Οι τρεις αδελφές

by Times Newsroom 1

Του ΚΟΝΣΤΑΝΤΙΝ ΣΤΑΝΙΣΛΑΒΣΚΙ

Τώρα, αφού πέτυχαν και τα δυο έργα του Τσέχωφ, ο θίασός μας δεν μπορούσε να συνεχίσει χωρίς ένα νέο έργο απ’ τη δική του πένα. Η τύχη μας βρισκόταν στα χέρια του. Αν μας έδινε ένα έργο, θα βγάζαμε ακόμα μια σαιζόν, αν όχι, τότε το θέατρό μας θα έχανε όλο του το κύρος. Δείχναμε φυσικά πολύ ενδιαφέρον για τον τρόπο, που δούλευε. Τα τελευταία νέα για κείνον τα μάθαμε από την Όλγα Κνίππερ. Απορούσαμε, πώς τα ήξερε όλα τόσο καλά, γιατί μιλούσε τόσο συχνά για την υγεία του, για τον καιρό στην Κριμαία, για την πορεία της δουλειάς του στο καινούργιο έργο, για το αν θα ’ρθει ή όχι ο Τσέχωφ στη Μόσχα. Και κάποτε:

– Αχά, είπαμε: “Ο Πιοτρ Ιβάνοβιτς κι εγώ…”*.

Άντον Τσέχωφ, «Το στοίχημα»

Τέλος, για μεγάλη μας χαρά, ο Άντον Παύλοβιτς μας έστειλε την πρώτη πράξη από το νέο του έργο, ατιτλοφόρητο ακόμα. Ύστερα έφτασε κι η δεύτερη κι η τρίτη. Έλειπε μόνο η τελευταία. Μαζί μ’ αυτήν έφτασε κι ο Τσέχωφ κι έτσι ορίσαμε μια μέρα για την ανάγνωση του έργου, που θα την παρακολουθούσε κι ο συγγραφέας. Στρώσαμε ένα μεγάλο τραπέζι στο φουαγιέ του θεάτρου, και κάθισαν όλοι τριγύρω, με το συγγραφέα και τους σκηνοθέτες στο κέντρο. Ήταν εκεί όλος ο θίασος κι ακόμα οι ταξιθέτες, μερικοί μηχανικοί, κι ένας ή δυο ράφτες. Νιώθαμε χαρούμενοι όλοι μας. Ο συγγραφέας φαινόταν ταραγμένος και σα να μην αισθανόταν καλά στην προεδρική θέση, που τον βάλαμε. Κάθε τόσο πεταγόταν ορθός και πηγαινοερχόταν, ιδιαίτερα στα σημεία εκείνα, που, κατά τη γνώμη του, ο διάλογος ψεύτιζε ή έπαιρνε στραβή κατεύθυνση. Στη συζήτηση για το έργο, άλλοι το ονομάσαμε δράμα, άλλοι και τραγωδία ακόμα, χωρίς να προσέξουμε πως αυτοί οι χαρακτηρισμοί προκαλούσαν μεγάλη απορία στον Τσέχωφ. Ένας απ’ τους ομιλητές, με έντονη ανατολίτικη προφορά και φανερή την προσπάθεια να θαμπώσει με την ευφράδειά του, άρχισε να λέει τις εντυπώσεις του με πάθος και με το κοινό λεξιλόγιο του ξεσκολισμένου πια ρήτορα:

– Μολονότι δεν συμφωνώ καταρχήν με το συγγραφέα, εντούτοις…

Αυτό το “καταρχήν” δεν μπόρεσε να το αντέξει ο Άντον Παύλοβιτς. Το ’σκασε κρυφά. Εμείς δεν καταλάβαμε τι έγινε κι όταν είδαμε πως έλειπε, φανταστήκαμε πως δε θα αισθανόταν καλά. Μετά τη συγκέντρωση πήγα στο σπίτι του, όπου τον βρήκα, όχι μόνο αποθαρρυμένο και πληγωμένο, αλλά και θυμωμένο. Δε θυμούμαι να τον ξαναείδα ποτέ σε τέτοιο θυμό.

– Είν’ ανυπόφορο! Ακούς “καταρχήν”!… ξέσπασε παρασταίνοντας το ρήτορα.

Η κοινότοπη έκφραση θα νεύριασε τον Άντον Παύλοβιτς. Μα ο πραγματικός λόγος ήταν ότι εκείνος νόμιζε πως έγραψε μια κωμωδία γεμάτη κέφι κι εμείς πήραμε όλοι το έργο για τραγωδία και κλαίγαμε στην ανάγνωσή του. Πίστευε, λοιπόν, πως το έργο του παρεξηγήθηκε και πως ήταν κιόλας καταδικασμένο σε αποτυχία.

Η σκηνοθετική δουλειά άρχισε. Κατά τα καθιερωμένα, ο Νεμίροβιτς-Νταντσένκο πρόσφερε τη συμβολή του σε ό,τι σχετιζόταν με το κείμενο κι εγώ έγραψα μια λεπτομερειακή “απόδοσή” του στη Σκηνή – πού θα πάει κάθε ηθοποιός και γιατί, τι πρέπει να αισθάνεται, τι πρέπει να κάνει, ποια θα είναι η έκφρασή του κ.τ.λ.

Οι ηθοποιοί δούλευαν με ενθουσιασμό. Κάναμε πρόβες κανονικά, όλα φαίνονταν καθαρά, ξάστερα, αληθινά, κι όμως το έργο δεν είχε ζωή, ήταν άδειο φαινόταν κουραστικό και πολύ μεγάλο. Κάτι έλειπε. Πόσο βασανίζεται κανείς, αναζητώντας αυτό το κάτι, χωρίς να ξέρει τι ζητάει. Τέλειωνε η προετοιμασία, χρειαζότααν να αρχίσει η διαφήμιση, όμως, αν ανεβάζαμε το έργο με τη μορφή που είχε πάρει ώς τότε, φοβόμαστε σίγουρη αποτυχία. Και μολαταύτα το νιώθαμε, πως ορισμένα στοιχεία του υπόσχονταν μεγάλη επιτυχία, πως το έργο τα είχε όλα, εκτός από κείνο το μαγικό κάτι. Μαζευόμαστε κάθε μερα, συνεχίζαμε την πρόβα, ώσπου μας έπιανε απελπισία, και την άλλη μέρα είχαμε νέα συγκέντρωση, με αποτέλεσμα πάλι την απελπισία.

– Να σας πω λοιπόν εγώ τι γίνεται, έβγαλε ξαφνικά κάποιος το συμπέρασμα. Το ρίχνουμε πολύ στη φιλοσοφία, το παρατραβάμε, παίζουμε βαριά. Πρέπει να το πάρουμε πιο ελαφριά, να το παίξουμε με γοργό ρυθμό, όπως στη μουσική κωμωδία.

Αρχίσαμε να παίζουμε πιο γοργά, δηλαδή προσπαθούσαμε να λέμε τα λόγια μας και να κάνουμε τις κινήσεις μας γρήγορα κι έτσι αναγκαζόμαστε να κατατσαλακώνουμε μέσα σε στενά χρονικά όρια τη δράση και να χάνουμε ένα μέρος απ’ το διάλογο. Αποτέλεσμα: το έργο έγινε χειρότερο και πιο κουραστικό. Δυσκολευόταν κανείς να καταλάβει τι γίνεται πάνω στη Σκηνή και τι λένε οι ηθοποιοί.

Ένα βράδυ, καθώς βασανιζόμασττε πάλι σε μια πρόβα, οι ηθοποιοί σταμάτησαν στη μέση του έργου, έπαψαν να παίζουν, δεν έβλεπαν κανένα νόημα στη δουλειά τους. Δεν είχαν πια καθόλου εμπιστοσύνη ο ένας στον άλλον, ούτε στο σκηνοθέτη τους. Κατάρρευση δηλαδή, που φέρνει κατά κανόνα σε πλήρη απώλεια του ηθικού. Δυο τρεις γλόμποι μονάχα ψευτοφώτιζαν σαν κεράκια το θέατρο. Καθόμαστε κατσουφιασμένοι, καθένας στη γωνιά του. Μας κυρίεψε αγωνία και απελπισία. Κάποιος άρχισε να ξύνει νευρικά το κάθισμά του. Το τρίξιμο θύμιζε ποντίκι. Μου έφερε στο νου το σπίτι, ένιωσα κάποια ζεστασιά μέσα μου, είδα την αλήθεια, τη ζωή, άρχισε να δουλεύει μέσα μου η διαίσθηση. Μα ίσως πάλι αυτό το γρατσούνισμα του ποντικού και το σκοτάδι και η αμηχανία να είχαν κάποια σημασία για μένα στη ζωή, μια σημασία, που ούτ’ εγώ ο ίδιος δεν την καταλάβαινα. Ποιος μπορεί να χαράξει με σιγουριά το δρόμο, που φτάνει ώς το δημιουργικό υπερσυνείδητο;

Άρχισα να συνέρχομαι. Καταλάβαινα τώρα, τι έπρεπε να δείξω στους ηθοποιούς. Σα να ζεστάθηκε ξαφνικά η Σκηνή. Ζωντάνευαν πάλι εκεί πάνω οι άνθρωποι του Τσέχωφ. Δε χαίρονται αυτοί να κολυμπούν μέσα στη θλίψη τους. Ίσα-ίσα, ζητούν το γέλιο, τη χαρά, το κέφι. Θέλουν να ζήσουν, όχι να φυτοζωούν. Ένιωσα την αλήθεια που έχουν μέσα τους οι Τσεχωφικοί ήρωες· αυτό μου έδωσε κουράγιο κι έβλεπα πια τι πρέπει να γίνει.

Ξαναπιάσαμε την πρόβα και δουλέψαμε όλοι με ενθουσιασμό. Μονάχα η Όλγα Κνίππερ δυσκολευόταν ακόμη κάπως με το ρόλο της, τη Μάσα κι ο Νεμίροβιτς-Νταντσένκο την καθοδηγούσε. Τέλος, σε κάποια πρόβα, σα να μπήκε κάποιο φως στην ψυχή της κι άρχισε να προχωρεί θαυμάσια.

Ο δόλιος ο Άντον Παύλοβιτς δεν περίμενε την πρεμιέρα του. Έφυγε από τη Ρωσία, προβάλλοντας για δικαιολογία την κακή του υγεία. Νομίζω πως άλλος ήταν ο λόγος: η αγωνία του για το έργο. Η υποψία μού γεννήθηκε από το γεγονός πως ο συγγραφέας δε μας άφησε μια διεύθυνση, για να τον πληροφορήσουμε, πώς υποδέχτηκε το κοινό το έργο του. Ούτε η Όλγα Κνίππερ, δεν ήξερε, πού πήγε εκείνος. Ενώ μυριζόμαστε πως…

Μα ο Τσέχωφ είχε αφήσει τον “τοποτηρητή” του, έναν πολύ συμπαθητικό συνταγματάρχη, για να φροντίσει να μη γίνουν λάθη στον τρόπο που θα παρουσιάζαμε τη στρατιωτική ζωή, στα φερσίματα και στη στάση των αξιωματικών στο έργο, στις λεπτομέρειες της στολής τους κ.τ.λ. Πολύ πρόσεχε ο Άντον Παύλοβιτς αυτές τις λεπτομέρειες, γιατί διαδόθηκε πως το έργο του χτυπούσε το στρατό και αυτό προκάλεσε στους στρατιωτικούς ταραχή, μεγάλη ανησυχία και εχθρότητα. Ούτε πέρασε από το νου τού Τσέχωφ να πληγώσει την περηφάνια των στρατιωτικών. Εκείνος ίσα-ίσα είχε πάντα την καλύτερη γνώμη για τις ένοπλες δυνάμεις, προπαντός για τους άντρες του στρατού, γιατί τους θεωρούσε φορείς μιας εκπολιτιστικής αποστολής, αφού αυτοί φέρνουν μαζί τους ώς τις πιο μακρινές γωνιές της επαρχίας τα νέα αιτήματα για τη ζωή, για τη μάθηση, την τέχνη, την ευτυχία και τη χαρά.

Θέλω να διηγηθώ ένα περιστατικό πολύ χαρακτηριστικό για τον Τσέχωφ. Στις τελευταίες γενικές δοκιμές, λάβαμε ένα γράμμα του, πάντα χωρίς διεύθυνση δική του. Μας έγραφε: “Σβήστε όλη την τιράντα του Αντρέι και αντικαταστήστε την με τη φράση: “Η σύζυγος είναι σύζυγος”. Στο πρώτο χειρόγραφο του έργου, ο Αντρέι έβγαζε έναν ωραιότατο λόγο και καθόριζε έξοχα τη φτήνια, που βλέπουμε σε πολλές Ρωσίδες: Πριν απ’ το γάμο, κρατούν ζωντανή μέσα τους κάποια ποίηση και κάποια θηλυκότητα. Μόλις παντρευτούν, δεν φορούν πια παρά τη ρόμπα του σπιτιού και τις παντούφλες τους ή ντύνονται πλούσια, μα χωρίς γούστο. Έτσι, με ρόμπα του σπιτιού και παντούφλες ντύνουν ακόμα και την ψυχή τους. Τι να πει κανείς για τέτοιες γυναίκες κι αξίζουν τάχα να μιλάει κανείς γι’ αυτές;

Η σύζυγος είναι σύζυγος”! Αυτή η μικρή φράση, όταν δοθεί με τον κατάλληλο τόνο από τον ηθοποιό, κλείνει μέσα της όλο το νόημα της τιράντας. Να ένα ακόμη παράδειγμα για τη σοφή και βαθιά λακωνικότητα του Τσέχωφ.

Στην πρεμιέρα, η πρώτη πράξη σημείωσε λαμπρή επιτυχία. Δείχνει τη διασκέδαση στα γενέθλια της Ιρίνας και τέλειωσε με πολλές “αυλαίες” (δεν τις είχαμε ακόμη καταργήσει). Αλλά στις άλλες πράξεις, καθώς και στην τελευταία, το χειροκρότημα ήταν τόσο πενιχρό, που μόλις κάναμε μια “αυλαία”. Πιστέψαμε κι εμείς πως απότυχε το έργο αυτό, που χρειάστηκε καιρό για να κατακτήσει το κοινό.

Αν το κρίνουμε όμως από το παίξιμο και τη σκηνοθεσία, θα έλεγα, πως στάθηκε ένα από τα καλύτερά μας έργα. Οι ηθοποιοί μας – Όλγα Κνίππερ, Μάρια Λίλινα, Μαργαρίτα Σαβίτσκαγια, Ιβάν Μόσκβιν, Βασίλι Κατσάλωφ, Βλαντίμιρ Γκιμπούνιν, Αλεξάντερ Βισνέβσκι, Λεοντίντ Γκρόμωφ (αργότερα γνωστός με το όνομα Λεονίντωφ), Αλεξάντερ Αρτιόμ, Βασίλι Λούζσκι και Μάρια Σαμάροβα – μπορούν πια να θεωρηθούν πραγματικά υποδειγματικοί ερμηνευτές και δημιουργοί των κλασικών ηρώων του Τσέχωφ. Πετυχημένη θεωρήθηκε κι η δική μου ερμηνεία στο ρόλο του Βερσίνιν, αν και εγώ δεν το πιστεύω, γιατί δεν ένιωσα τη συγκίνηση του ηθοποιού, όταν ζει το ρόλο που έχει πλάσει ο συγγραφέας.

Ο Τσέχωφ, όταν γύρισε, φανέρωσε την ικανοποίησή του για την ερμηνεία μας γενικά, λυπήθηκε όμως, γιατί τη σκηνή της πυρκαγιάς τη δώσαμε χωρίς καμπάνες και χωρίς τα στρατιωτικά σαλπίσματα, που χρειάζονταν. Δεν έπαυε να παραπονιέται γι’ αυτό. Του προτείναμε να κάνει ο ίδιος δοκιμές για τα ηχητικά εφφέ στη σκηνή της πυρκαγιάς και βάλαμε στη διάθεσή του όλες τις συσκευές του θεάτρου μας. Με χαρά δέχτηκε ο Τσέχωφ την ευκαιρία να παίξει κι αυτός, καταπιάστηκε ενθουσιασμένος με τη δουλειά κι έφτιαξε ένα μακρύν κατάλογο με τα κάθε λογής ηχητικά όργανα, που χρειαζόταν. Δεν ήθελα να τον ενοχλήσω, δεν πήγα λοιπόν στην πρόβα και δεν ήξερα τι έγινε.

Στην παράσταση, ο Τσέχωφ ήρθε, μετά τη σκηνή με την πυρκγιά, στο καμαρίνι μου και κάθισε αμίλητος στον καναπέ στη γωνιά. Απόρησα με τη σιωπή του, τον ρώτησα τι τρέχει, κι εκείνος είπε μόνο:

– Άκου, δεν είναι σωστό! Βρίζουν!

Μερικοί θεατές, καθισμένοι δίπλα στο θεωρείο του σκηνοθέτη, κριτικάριζαν αυστηρά το έργο, τους ηθοποιούς και όλο το θίασο. Όταν ξέσπασε η φασαρία με τα ηχητικά εφφέ για την πυρκαγιά, που εκείνοι δεν τα κατάλαβαν, έσκασαν στα γέλια και τα κορόιδευαν όλα, χωρίς να ξέρουν πως ο συγγραφέας του έργου και υπεύθυνος για τους ήχους καθόταν εκεί κοντά.

Αφού μου τα διηγήθηκε αυτά ο Τσέχωφ, ξέσπασε σ’ ένα χαρούμενο γέλιο, κι ύστερα τόν έπιασε τόσο δυνατός βήχας, που ανησύχησα φοβερά.

Αποτέλεσμα εικόνας για Κονσταντίν Στανισλάφσκι

  • Από το βιβλίο του Κονσταντίν Στανισλάβσκι “Η ζωή μου στην Τέχνη”. Μετάφραση: Άγγελος Νίκας. Εκδόσεις Γκόνης, 1980.

*Φράση από τον “Επιθεωρητή” του Γκόγκολ.

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή