το πράγμα κι ύστερα, όταν ένιωθε αρκετά ασφαλής, εμφανιζόταν και πάλι μαζί με τη νέα σοδειά του, αλλά ποτέ δεν μας τα έλεγε όλα μαζί, αλλά ένα κάθε ημέρα. Αυτή ήταν η ιδιορρυθμία του. Θα έλεγε κανείς ότι κάποια υπέρτερη δύναμη τον καθοδηγούσε σε αυτή τη δουλειά, ενώ τα μαθήματα τα είχε ψιλοπαρατήσει. Αποτελούσαν μονάχα το άλλοθί του, γι’ αυτό πού και πού έμπαινε σε καμία αίθουσα όπου μπορούσε να ψιθυρίζει τα καινούργια ανέκδοτα χωρίς να φοβάται ότι θα γίνει αμέσως αντιληπτός από τα ζωντόβολα του Σπουδαστικού.

Για να πάρετε μία ιδέα για το ύφος και την ποιότητα των ανεκδότων που έλεγε θα σας αφηγηθώ ένα που θυμάμαι αυτή τη στιγμή, γιατί τα περισσότερα τα έχω ξεχάσει. Δεν ξέρω αν το σκάρωσε ο ίδιος, ή το άκουσε κάπου και το μετέδωσε αμέσως σε ολόκληρη τη χώρα, όμως ήταν το ανέκδοτο με τη μεγαλύτερη επιτυχία, που το άκουγες σε κάθε γωνιά της πατρίδας μας.

Πέθανε, έλεγε, ο Γεώργιος Παπανδρέου και πάει κατευθείαν στον Παράδεισο, όπου σηκώνεται από το θρόνο του ο Θεός για να τον υποδεχτεί θερμά για όσα είχε προσφέρει στη χώρα του. Πεθαίνει ύστερα από λίγο ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, το ίδιο. Πεθαίνει, που λέτε, και ο δικτάτορας, τον παρουσιάζει με μια μικρή, αλλά θερμή, εισήγηση ο Άγιος Πέτρος στο Θεό, αλλά ψυχρή η υποδοχή από τον Μεγαλοδύναμο που τον καλωσόρισε χωρίς ν’ αφήσει ούτε στιγμή το θρόνο του δίνοντας ταυτόχρονα οδηγίες στον Άγιο για το πού θα τον εγκαταστήσει το νεοφερμένο. Έγιναν όλα έτσι όπως είπε ο Πανάγαθος κι ο Άγιος επέστρεψε κοντά του, παραξενεμένος με αυτή Του τη συμπεριφορά.

«Τι γίνεται Πανάγαθε Πατέρα», τον ρώτησε, «αυτόν που μας αγάπαγε περισσότερο από όλους, Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών, θυμάσαι…», δεν πρόλαβε να τελειώσει το λόγο του ο Άγιος, «για βλάκα με πέρασες Πέτρο», του είπε, «Ήθελες να σηκωθώ από το θρόνο μου και να καθίσει αυτός, όπως στην πρωθυπουργία της Ελλάδας και να μην μπορεί να τον σηκώσει κανείς;»

Τα γέλια που κάναμε με αυτό το ανέκδοτο ήταν πολλά, αλλά στο τέλος μας βγήκαν ξινά. Κληθήκαμε, όλη η παρέα των παγκακιστών, στο Σπουδαστικό της Γενικής Ασφάλειας Αθηνών, όπου, μετά από μία ανεπιτυχή, αφού δεν υπήρχε τίποτα στην πραγματικότητα για να ανακαλύψουν, ανάκριση μας άφησαν ελεύθερους, αφού πρώτα μας έκαναν τις δέουσες συστάσεις:

«Να μελετάτε καθημερινά και να μην ασχολείστε με θέματα που δεν έχουν να κάνουν με τις σπουδές σας και, το σπουδαιότερο, να παρακολουθείτε καθημερινά τα μαθήματά σας». Την ώρα που φεύγαμε μάλιστα μας έριξαν και την προγραμματισμένη απειλή, ότι θα μας συλλάβουν αμέσως αν διαπιστώσουν ότι ενεργούμε αντίθετα προς τα εθνικά συμφέροντα και τότε αλλοίμονό μας. Ομολογώ ότι τα χρειαστήκαμε κάπως, αφού οι περισσότεροι δεν είχαμε πατήσει άλλη φορά το πόδι μας σε εκείνο το γραφείο για το οποίο έφταναν τόσα κάθε φορά στα αυτιά μας.

Τότε ήταν που μία φαεινή ιδέα, κατά βάθος όμως ανόητη, σφηνώθηκε στο μυαλό μας. Είχαμε τη συνήθεια να περνάμε πολλές ώρες κάθε μέρα στους διαδρόμους της σχολής για να συζητάμε, να ξεκουραζόμαστε, να φλερτάρουμε, να αστειευόμαστε. Σπάνια μπαίναμε και στο μάθημα, όταν η παράδοση ή, καλύτερα, ο καθηγητής παρουσίαζε κάποιο ενδιαφέρον, ή η παρακολούθηση ήταν υποχρεωτική.

«Να εμφανίσουμε ένα σύλλογο», είπε κάποιος, δεν θυμάμαι τώρα ποιος, για να αστειευτεί σε μια εποχή που είχε απαγορευτεί η λειτουργία των συλλόγων, «το σύλλογο των παγκακιστών», συνέχισε χαμογελώντας. Η πρόταση εγκρίθηκε αμέσως, με απόλυτη πλειοψηφία, τη βρήκαμε όλοι θαυμάσια και ο Θύμιος, χωρίς να ψιλοκοσκινίσει την κατάσταση, ανέλαβε να γράψει την πρώτη ανακοίνωση του νεοσύστατου, δήθεν, συλλόγου των παγκακιστών. Συνέταξε, λοιπόν, μια ανακοίνωση που θα τη ζήλευαν επαγγελματίες επαναστάτες, με σχόλια για την κατάσταση, με χιούμορ, αλλά με κόκκινο μελάνι και την καρφίτσωσε, παίρνοντας όλα τα προφυλακτικά μέτρα που ήταν απαραίτητα στον πίνακα των ανακοινώσεων των φοιτητών και περίμενε τις αντιδράσεις.

Αυτό ήταν! Η μεγάλη καταστροφή! Το Σπουδαστικό ξύπνησε αμέσως από το βαθύ λήθαργο στον οποίο είχε περιπέσει κι ανέλαβε δράση την ίδια στιγμή, επιστρατεύοντας και όλους τους χαφιέδες. Φώναξαν γραφολόγους, ο Θύμιος όμως δεν την είχε γράψει με το χέρι του, αλλά την είχε αναθέσει σε κάποιον άσχετο που δεν ήταν δυνατόν να εντοπιστεί, κουβάλησαν ψυχολόγους, πολιτικούς αναλυτές, σοβιετολόγους, αλλά το αποτέλεσμα μηδέν.

-Ακούς εκεί παγκακιστές, έλεγαν μεταξύ τους οι χαραμοφάηδες του Σπουδαστικού, «τι σύλλογος είναι αυτός; Θα θέλουν να πουν παγκάκιστοι, δεν εξηγείται αλλιώς το πράμα, που πάει να πει ότι είναι κάποια νεοσύστατη ομάδα σατανιστών, ή, αν κρίνουμε από το κόκκινο μελάνι κι ότι είναι περιοχή φοιτητών εδώ, τότε πρόκειται για κομμουνιστές. Κομμουνιστικός σύλλογος μπροστά στα μάτια μας κι εμείς δεν πήραμε είδηση τίποτα!

Το μόνο που δεν σκέφτηκαν βέβαια ήταν η στενή σχέση της λέξης με το παγκάκι. Λέξη δημιούργημα της στιγμής, που δεν ήταν γραμμένη σε κανένα λεξικό εκείνη την εποχή. Για σήμερα δεν ξέρω, δεν το έχω ψάξει. Μία τέτοια συσχέτιση των παγκακιστών με το παγκάκι δε μπορούσε να την κάνει κανένας εκτός από εμάς που τη δημιουργήσαμε, κι αν βρισκόταν κάποιος έξυπνος και με χιούμορ, των αδυνάτων αδύνατο, θα την απέρριπταν, γιατί δεν προσφερόταν για δράση αστυνομική. Φως φανάρι λοιπόν πως ήταν κάτι πολύ κακό που έπρεπε να καταστραφεί εν τη γενέσει του.

Θορυβήθηκαν οι αστυφύλακες, κάποια μεγάλη κομμουνιστική οργάνωση ήταν ήδη στα σκαριά, κι έπρεπε να κάνουν κάτι για να μη διασαλευτεί η τάξη και η ηρεμία των πανεπιστημίων, γιατί οι συνέπειες θα ήταν απρόβλεπτες μετά. Έτσι άρχισαν αμέσως οι αθρόες συλλήψεις φοιτητών που υποβάλλονταν σε μαρτύρια καθημερινά για να μαρτυρήσουν το έγκλημα που δεν έκαναν, κρατούνταν για λίγο καιρό στα δεσμωτήρια, κι εγώ δυο βδομάδες περίπου, αλλά κανείς δε μίλησε από όσους ήξεραν, τι να έλεγαν άλλωστε, ότι η υπόθεση ήταν ένα αστείο της στιγμής και μόνο! Ποιος θα τους πίστευε;

Τελικά μας άφησαν όλους ελεύθερους. Στο Θύμιο όμως έβγαλαν το άχτι τους, όλη την οργή που είχαν μαζέψει μέσα τους όλο αυτό τον καιρό της ανικανότητάς τους, όλα τα συμπλέγματα που είχαν κατακλύσει το είναι τους, όλη τη μανία για τον εξευτελισμό που ένιωθαν. Τον κράτησαν δυο χρόνια στην απομόνωση κι όταν τον άφησαν ελεύθερο, ο Θύμιος ήταν η σκιά του παλιού του εαυτού, είχε ξεχάσει ο δύστυχος ακόμη και πώς γελάνε, αυτός που μια ολόκληρη ζωή ζούσε μόνο για το γέλιο, το σύστημα, με τους μηχανισμούς που διέθετε, κατόρθωσε να τον συντρίψει, να του αλλοιώσει, να του καταστρέψει την προσωπικότητα ανεπανόρθωτα. Ο Θύμιος δεν ήταν πια αυτός που ξέραμε, ήταν ένα φυτό που έσερνε τα βήματά του δίχως σκοπό κι όταν τον βλέπαμε το γέλιο χανόταν εντελώς από το πρόσωπό μας. Τελικά το καθεστώς μας είχε συντρίψει όλους.

Αυτή η ιστορία όμως, παρά την τραγική της κατάληξη, είχε και ένα θετικό αποτέλεσμα, γιατί τότε καταλάβαμε πραγματικά, οι περισσότεροι από εμάς, τι ήταν ακριβώς η δικτατορία και οι μηχανισμοί της, κι οργανωθήκαμε σιγά-σιγά σε καινούργια αντιστασιακά σωματεία με την ελπίδα ότι θα γκρεμίζαμε κάποια στιγμή το σαθρό εκείνο καθεστώς. Τώρα πια το πράγμα δεν ήταν ένα παιχνίδι της νιότης, αλλά κάτι σοβαρότερο.

Το Θύμιο δεν τον ξαναείδαμε ποτέ μετά το τέλος των σπουδών μας που συνέπεσε με το τέλος της δικτατορίας. Ούτε μάθαμε ποτέ τίποτα γι’ αυτόν, μετά από τόσα χρόνια που πέρασαν. Δεν το επιδιώξαμε άλλωστε, ίσως γιατί θα βλέπαμε στο πρόσωπό του το άγρυπνο βλέμμα της συνείδησης που μας επίπληττε συχνά για τις φοιτητικές μας βλακείες που, κακή η αλήθεια, ήταν αυτές που τον οδήγησαν σε αυτή την κατάσταση. Εμείς περάσαμε σχετικά εύκολα, παρά τις κάποιες αντιξοότητες, τον κάβο του παγκακισμού και επιβιώσαμε, ενώ ο Θύμιος τα πλήρωσε όλα ακριβά.

The following two tabs change content below.

ΑΝΔΡΕΑΣ ΦΟΥΣΚΑΡΙΝΗΣ

Ο Ανδρέας Φουσκαρίνης σπούδασε Ιστορία και Αρχαιολογία στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας και εργάστηκε για 36 έτη στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές: «Πρελούντιο» (1980), «Συμπληγάδες Πέτρες και άλλα συναφή» (1982), «Περικαλλείς διηγήσεις Χριστοφόρου του Πατζινακίτου» (1983). Επίσης, την «Ανθολογία Ηλείων Λογοτεχνών», 1981 με τη συνεργασία των: Γιώργου Γώτη και Διονύση Κράγκαρη, τη μελέτη : «Η ανολοκλήρωτη κοινωνία του Μεσοπολέμου στο βιβλίο του Δημήτρη Χατζή: Το Τέλος της Μικρής μας Πόλης» (1990), την ποιητική συλλογή «Φρυκτωρίες» (2010) και τον τόμο «Άνθη της Εσπερίας» (1994) που περιλαμβάνει μεταφράσεις ποιημάτων των Έλιοτ, Πάουντ, Πρεβέ, Απολλιναίρ, Πλαθ, Λήβι, Αρχίλοχου του Πάριου και άλλων. Έχει συνεργαστεί στην έκδοση των περιοδικών: «Ανδρέας Καρκαβίτσας» και «Διάλογος» της Μορφωτικής Ένωσης Λεχαινών, «Εκ Παραδρομής» της Πολιτιστικής Εταιρίας «Φράγμα» και «Δροσελή» της Κίνησης των Πολιτών για την Οικολογία και το Περιβάλλον των Λεχαινών

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή