Όλοι παίζουμε θέατρο

by Times Newsroom 1

Σαίξπηρ “Η Τρικυμία”. Το ναυάγιο στην Πράξη Ι, Σκηνή 1, σε χαρακτική του 1797 από τον Benjamin Smith, από έναν πίνακα του George Romney

  • Του Τόμας Μάγερ*

Στους προεκλογικούς αγώνες οι ιδιομορφίες της πολιτικής εμφανίζονται συχνά σαν κάτω από μεγεθυντικό φακό· εδώ, το πολυπόθητο έπαθλο της εξουσίας διακυβεύεται άμεσα, ενώ σε κανονικές περιόδους της πολιτικής ζωής οι συντελεστές διατηρούν μεν το βλέμμα καρφωμένο επάνω του, δεν χρειάζεται όμως να το κυνηγήσουν με τόση πονηριά, κόπο, επένδυση χρήματος και ενεργητικότητα, αφού ο αγώνας έχει ακόμα πολλούς γύρους. Αυτή η διαφορά δεν φαίνεται μόνο στις από καιρό προσχεδιασμένες εμφανίσεις των ηρώων, τις επαγγελίες και τις εκφοβιστικές ενοχοποιήσεις, τις προετοιμασμένες αυτοπαρουσιάσεις και τις επιλεγμένες εικόνες, αλλά ακόμη περισσότερο στο πώς όλα αυτά εσωτερικεύονται από τους συντελεστές και σπάνια μόνο εκπλήσσουν το κοινό.

Δημοσιότητα είναι η συνετή στάθμιση εναλλακτικών αντιλήψεων για το κοινό καλό. Αυτή η αρχή, , την οποία περιέχει απαράγραπτα η ιδέα της δημοκρατίας, μοιάζει με παραμύθι παλιών εποχών, με τις πρώτες φράσεις του οποίου οι ενήλικες κοιτιούνται νοσταλγικά στα μάτια.

Μας χορταίνουν με εικόνες. Εικόνες κύρους των ενσαρκωμένων ιδιοτήτων διαφόρων ηρώων, εικόνες συμβολικών επεισοδίων, στημένους σύντομους μύθους επιτυχούς δράσης καθώς και πολλά, μα πάρα πολλά αξεσουάρ και σκηνικά. Το κείμενο όμως έχει πια αποσκελετωθεί. Και ξέρουμε ότι, όταν το Σεπτέμβριο πέσει η αυλαία, δεν θα ξεστήσουν τη σκηνή, θα αλλάξουν απλώς έργο. Το θέατρο θα συνεχιστεί, γιατί τους έχει γίνει δεύτερη φύση. Ή μπορούμε να ελπίζουμε ότι θα υπάρξουν καλύτερα έργα; Και τι γίνεται στα παρασκήνια;

Φεβρουάριος του 1988, μια μέρα όπως οι άλλες στον προεκλογικό αγώνα της Κάτω Σαξωνίας. Ο Κρίστιαν Βουλφ, επικεφαλής του συνδυασμού των Χριστιανοδημοκρατών, χαιρετά στο Βιλχελμσχάφεν τους συνταξιούχους, δίνει αυτόγραφα σε μικρά κορίτσια και αφήνει να τον παρασύρουν να αγοράσει 100 γραμμάρια τσάι. Μετά όμως η επίσκεψη ρουτίνας στο εμπορικό κέντρο συναντά ένα εμπόδιο. Ο Βουλφ πρέπει να κατέβει την κυλιόμενη σκάλα και αρνείται: “Μπορώ να φανταστώ τη λεζάντα μιας τέτοιας φωτογραφίας”, λέει, και κάνει με τη συνοδεία του μια μεγάλη παράκαμψη για να κατέβει από μια άλλη κυλιόμενη σκάλα όπου δεν απειλείται να φωτογραφηθεί.

Μάρτιος του 1988· ο βετεράνος δημοφιλής πρωταγωνιστής Καρλχάιντς Μπεμ, απαντά στην ερώτηση ποια σχέση υπάρχει ανάμεσα στη σημερινή του δραστηριότητα ως προπαγανδιστή της οικονομικής βοήθειας σε υπανάπτυκτες χώρες και της προηγούμενης σταδιοδρομίας του ως ηθοποιού: Δεν κάνω τίποτε άλλο από αυτό που κάνουν όλοι οι ηθοποιοί του κόσμου: Θέλω να μπω στις καρδιές των ανθρώπων.

Ωστόσο, θέατρο δεν παίζουν μόνο οι άλλοι. Όλοι μας παίζουμε θέατρο. Αυτός είναι ο τίτλος του σύγχρονου κλασικού έργου της κοινωνιολογίας που έγραψε ο Ίρβινγκ Γκόφμαν. Η κεντρική ιδέα αυτής της εξαιρετικά σημαντικής ερμηνείας της κοινωνίας είναι ότι δεν παίζουμε θέατρο μόνο περιστασιακά, όποτε είναι ανάγκη να παραστήσουμε κάτι άλλο, αλλά πάντοτε, όποτε σχετιζόμαστε με άλλους. Είμαστε, ούτως ειπείν, συντεταγμένοι ηθοποιοί· όχι όλοι εξίσου καλοί, ούτε βέβαια εξίσου διασκεδαστικοί, πάντως με ένα σοβαρό νόημα είμαστε κατ’ ουσίαν ηθοποιοί. Ποτέ δεν μπορούμε να είμαστε εκ φύσεως αυτό που πρέπει. Όλα όσα ενσαρκώνουμε για την κοινωνία είναι προϊόντα των προσδοκιών της και της τέχνης μας να παριστάνουμε ότι εκπληρώνουμε, και με το παραπάνω, τις προσδοκίες της. Ο άνθρωπος λοιπόν είναι, σύμφωνα με μια χαριτωμένη φιλοσοφική διατύπωση του Χέλμουτ Πλέσνερ, το εκ φύσεως τεχνητό ον.i

Παρά αυτή τη διττή μας ύπαρξη, όλοι μας, και το γνωρίζει καθένας μας πολύ καλά, επιδιώκουμε με απολύτως αντιφατικό τρόπο τη μονοσημία. Ενώ ξέρουμε ή τουλάχιστον θα μπορούσαμε να ξέρουμε ότι και εμείς οι ίδιοι δεν έχουμε να προσφέρουμε στους άλλους παρά μόνο μια τεχνητή εικόνα, δεν δεχόμαστε από εκείνους, αν θέλουν την αναγνώρισή μας, παρά μόνο απόλυτη φυσικότητας ή μάλλον εκείνο που εμάς μας φαίνεται φυσικό. Η ανθρώπινη φυσικότητα είναι τελείως τεχνητή, ίσως μάλιστα τόσο πιο τεχνητή όσο περισσότερο πείθει. Αλλά το παραμικρό εμφανές ίχνος τεχνητής συμπεριφοράς, δηλαδή το φυσικότερο χαρακτηριστικό μας, ενισχύει την καταστροφική υποψία ότι εξαπατάται η ύπαρξή μας ως ανθρώπων. Νιώθουμε θύματα ενός υπολογισμού για τη σχεδιασμένη εξαπάτησή μας, ενώ εμείς, παριστάνοντας διαρκώς τον εαυτό μας, επιβάλλουμε στους άλλους αυτό που οι ίδιοι δεν επιθυμούμε. Κατά τον Γκόφμαν είμαστε αναπόφευκτα αυτό ακριβώς που παριστάνουμε παίζοντας το ρόλο μας· είναι ακριβώς η φενάκη της θεατρικής παράστασης στην καθημερινότητα που, όταν εκ των υστέρων αναφερόμαστε σε αυτή, δημιουργεί την κοινωνική μας ύπαρξη.

Στις κοινωνικές επιστήμες και την καθημερινή γλώσσα υπάρχει μια χρήση της λέξης “θέατρο” η οποία δεν αποκλείει κατηγορηματικά σχεδόν τίποτε από όσα μπορούν να κάνουν οι άνθρωποι, αρκεί να το δει κανείς στο κατάλληλο φως. Με αυτό το νόημα όχι μόνο η πολιτική αλλά οτιδήποτε μπορεί να συμβεί στον κόσμο των ανθρώπων είναι εξ ολοκλήρου θέατρο. “Θέατρο” γίνεται έτσι μια κοινή έννοια, η οποία χαρακτηρίζει στο περίπου τα πάντα, χωρίς όμως να μπορεί πια να συλλάβει αυτό που μπορεί να χαρακτηριστεί μόνο με αυτή την έννοια.

Για να επιχειρήσουμε τη μελέτη της πολιτικής ως θεάτρου στην κοινωνία των μέσων, χωρίς να θεμελιώνουμε τη μελέτη μας στο περίπου, χρειάζεται να διακρίνουμε ευθύς εξαρχής τρεις διαφορετικές χρήσεις της έννοιας του θεάτρου.

Η μεταφυσική έννοια του θεάτρου εμφανίζεται όταν γίνεται λόγος για το “θέατρο του κόσμου”. Αυτή η έννοια μετράει όλα όσα οι άνθρωποι θα μπορούσαν να προσπαθήσουν στην επίγεια ζωή τους με μια θεία αντίληψη της απόλυτης ύπαρξης, σε σύγκριση με την οποία όλα αυτά δεν μπορούν παρά να είναι αυταπάτες, αυτάρεσκες σκέψεις και επιδιώξεις. Όπως έβλεπαν τα πράγματα στην εποχή του μπαρόκ, ο κόσμος με αυτή την έννοια δεν είναι καθ’ εαυτός παρά μια σκηνή θεάτρου, όπου, όσο ζούμε, παρουσιάζουμε όλοι μας τα αποτυχημένα μας δράματα, μέχρι να μας καλέσει ο θάνατος στην πραγματική αλήθεια. Μόνο στα τέλη της ζωής μας φτάνουμε από το φαινόμενο στην ύπαρξη. Αυτή η έννοια του θεάτρου δεν προσφέρει τίποτε για την ανάλυση του παρόντος, γιατί το “μη θέατρο” με αυτή την έννοια είναι η απόλυτη ύπαρξη.

Η μεταφορική έννοια του θεάτρου είναι σχεδόν πανταχού παρούσα στην καθημερινή χρήση της γλώσσας. Μας έπαιξε πάλι θέατρο. Χρησιμοποιείται για να χαρακτηρίσει κάθε λογής υπερβολή και παραστατική συμπεριφορά στην καθημερινότητα. Γνωρίζουμε πάντοτε τι σημαίνει η λέξη, αν και λίγοι γνωρίζουν τι είναι θέατρο. Αυτή η έννοια είναι πολύ χρήσιμη και αναντικατάστατη για την καθημερινή συνεννόηση. Χαρακτηρίζει επίσης ένα μέρος αυτού στο οποίο έχει εξελιχθεί η πολιτική στην κοινωνία των μέσων, όχι όμως την ουσία του πράγματος.

Η αισθητική έννοια του θεάτρου αποσκοπεί αρχικά να συλλάβει αυτό που συμβαίνει στη σκηνή του καλλιτεχνικού θεάτρου –σε αντίθεση με άλλες εκδηλώσεις της τέχνης ή και της ζωής– για να επιδράσει κατά ορισμένο τρόπο στο κοινό: Μεταξύ άλλων, σχεδιασμένη σκηνοθεσία, ενσάρκωση του χαρακτήρα, δράση σαν να συμβαίνει στ’ αλήθεια , την ταυτόχρονη χρήση όλων των σηματοδοτικών συστημάτων που αναφέρονται σε ανθρώπους και την επίκαιρη παράσταση για τους θεατές.

Για λόγους τους οποίους σε αυτό το βιβλίο εξετάζουμε τον καθένα ξεχωριστά, η στενότερη έννοια της θεατρικής λογικής της παρουσίασης, τόσο για την παραγωγή της πολιτικής στη σφαίρα της πολιτικής όσο και για την παρουσίασή της στα μέσα μαζικής ενημέρωσης, αποκτά μια νέα και ευρύτερη σημασία. Γιατί η πολιτική ως θέατρο δεν είναι αυτό το οποίο παρουσιάζεται· δεν είναι σαν πολιτική πρακτική· δεν είναι όμως ούτε θέατρο, γιατί ουσιώδες στοιχείο του θεάτρου είναι η παραδοχή ότι πρόκειται για παιχνίδι. Τι είναι λοιπόν η πολιτική ως θέατρο;

Μήπως είναι μια νέα, σύγχρονη μορφή της πολιτικής προοριζόμενη για τη μαζική δημοκρατία των μέσων ή μήπως είναι αντιπερισπασμός στη μαζική δημοκρατία των μέσων; Μήπως είναι μια μεταμοντέρνα μορφή σύνθεσης παιχνιδιού στα μέσα και πολιτικής σοβαρότητας αντίστοιχη με το σημερινό επίπεδο των σχέσεων επικοινωνίας ή είναι η αντικατάσταση της πολιτικής σοβαρότητας με το παιχνίδι των μέσων και το αντίστροφο; Πρόκειται για ερωτήματα που πρέπει να απαντηθούν προς όφελος της δημοκρατίας και του αυτοπροσδιορισμού των πολιτών.

Εάν κάνουμε μια μη μεταφυσική και όχι μόνο μεταφορική χρήση της έννοιας του θεάτρου, η προσπάθεια να εξετάσουμε την πολιτική ως θέατρο στην εποχή του Κλίντον και του Μπλερ δεν είναι απλώς ελπιδοφόρα αλλά και αναγκαία,εφόσον βέβαια θέλουμε να κατανοήσουμε την πολιτική,παρότι και η μεταφορική θεατρικότητα ανθεί μέσα από τα διάφορα συστήματα των μέσων. Με τα μέσα του θεάτρου η πολιτική παράγει όλο και περισσότερο θεατρικές επιδράσεις, συγχέοντας στην πρακτική της θεατρικά και πολιτικά μέσα. Αυτό ακριβώς είναι που τη διαφοροποιεί ως κατηγορία από το θέατρο. Ωστόσο, από το θέατρο της καθημερινότητας τη χωρίζει χάος, γιατί οι συντελεστές της δρουν εν ονόματί μας και επειδή δεν μπορούμε να αποφύγουμε τις επιπτώσεις των πράξεών τους, ακόμη και αν το παίξιμό τους τούς έχει αποκαθηλώσει. Έτσι λοιπόν η πολιτική ως θέατρο είναι βαρύνον πολιτικό φαινόμενο.

Η πολιτική ήταν τεχνητή ανέκαθεν και στο μέτρο που κάθε ανθρώπινη δραστηριότητα είναι τεχνητή. Αυτό δεν περιέχει τίποτε το αξιοσημείωτο και οπωσδήποτε τίποτε το σκανδαλώδες. Η πολιτική δεν είναι σχεδόν ποτέ καλλιτεχνική, εκτός από τις σπάνιες περιπτώσεις μεγάλης ρητορικής τέχνης, άλλωστε δεν χρειάζεται να είναι. Περίτεχνη γίνεται ωστόσο στην κοινωνία των μέσων με ένα νέο νόημα της λέξης. Γνώστης της τεχνολογίας, η πολιτική δεν κατασκευάζει μόνο τα μηνύματα που μεταδίδονται από τα μέσα, αλλά και ένα όλο και μεγαλύτερο μέρος των δραστηριοτήτων της όπως το απαιτούν οι επιστημονικά και εμπορικά δοκιμασμένοι νόμοι της μέγιστης επίδρασης στην προσοχή μας και στον κόσμο των αισθημάτων μας. Η δημοκρατία όμως δεν ζει από τέτοιους υπολογισμούς, αλλά από τη συνεννόηση – αυτό ακριβώς είναι το πρόβλημα.

Σε αντίθεση με την αποδεικτική κρίση της κριτικής του πολιτισμού του Νιλ Πόστμαν, δεν μπορούμε εκ των προτέρων να απαντήσουμε στο ερώτημα αν οι κανόνες που σκιαγραφήσαμε είναι καταρχήν αντίθετοι με τους κανόνες της πολιτικής πληροφόρησης και επιχειρηματολογίας ή υπάρχει απλώς μια σχέση έντασης μεταξύ τους.

Το πολιτικό θέατρο παίζεται σε τρεις διαφορετικές σκηνές, συνδεδεμένες πολυσχιδώς μεταξύ τους. Σε κάθε μια ισχύουν οι δικοί της κανόνες, ακόμη και αν οι διαφορές δεν είναι οφθαλμοφανείς, αλλά αναγνωρίζονται με τη σκέψη. Υπάρχει η σκηνή του θεάτρου της καθημερινότητας, το οποίο παίζουν οι πολιτικοί στις μεταξύ τους δοσοληψίες, όπως συμβαίνει στον κόσμο της ζωής και σε άλλους επαγγελματικούς κόσμους. Ακόμη και αν ορισμένοι πολιτικοί, όπως ο Νόρμπερτ Μπλουμ στη δεκαετία του ’80, ο Χέρμπερτ Βένερ στη δεκαετία του ’70 ή ο Αντενάουερ στη δεκαετία του ’50, έφταναν μερικές φορές σε κορυφαίες στιγμές τέχνης, αυτό το θέατρο,, αν το δούμε συνολικά, είναι θέατρο με το μεταφορικό νόημα τη λέξης. Οι συντελεστές δεν παρουσιάζουν ο ένας στον άλλον τα ίδια έργα που παρουσιάζουν στο κοινό, επειδή όλοι τους γνωρίζουν την τέχνη και διακρίνουν τα τεχνάσματα. Στο ετήσιο συνέδριο του συνδέσμου των μάγων δεν γίνονται μαγικά.

Το θέατρο της πολιτικής, με τη στενή έννοια μιας “παραστατικής δραστηριότητας, η οποία… με το δρων σώμα ή/και με τις εικόνες του στα μέσα”ii επιδιώκει μια υπολογισμένη πολιτική επίδραση σε ένα ορισμένο κοινό, παίζεται σε δυο άλλες σκηνές, οι οποίες μοιάζουν μεν μεταξύ τους εκπληκτικά, είναι όμως δυο διαφορετικοί κόσμοι:

Στη σκηνή της δημόσιας σκηνοθεσίας πολιτικών προσώπων για ένα κοινό σε αλληλεπίδραση με τις δυνατότητες για παράσταση που τους προσφέρουν τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, και

στη σκηνή της σκηνοθεσίας της πολιτικής δια της παρουσίασης του πολιτικού στοιχείου μέσω των μέσων μαζικής ενημέρωσης.

Το κοινό που παρακολουθεί την παρουσίαση της πολιτικής μόνο στη σκηνή των μέσων παραβλέπει συχνά τις διαφορές, επειδή και οι δυο σκηνές διέπονται από τους ίδιους σκηνοθετικούς νόμους και αντικατοπτρίζονται με διάφορους τρόπους η μια στην άλλη.

Τα μέσα, στις σκηνές των οποίων κρίνεται εντέλει τι θα παιχτεί στη σεζόν και πια σκηνοθεσία θα κερδίσει το χειροκρότημα του κοινού, πρέπει να βρουν το υλικό των έργων τους στον κόσμο της πολιτικής και την επιδοκιμασία του κοινού τους για τις παραστάσεις. Εάν θέλουν να υπακούσουν τους νόμους που διέπουν την εκ των προτέρων σκηνοθεσία και να αναφέρονται παρά ταύτα στον κόσμο της πολιτικής, έχουν πάντοτε τέσσερις εναλλακτικές δυνατότητες: Μπορούν να αγνοήσουν τη σκηνοθετική πρόταση της πολιτικής, να την προσφέρουν σε άλλους, να την ανασυνθέσουν ή να την αποδομήσουν.

Το θέατρο της πολιτικής αποδεικνύεται ήδη με την πρώτη ματιά στα παρασκήνια ως μικρός κόσμος αποτελούμενος από πολλές στροφές επαναφοράς. Στη σκηνοθεσία συμμετέχουν πολλοί, άλλοι άμεσα με αυτό που κάνουν και άλλοι έμμεσα με αυτό που προτιμούν. Όλοι όμως εργάζονται με όλη τους τη δύναμη για την όραση, ακόμη και όταν γράφουν κείμενα. Η πολιτική επικοινωνία στην κοινωνία της τηλεόρασης είναι ένας κόσμος της όρασης, παράγει διαρκώς υπολογισμένες εικόνες για να χρησιμοποιήσει το βλέμμα για τη μετάδοση των μηνυμάτων της. Γιατί το θέατρο είναι πάνω από όλα εκτέλεση από ορατά σώματα για το κοινό που παρακολουθεί.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

iΠρβλ. Hans-Georg Soeffner (1988).

iiJoachim Fiesbach (1996).

*Τόμας Μάγερ, Η πολιτική ως θέατρο. Η νέα εξουσία της ηθοποιίας. Μετάφραση από τα γερμανικά: Θόδωρος Παρασκευόπουλος. Εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 2000.

Ο Τόμας Μάγερ  (Thomas Meyer, 1943) είναι καθηγητής της Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο του Ντόρτμουντ, μέλος της Επιτροπής Προγράμματος του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος της Γερμανίας, διευθυντής της Ακαδημίας Πολιτικής του Ιδρύματος Φρίντριχ Έμπερτ και έχει πολυάριθμες δημοσιεύσεις με το θέμα “Η πολιτική ως θέατρο”.

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή