Όλγκα Τοκάρτσουκ, κατά του εθνικισμού

by Times Newsroom 1

Τα τελευταία χρόνια η Πολωνή συγγραφέας έχει καθιερωθεί ως η πιο σημαντική λογοτεχνική φωνή στη χώρα της. Οι ειδικοί συμφωνούν πως θα είναι μια από τις βασικές διεκδικήτριες των επόμενων Βραβείων Νόμπελ. Η μορφή της αναγνωρίσιμη. Φιγούρα μινιόν, που φορά συνήθως μαύρα ρούχα και με τα χαρακτηριστικά «dreadlocks», τις μακριές κοτσίδες, να συναπαρτίζουν ένα σύνολο που έρχεται από τα παραμύθια. Οι κοτσίδες, όπως λέει η ίδια, δεν έρχονται ως γνώρισμα από την Αιθιοπική κουλτούρα του Χάιλε Σελάσιε, αλλά από την προχριστιανική παράδοση της Πολωνίας.

Εξάλλου αυτή είναι και η υπογραφή της Τοκάρτσουκ: Να κάνει ανασκαφές στις αθέατες πλευρές της εθνικής της ιστορίας και να τις προσαρμόζει στην διαλεκτική του σήμερα. Το έκτο της μυθιστόρημα με τίτλο, «Flights» (έρχεται προσεχώς από τις εκδόσεις Καστανιώτη), την έχει καταστήσει ευρεώς γνωστή. Η συγγραφέας το χαρακτηρίζει ως ένα «σταυροδρόμι μυθοπλασίας, ιστορίας, δοκιμίου και απομνημονευμάτων». Είμαστε μπροστά σ’ ένα γοητευτικό μυθιστόρημα, ένα επίμονο ταξίδι, όπου τα κεφάλαια ενώνονται με μια λέξη, μια εικόνα. Επιτρέποντας στους αναγνώστες να ανακαλύψουν τα μυστικά του περάσματα.

Η Τοκάρτσουκ αφηγείται την αρχική τύχη του μυθιστορήματος: «Όταν το πήγα πρώτη φορά στον εκδοτικό μου οίκο, εκείνοι μου το επέστρεψαν παραξενεμένοι, λέγοντας πως εδώ δεν βλέπουν κανένα μυθιστόρημα. Είχαν την εντύπωση ότι μπέδεψα τα αρχεία στον υπολογιστή μου!». Η θραυσματική αφήγηση φαίνεται πως ταιριάζει σε μια περιοχή όπου τα σύνορα της έχουν αλλάξει πολλές φορές και έχει κατοικηθεί από διάφορους πληθυσμούς: Πολωνούς, Ουκρανούς, Λιθουανούς, Εβραίους, Γερμανούς, Ρώσους κ.α. Η Πολωνία ήταν πάντα μια χώρα όσπου συνυπήρχαν πολλές κουλτούρες.

Πρόσφατα και συγκεκριμένα από το 2015 όπου το υπερσυντηρητικό κόμμα «Νόμος και Δικαιοσύνη» ήρθε στην εξουσία, επέβαλε μια αντιμεταναστευτική πολιτική, πάνω σε μια εθνικιστική πλατφόρμα. Η κυβέρνηση αρνείται να δεχτεί μετανάστες από την Βόρειο Αφρική και την Ασία, αρνείται τα δικαιώματα των ομοφυλοφίλων, ενώ δεν δέχεται καμία συζήτηση για την όποια συνεργασία Πολωνών με τους Ναζί κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Η Τοκάρτσουκ εδώ και χρόνια διώκεται για τις απόψεις της. Σε συνεντεύξεις της λέει ανοιχτά πως δεν υπάρχει αντιπολιτευτικός λόγος στη χώρα της και όποιος πάει ενάντια στην κυρίαρχη αφήγηση της κυβέρνησης κινδυνεύει με φυλάκιση.

Στον χώρο της λογοτεχνίας οι περιορισμοί και οι απαγορεύσεις παραμένουν ισχυρές. Για παράδειγμα δεν διδάσκονται ή είναι εξαφανισμένα τα βιβλία δυο σημαντικών διαννοουμένων,  του Βίτολντ Γκόμπροβιτς και του Μπρούνο Σουλτς. Στην ύλη του σχολείου μπαίνει ότι εξυπηρετεί την εθνική κληρονομιά της Πολωνίας όπως την αντιλαμβάνεται η κυβέρνηση. Η Τοκάρτσουκ ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για τη σχέση των Πολωνών με άλλες εθνότητες. Σ’αυτό συγκλίνει η τριπλή καταγωγή της. Οι πρόγονοί της περιλαμβάνουν Πολωνούς, Ουκρανούς και το αρχαίο έθνος των Ρουθενιανών και προέρχονται από την ιστορική περιοχή της Γαλιτσίνας ή Γαλικίας (ομόηχη με την περιοχή της Ισπανίας) στην βόρεια πλευρά των Καρπαθίων.

Μια περιοχή όπου ήταν πεδίο διεκδίκησης μεταξύ Πολωνών και Ουκρανών. Κοντινές ταυτότητες, μεγάλοι εγωϊσμοί. Εξορίες και μετακινήσεις. Έθνη με ρίζες βαθιές που έγιναν ντόμινο στα χέρια των μεγάλων δυνάμεων της περιοχής. Έτσι και η Τοκάρτσουκ μεγάλωσε σε αυτές τις διεκδικούμενες περιοχές, όπου η έννοια της «καθαρότητας» όπως την εννοοεί ο εθνικισμός, δεν υφίσταται. Η συγγραφέας γεννήθηκε το 1962 στην Κάτω Σιλεσία, ανάμεσα στην Γερμανική μειονότητα. Οι γονείς της δίδασκαν στο δημόσιο σχολείο της περιοχής και στόχος της ζωής τους ήταν να μορφώσουν τους φτωχούς χωριάτες.

Καθώς μεγάλωνε η Τοκάρτσουκ, σκεφτόταν ότι μάλλον είχε γεννηθεί σε μια φυλακή. Ό,τι την ενδιέφερε πραγματικά ήταν μακριά από το χωριό της και την Πολωνία γενικότερα: η ροκ μουσική, η τέχνη, οι χίπις, ο κινηματογράφος. Είχε ανάγκη όσο τίποτε άλλο να δραπετεύσει. Άρχισε να σπουδάζει ψυχολογία στο Πανεπιστήμιο της Βαρσοβίας. Οι πανεπιστημιακές κατοικίες χτίστηκαν προχείρως πάνω στα χαλάσματα του Εβραϊκού γκέτο. Στους δρόμους υπήρχαν ακόμη χωρίσματα από τα γερμανικά οχυρωματικά έργα του 1944, που κατέστρεψαν την πόλη. Βρισκόμαστε ήδη στις αρχές της δεκαετίας του ’80 και στο δεύτερο χρόνο σπουδών της Τοκάρτσουκ ξεσπούν σε όλη τη χώρα διαδηλώσεις και ταραχές. Η κυβέρνηση τότε, επιβάλλει στρατιωτικό νόμο.

«Ήταν πολύ σκληρό για ένα κορίτσι από την επαρχία», θυμάται η συγγραφέας. «Δεν υπήρχε τίποτε να αγοράσεις εκτός από ξύδι και μουστάρδα. Μια έρημος ανοιγόταν μπροστά μου. Η απελπισία έπνιγε τον αέρα που αναπνέαμε. Ο πεσιμισμός μεγάλωνε κάθε μέρα. Κανένας δεν πίστευε ότι θα καταρρεύσει τελικά η Σοβιετική Ένωση». Η Τοκάρτσουκ ειδικεύτηκε στην κλινική ψυχολογία και για ένα μεγάλο διάστημα δούλεψε με αλκοολικούς και ναρκομανείς. Όταν τα παράτησε ομολόγησε στον εαυτό της: «Είμαι πολύ νευρωτική για να είμαι θεραπεύτρια». Άρχισε να σπουδάζει αγγλική φιλολογία και έκανε ένα σωρό παράξενες δουλειές.

Το πρώτο της βιβλίο κυκλοφόρησε το 1993 και ήταν μια φιλοσοφική παραβολή τοποθετημένη στην Γαλλία του 17ουαιώνα. Η πρώτη της μεγάλη επιτυχία ήρθε από «Το Αρχέγονο και άλλοι καιροί» (μετάφραση: Αλεξάνδρα Δ. Ιωαννίδου, Καστανιώτης), με αληθοφανείς ιστορίες που άκουγε η μικρή Όλγκα από την γιαγιά της. Στη συνέχεια η Τοκάρτσουκ μετακομίζει προς τα πατρογονικά εδάφη στην Κάτω Σιλεσία και συγκλονίζεται από τις παραδόσεις του τόπου. Ο μαγικός ρεαλισμός της θα εμπεδωθεί και έτσι θα κυκλοφορήσει το «HouseofDay, HouseofNight» (αγγλική απόδοση του τίτλου). Στην διετία 1996–98, η συγγραφέας αρχίζει να κεφαλαιοποιεί το όνομα της. Μια νέα λογοτεχνική δύναμη αναδύεται στην κουρασμένη Ευρώπη.

Το έργο της αρχίζει και μεταφράζεται αθρόα, ενώ η ίδια ταξιδεύει ασταμάτητα στο εξωτερικό. Τα παιδιά της ενηλικιώνονται και ο γάμος της τελειώνει. Αρχίζει μέσα της να φουντώνει η ίδεα μιας οδοιπορίας που θα περιλαμβάνει την ιστορική διαδρομή της περιοχής της και τον εσωτερικό διάλογο που ανέπτυξε η ίδια όλα αυτά τα χρόνια. Όπως λέει η Τοκάρτσουκ «ένα ταξίδι με νεύρο, καθόλου γραμμικό και κυρίως επείγον». Άρχισε να μαζεύει πυρετικά σημειώσεις για ότι θα μεταμορφωνόταν αργότερα στο «Flights», αλλά η δομή του μυθιστρήματος της ήταν άγνωστη.

Η Τοκάρτσουκ προσέτρεξε στην σκέψη του ριζοσπάστη Φλαμανδού ανατόμου του 17ουαιώνα, Φίλιπ Βερχέιεν. Ο οποίος έγινε πασίγνωστος επειδή έδωσε στον Αχίλλειο τένοντα το όνομα του. Ο Βερχέιεν γνωστός πειραματιστής, έλεγε συνήθως: «Οφείλουμε να εξερευνήσουμε τον πόνο μας». Αυτή η φράση ξεκλείδωσε το σκεπτικό της Τοκάρτσουκ. Η ίδια μελετά πολύ και δεν το κρύβει. Όπως πραγματοποιεί και οι άπειρες επισκέψεις της σε ερευνητικά κέντρα. Την ενδιαφέρει πολύ η ιστορία της πατρίδας της τον 18οαιώνα, ο Εβραϊκός διαφωτισμός, ο μυστικισμός, οι θρησκείες, οι κοινωνικοπολιτικές όψεις της Κεντρικής Ευρώπης.

«Έχουμε μάθει από το σχολείο» σημειώνει η Τοκάρτσουκ, «πως είμαστε μια ανοιχτή, κυρίαρχη κοινωνία». Η ίδια το αμφισβητεί κάθετα αυτό: «Η ιστορία της Πολωνίας έχει όψεις αποικιοκρατικές, όπως και καταπίεσης των μειονοτήτων. Ιδιαίτερα των Εβραίων και των Σλαβόφωνων». Να ξεκαθαρίσουμε εδώ, πως η Τοκάρτσουκ είναι εναντίον της ορθοδοξίας, όπως αυτή εκδηλώνεται σε επίπεδο μαζικής κουλτούρας και εντός εθνικών ομάδων. Συμφωνεί με αιρετικές φωνές της πατρίδας της, πως τα σύνορα της χώρας της όχι μόνο δεν είναι σταθερά, αλλά είναι αποτέλεσμα εθνοκαθαρίσεων. Η Τοκάρτσουκ θεωρείται πλέον «προδότης» της χώρας της.

Δεν είναι τυχαίο πως «Τα βιβλία του Ιακώβ» συγκεφαλαιώνουν τις παραπάνω σκέψεις της, και απέφυγαν την εξοντωτική απαγόρευση στην Πολωνία, κυριολεκτικά την τελευταία στιγμή. «Σκεφτείτε τους ανθρώπους που ζουν στη Χιροσίμα σήμερα», μας καλεί να αναλογιστούμε η συγγραφέας. «Είναι πολύ πιθανό, να μην γνωρίζουν τι είχε συμβεί εκεί, πριν από δεκαετίες. Όμως αν ψάξεις…Κάθε μικρό κομματάκι αυτού το πλανήτη, μας κάνει και υποφέρουμε. Δεν υπάρχει καθαρή Πολωνική κουλτούρα δίχως την δραστική επίδραση των γειτονικών λαών και των Εβραίων. Όταν θέλουμε να εξαφανίσουμε αυτό που αποκαλείται μειονότητα, εξαφανίζουμε ένα μεγάλο μέρος της ταυτότητας μας. Κάθε κυρίαρχη κουλτούρα έχει συσπειρωθεί γύρω από αμυντικούς μηχανισμούς. Αλλιώς δεν θα μπορούσε να επιζήσει. Βολεύουν, άρα μπορούμε να ζήσουμε μακάριοι. Όμως δεν είναι καθόλου έτσι. Μπορεί να άφησα την ψυχιατρική, αλλά αρχίζω και γίνομαι ψυχοθεραπεύτρια του παρελθόντος μου».

Η Πολωνία, η χώρα που συνέχεια έτρεχε να ξεφύγει από κάτι. Από το παρελθόν της, από τις μειονότητες που υπήρξαν υπό διωγμό για δεκαετίες; Ίσως γι αυτό το λόγο ο Πολωνικός τίτλος του μυθιστορήματος «Flights», είναι «Bieguni», δηλαδή «Οι φυγάδες».

  • Απόσπασμα από συνέντευξη της Όλγκα Τοκάρτσουκ στο New Yorker
  • Πηγή: selides.kastaniotis.com

Στη χώρα μας, μέχρι στιγμής κυκλοφορεί μόνο ένα μυθιστόρημα της Τοκάρτσουκ, Το αρχέγονο και άλλοι καιροί (μτφρ. Αλεξάνδρα Δ. Ιωαννίδου, Εκδόσεις Καστανιώτη, 2017).

***********************************

Το γοητευτικό «Αρχέγονο» της Ολγκα Τοκάρτσουκ

Ενα ασυνήθιστο και εξαιρετικά γοητευτικό μυθιστόρημα μας έρχεται από την Πολωνία. Και η συγγραφέας του Ολγκα Τοκάρτσουκ μας προετοιμάζει γι’ αυτό από την αρχή: «Το Αρχέγονο» λέει «βρίσκεται στο κέντρο του σύμπαντος». «Αρχέγονο» είναι το όνομα ενός χωριού στην Πολωνία, όπου εκτυλίσσεται η υπόθεση αυτού του θαυμάσιου μυθιστορήματος, όπου σε μόλις 272 σελίδες η Τοκάρτσουκ μάς εξιστορεί τη ζωή δύο οικογενειών, των Νιεμπίσκι και των Μπόσκι, καλύπτοντας τρεις γενιές – και μια χρονική περίοδο που αρχίζει το 1914 και τελειώνει τη δεκαετία του 1980 με το κίνημα της «Αλληλεγγύης».

TO BHMA, 4 Αυγούστου 2017
Το γοητευτικό «Αρχέγονο» της Ολγκα Τοκάρτσουκ | tovima.gr
  • Ολγκα Τοκάρτσουκ
  • Το Αρχέγονο και άλλοι καιροί
  • Μετάφραση Αλεξάνδρα Ιωαννίδου.
  • Εκδόσεις Καστανιώτη, 2017, σελ. 272, τιμή 15,90 ευρώ

Ενα ασυνήθιστο και εξαιρετικά γοητευτικό μυθιστόρημα μας έρχεται από την Πολωνία. Και η συγγραφέας του Ολγκα Τοκάρτσουκ μας προετοιμάζει γι’ αυτό από την αρχή: «Το Αρχέγονο» λέει «βρίσκεται στο κέντρο του σύμπαντος». «Αρχέγονο» είναι το όνομα ενός χωριού στην Πολωνία, όπου εκτυλίσσεται η υπόθεση αυτού του θαυμάσιου μυθιστορήματος, όπου σε μόλις 272 σελίδες η Τοκάρτσουκ μάς εξιστορεί τη ζωή δύο οικογενειών, των Νιεμπίσκι και των Μπόσκι, καλύπτοντας τρεις γενιές – και μια χρονική περίοδο που αρχίζει το 1914 και τελειώνει τη δεκαετία του 1980 με το κίνημα της «Αλληλεγγύης».

Αφού το χωριό «βρίσκεται στο κέντρο του σύμπαντος», είναι επόμενο να το φυλάνε οι αρχάγγελοι Ραφαήλ, Γαβριήλ, Μιχαήλ και Ουριήλ. Ολοκληρώνοντας ωστόσο την ανάγνωση του βιβλίου καταλήγει κανείς στο συμπέρασμα ότι αυτό το χωριό, όπως το παρουσιάζει η συγγραφέας, δεν είναι παρά ένας μικρόκοσμος της Κεντρικής Ευρώπης.

Ποιοι είναι όμως οι «άλλοι καιροί» του τίτλου; Καιρός εδώ είναι ο χρόνος που η Τοκάρτσουκ μάς τον δίνει τμηματικά. Τα πάντα έχουν τον χρόνο τους: οι χαρακτήρες, ο Θεός, τα περιβόλια, τα ζώα και τα φυτά, ακόμη και τα άψυχα. Και ο κάθε «καιρός» δίνεται χωριστά σε σύντομα κεφάλαια που φαντάζουν αυτόνομα αλλά διαθέτουν εσωτερική συνοχή και διαμορφώνουν το χρονικό 80 ετών που συνοψίζει τη συλλογική μνήμη και την παράδοση μιας χώρας και μιας ιστορικής εποχής σε μεγάλο βάθος χρόνου.Η παράδοση είναι η εβραιοχριστιανική – και άρα όχι μόνο πολωνική. Η εποχή είναι γενικότερα ευρωπαϊκή και οι χαρακτήρες της Τοκάρτσουκ προσπαθούν να βρουν το νόημα της ύπαρξής τους αναλύοντας αρχέτυπα και σύμβολα. (Επί του προκειμένου η επίδραση του Καρλ Γιουνγκ είναι φανερή – αφομοιωμένη εν τούτοις.) Οσο για τη ζωή της φύσης και για την ανθοφορία, δεν είναι απλές περιγραφές της αγροτικής ζωής αλλά μια πολλαπλή αλληγορία για το νόημα της ύπαρξης.

Μαγικός ρεαλισμός

Κάποιοι κριτικοί εντόπισαν επιδράσεις του λατινοαμερικανικού μαγικούρεαλισμού στο μυθιστόρημα. Η συγγραφέας διαφώνησε, όμως οι κριτικοί μάλλον έχουν δίκιο. Για παράδειγμα, το κεφάλαιο της σελ. 64 αρχίζει ως εξής: «Στην καλύβα της Σταχούλας στο Βιντίματς έμεναν ένα φίδι, μια κουκουβάγια κι ένα περδικογέρακο. Τα ζωντανά αυτά δεν διασταυρώνονταν ποτέ. Το φίδι ζούσε στην κουζίνα, δίπλα στη φωτιά, όπου η Σταχούλα τού έβαζε ένα πιατάκι με γάλα. Η κουκουβάγια καθόταν στο πατάρι, στη γωνία πίσω από ένα χτισμένο παράθυρο. Εμοιαζε με αγαλματίδιο. Το περδικογέρακο είχε βολευτεί στη σκεπή, στο ψηλότερο σημείο του μικρού σπιτιού, αλλά το πραγματικό του σπίτι ήταν ο ουρανός». Η παράγραφος μοιάζει σαν να γράφτηκε για να καταλήξει στην τελευταία πρόταση που την απογειώνει.

Το κεφάλαιο Ο καιρός του βαρόνου Ποπιέλσκι της σελ. 163 θα μπορούσε κάλλιστα να είναι διήγημα του Χόρχε Λουίς Μπόρχες. Και η παρακάτω παράγραφος (σελ. 84) είναι σαν να έχει αποσπαστεί από διήγημα του Αργεντινού: «Ο γερο-Μπόσκι πέρασε όλη του τη ζωή στη στέγη του παλατιού. Το παλάτι ήταν τεράστιο, οπότε τεράστια ήταν και η στέγη του – γεμάτη λοξές γραμμές, κλίσεις και γωνίες. Και όλα αυτά ήταν καλυμμένα με όμορφα ξύλινα κεραμίδια. Αν διέλυε κανείς τη στέγη και την άπλωνε στο έδαφος, θα καλυπτόταν όλη η γη που είχε στην ιδιοκτησία του ο Μπόσκι».

Η μεταμόρφωση της πραγματικότητας, των εικόνων που πατούν στη γη και στο τέλος ανεβαίνουν προς τον ουρανό ή μεταφέρονται στον κόσμο της φαντασίας και του αόρατου είναι το κύριο γνώρισμα της αφηγηματικής γοητείας της συγγραφέως αλλά και της γλωσσικής της ποιότητας: η αντίστιξη πραγματικότητας και φαντασίας ή πιο σωστά η μετάβαση από την εικόνα στην προβολή της και από το πραγματικό στο μεταφυσικό ρίγος.

Καθώς προχωρείς στην ανάγνωση δεν μπορείς να μην ανακαλέσεις το Μακόντο στο Εκατό χρόνια μοναξιά του Γκαρσία Μάρκες ή ακόμη και να το συγκρίνεις με το Αρχέγονο της Τοκάρτσουκ.

Το Αρχέγονο, όπως και το Μακόντο, είναι ένας τόπος φανταστικός και ταυτοχρόνως πραγματικός, όπου όλα ταιριάζουν μεταξύ τους κι εξηγούνται όπως στα παραμύθια – αλλά εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με παραμύθι (ή αν το πούμε έτσι είναι παραμύθι για ενηλίκους), γιατί κάτω από το καθετί κρύβεται μια θλίψη.

Περιγραφική δύναμη

Η ποιητικότητα του βιβλίου συνδυάζεται θαυμάσια με την ακρίβεια των περιγραφών και την αδρότητα των χαρακτήρων. Δεκάδες πρόσωπα περνούν μέσα από την αφήγηση, πολύ περισσότερα από όσα θα περίμενε κανείς σε ένα βιβλίο αυτού του μεγέθους, κι όμως ο αναγνώστης δύσκολα θα ξεχάσει τη Σταχούλα, την Γκενοβέφα, τον Μίχαλ Νιεμπιέσκι, τον βαρόνο Ποπιέλσκι, τη Μίσια, τον γερμανό αξιωματικό Κουρτ, τον Πνιγμένο Πλουστς, τον Ιζίντορ, τον Ιβάν Μούκτα και πλήθος άλλους.

Η περιγραφική δύναμη της Τοκάρτσουκ, γνώρισμα γνήσιου ταλέντου, είναι ασύγκριτη. Ακόμη και οι πιο παράξενες περιγραφές της μοιάζουν τελείως ρεαλιστικές. Οι πάντες και τα πάντα «μιλούν» σε αυτό το μυθιστόρημα. Οι άνθρωποι, τα δέντρα, οι ζωντανοί και οι νεκροί, που διατηρούν τη συνείδησή τους και μετά θάνατον, όπως ο Μπόσκι που «με το που πέθανε κατάλαβε… πως είχε πεθάνει με λανθασμένο και απρόσεκτο τρόπο, πως την ώρα που πέθαινε είχε χάσει τον δρόμο του και πως τώρα έπρεπε να τα ξαναπάρει όλα από την αρχή». ΓιατίΔιότι «μετά θάνατον οι άνθρωποι ανακάλυπταν το μυστικό της ζωής».

Το Αρχέγονο και άλλοι καιροί εκδόθηκε το 1996, όταν η συγγραφέας ήταν 34 ετών. Δεν είναι τυχαίο που υμνήθηκε από την κριτική και αγαπήθηκε από το κοινό. Ελπίζω να το απολαύσουν και οι αναγνώστες της χώρας μας στην αριστοτεχνική και εξόχως ποιητική μετάφραση της Αλεξάνδρας Ιωαννίδου.

Σχόλια

No tags for this post.

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή