Ουμπέρτο Έκο: Επιτρέπεται να σατιρίζουμε τους διαφορετικούς;

by Times Newsroom 1
Share this
  • Ουμπέρτο Έκο

ΠΡΙΝ λίγες μέρες κάποιος αναγνώστης έκανε μια ερώτηση Μιλώντας στην Ταορμίνα, ο γνωστός ηθοποιός Elliot Gould είπε (αστειευόμενος) ότι νόμιζε πως MAFIA σημαίνει “Mothr and Father Italian Association” [Σύνδεσμος  Ιταλών Πατεράδων και Μανάδων]. Μήπως θα έπρεπε να θεωρήσουμε  τη δήλωση του ηθοποιού προσβλητική;

Ο Aldo Falivena, διευθυντής του “Radio-corriere” όπου δημοσιεύτηκε το ερώτημα, απάντησε: “Βεβαίως. Όχι όμως εξαιτίας του ηθοποιού, αλλά εξαιτίας της μαφίας”.

Πρέπει να προσθέσουμε ότι ο αμερικανός ηθοποιός στη διάρκεια εκείνης της συζήτησης αστειεύτηκε με τους πάντες και τα πάντα, ακόμη και μ τον εαυτό του, ή τους συναδέλφους του. Μέχρις εδώ, όλα καλά, μόνο που κανένας δεν πρέπει να μας θυμίζει ότι η μαφία είναι ιταλική. Η πατρίδα μας, μια χώρα αγίων και θαλασσοπόρων, δεν μπορεί να το ανεχθεί. Παρ’ όλα αυτά, όλοι κατηγορήσαμε τον Χομεϊνί όταν προσβλήθηκε από μια σύντομη σατιρική σκηνή. Σκαρώνουμε ανέκδοτα για τους γκάνκστερ του Σικάγου ή για τον τρόπο με τον οποίο οι Κινέζοι προφέρουν τις λέξεις μας, ο Bonvi με τα εικονογραφημένα του γελοιοποιεί τους Γερμανούς, οι εφημερίδες και τα περιοδικά δημοσιεύουν πικάντικα ρεπορτάζ για τις ξανθές απογόνους των Βίκινγκς που κατεβαίνουν στην Ιταλία για να τις ξεσκίσουν τ’ αυγουστιάτικα λιοντάρια μας. Η καζούρα σε βάρος των άλλων μας αρέσει, αποτελεί όμως θεμελιώδη αρχή του ιταλικού πολιτισμού η άποψη ότι όλες οι γυναίκες είναι πουτάνες εκτός από τη μάνα μας και την αδερφή μας.

Μέχρι σε ποιο σημείο όμως επιτρέπεται να κοροϊδεύουμε τους διαφορετικούς; Μόλις πριν λίγες δεκαετίες στο κωμικό θέατρο βλέπαμε τους ηθοποιούς να ειρωνεύονται κάποιες αναπηρίες (όπως, για παράδειγμα, τους ανθρώπους που δε μπορούν να προφέρουν το ρ), ενώ σήμερα πολύ δύσκολα θα μπορούσε να γίνει κάτι τέτοιο. Στις ΗΠΑ, από τον κινηματογράφο και την επιθεώρηση έχει εξαφανιστεί ο “νέγρος” γκαφατζής και κανένας δε θα τολμούσε να διηγηθεί κάποιο ανέκδοτο σε βάρος των Εβραίων ή να σατιρίσει στο θέατρο έναν Ιταλοαμερικάνο, έναν Πολωνό ή έναν Κινέζο. Κι όλα αυτά είναι, απλούστατα, πολύ σωστά, επειδή, ΄ταν κοροϊδεύουμε τους άλλους που είναι διαφορετικοί από μας, κάνουμε ακόμη πιο βαθύ το ρήγμα της προκατάληψης.

Βέβαια, το κωμικό όχι μόνο είναι σκληρό και δίχως έλεος (γελάμε με τον Αρλεκίνο που σε κάθε παράσταση τρώει ένα κάρο ξύλο), αλλά και ρατσιστικό, επειδή μετατρέπει τις διαφορές μας από τους άλλους σε σταθερό κλισέ. Δεν πρόκειται για ρατσισμό όταν αναγνωρίζουμε ότι οι Κινέζοι, σαν φυσική κατασκευή, είναι διαφορετικοί από τους Κογκολέζους, και οι Κογκολέζοι από τους Ιταλούς. Είμαστε όμως ρατσιστές ΄ταν περιορίζουμε τους Κινέζους και τους Κογκολέζους στα πλαίσια μιας standard εικόνας η οποία, σε σύγκριση με τη δική μας, (που διαθέτει πολύ περισσότερες αποχρώσεις), μοιραία θα καταλήξει αρνητική. Αλλά, έστω κι αν υπάρχει διαφορά ανάμεσα στον χιουμοριστικό ρατσισμό που προκαλεί το γέλιο και στον φανατικό ρατσισμό που προκαλεί τις σφαγές, συχνά ο ένας στηρίζει τον άλλο και ο αντισημιτισμός του Χίτλερ (τελική λύση-εξόντωση) άρχισε να μπαίνει σ’ εφαρμογή αφού προηγήθηκαν επί αιώνες σατιρικές παρουσιάσεις αμέτρητων Σαμουήλ με γαμψές μύτες και τραγίσια γένια.

Συνεπώς, η κατάργηση των κωμικών παρουσιάσεων όλων όσοι δεν είναι ίδιοι μ’ εμάς, αποτελεί πολιτιστική αναγκαιότητα. Έτσι, όμως, η κωμική τέχνη θα κινδυνέψει να πεθάνει από ασφυξία: επειδή, αν δεν επιτρέπεται ν’ ανεβάσεις στη σκηνή την καμπούρα του Πουλτσινέλα ή τη φιλαργυρία του Τζιλμπέρτο, τότε τι μένει;

Μένουν τα αυτιά του Andreotti, το προγούλι του Spadolini, η πλατυποδία του Occhetto ή οι ετρουσκικές ρυτίδες του Agnelli. Πράγματι, τα πρόσωπα αυτά έχουν τόσο μεγάλη δύναμη ώστε να αντέχουν τη σάτιρα και, μερικές φορές μάλιστα, να την προκαλούν, ή και να την ενθαρρύνουν. Στην Αμερική, τα θεάματα και η λογοτεχνία είναι γεμάτα από τα παραδοσιακά ελαττώματα των Εβραίων. Η σάτιρα όμως γίνεται πάντοτε από ανθρώπους σαν τον Philip Roth ή τον Woody Allen που δηλώνουν εξαιρετικά περήφανοι για την εβραϊκή καταγωγή τους.

Σήμερα μπορούμε να παρακολουθήσουμε στο “off Broadway” θαυμάσιες σάτιρες με στόχο την ιταλο-αμερικανική οικογένεια και με ερμηνευτές ηθοποιούς ιταλικής καταγωγής. Οι Ιρλανδοί εδώ και αρκετό καιρό επιτρέπουν στον εαυτό τους την πολυτέλεια να ειρωνεύονται τους συμπατριώτες τους παρουσιάζοντάς τους σαν πρωταθλητές στο μεθύσι και τους καβγάδες. Οι Σκωτσέζοι εδώ και αιώνες διηγούνται ανέκδοτα για την τσιγκουνιά τους ενώ είναι έτοιμοι να σε κεράσουν πολλά ποτήρια σκωτσέζικο ουίσκι. Ταυτόχρονα κυκλοφορούν ταινίες που θα τις χαρακτηρίζαμε “περήφανη επιβεβαίωση της απελευθέρωσης”, μια και τόσο ο “χαζός” κωμικός όσο και ο “πονηρός” συνεργάτης του, είναι και οι δυο έγχρωμοι.

Συμπέρασμα: το κωμικό θέατρο στο μέλλον θ’ αποτελείται από εθνικές ομάδες που θα σατιρίζουν μόνο τους εαυτούς τους. Θα μπορούν, όμως, να το κάνουν μόνο οι ομάδες που θα βρίσκονται σε άνοδο. Οι ομάδες που ακόμη βρίσκονται στο περιθώριο δε θα έχουν τη δυνατότητα. Έτσι, το κωμικό, από κοινωνική άποψη θα συνεχίσει να προκαλεί διακρίσεις: όποιος σατιρίζει τον εαυτό του ή δέχεται τη σάτιρα, θ’ αποδεικνύει την κοινωνική του ανωτερότητα, κι όποιος δε θα μπορεί να επιτρέπει στον εαυτό του αυτή την πολυτέλεια, θ’ αποκαλύπτει δημόσια (με τη σιωπή του) την κατωτερότητά του.

  • Umberto Eco, Σημειώματα. Απόδοση: Θόδωρος Ιωαννίδης. Εκδοτικός Οργανισμός Θεσσαλονίκης, 1990

Umberto Eco (1932-2016) – συνέντευξη στη Βίκυ Βασιλάτου | frear

Ο Ουμπέρτο Έκο, δοκιμιογράφος, φιλόσοφος, κριτικός λογοτεχνίας, μυθιστοριογράφος, γεννήθηκε στην Αλεσάντρια του Πιεμόντε στις 5 Ιανουαρίου του 1932. Φημολογείται ότι το επώνυμο “Έκο” είναι το αρκτικόλεξο των λέξεων “Ex Caelis Oblatus”, που σημαίνει “θεϊκό δώρο”. Ακολούθησε σπουδές μεσαιωνικής φιλοσοφίας και λογοτεχνίας και έκανε το διδακτορικό του στη φιλοσοφία το 1954, ολοκληρώνοντας τη διατριβή του για τον Θωμά Ακινάτη. Από το 1988 ήταν πρόεδρος του Διεθνούς Κέντρου Μελετών Σημειωτικής στο Πανεπιστήμιο του Σαν Μαρίνο. Το 1965 εξελέγη καθηγητής Οπτικών Επικοινωνιών στη Φλωρεντία και το 1966 καθηγητής της Σημειολογίας στο Μιλάνο. Το 1971 το Πανεπιστήμιο της Μπολόνια του προσέφερε τη θέση του τακτικού καθηγητή της Σημειολογίας και το 1974 ο Έκο οργάνωσε τον Διεθνή Σύνδεσμο Μελετών. Επίσης, ήταν διευθυντής του περιοδικού “VS”. Στη διάρκεια της δεκαετίας του 70, άρχισε να γράφει τα μυθιστορήματα του, κάνοντας την αρχή με “Το όνομα του Ρόδου”, που τιμήθηκε με το βραβείο Strega το 1981 και το Medicis Etranger το 1982, ενώ πούλησε εκατομμύρια αντίτυπα σε όλο τον κόσμο. Ο Έκο περνούσε τον καιρό του με τη γυναίκα του και δύο παιδιά τους ανάμεσα στο σπίτι του στο Μιλάνο (ένα διαμέρισμα-λαβύρινθο με μια βιβλιοθήκη 30.000 βιβλίων) και στο εξοχικό του στο Ρίμινι. Γνώριζε άπταιστα πέντε γλώσσες, μεταξύ των οποίων αρχαία ελληνικά και λατινικά, που χρησιμοποιούσε πολύ συχνά στα βιβλία του, επιστημονικά και λογοτεχνικά. Από την αρχή της καριέρας του είχε κερδίσει πολλές τιμητικές διακρίσεις και έχει κάνει δεκάδες εκδοτικές επιτυχίες. Στις πραγματείες του συγκαταλέγονται: “Opera aperta” (1962), “La struttura assente” (1968), “Θεωρία σημειωτικής” (1975), “Lector in fabula” (1979). To 1980 εμφανίστηκε ως μυθιστοριογράφος με το “Όνομα του Ρόδου”, το 1988 ακολούθησε το “Εκκρεμές του Φουκώ”.
Έφυγε από τη ζωή στις 19 Φεβρουαρίου 2016 σε ηλικία 84 ετών. (http://www.biblionet.gr)

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΚΙ ΕΔΩ:

Ουμπέρτο Έκο, ο παντογράφος [tuttografo]

Ουμπέρτο Έκο: “Σήμερα μόνο οι ηλίθιοι κάνουν δικτατορίες με τανκς…”

Συμβουλές για να διαβάσουμε ένα λογοτεχνικό κείμενο από τον Ουμπέρτο Έκο

Share this

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή