“Μας λείπει μια κουλτούρα που να βάζει τον Έλληνα δημιουργό στο επίκεντρο. Ακόμα κι αν αξιποιήσουμε τις επιδοτήσεις που δικαιούμαστε θα το κάνουμε για να σταθεί η Ελλάδα στα πόδια της, όχι για να υπάρχει μονίμως μια πατερίτσα που μας προσφέρει κάποιος άλλος, αλλά για να δημιουργήσουμε τις συνθήκες να σταθούμε εμείς στα πόδια μας. Κι αυτό δεν αφορά μόνο τα αγροτικά, αλλά και τις ξένες επενδύσεις.  Σήμερα έχουμε πάθει μία μανία με τις μεγάλες ξένες επενδύσεις. Ακόμα και η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ πριν από την κρίση, η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, της Νέας Δημοκρατίας, όλοι επιμένουν να κοιτάζουν τις μεγάλες ξένες επενδύσεις κι εκεί κάνουν τεράστιο λάθος διότι, και πάντα το πίστευα αυτό, εάν δεν επενδύσουμε εμείς στη χώρα μας δεν πρόκειται κανείς να επενδύσει σε αυτήν. Σήμερα, λοιπόν, με την πανδημία που οι ανάγκες για κεφάλαια θα είναι τεράστιες σε όλο τον κόσμο, που όλες οι χώρες θα πρέπει να ξαναχτίσουν τις κοινωνίες τους και να διορθώσουν τα λάθη που είχαν γίνει στο παρελθόν, καταλαβαίνετε ότι αυτά τα κεφάλαια θα «δυσκολεύονται» όλο και περισσότερο να φτάσουν στην Ελλάδα. Τι σημαίνει αυτό; Είναι μοναδική ευκαιρία να πούμε τέρμα αυτή η νοοτροπία, ότι περιμένουμε μόνο μεγάλες ξένες επενδύσεις και να αρχίσουμε να σκεφτόμαστε πάλι με την ελληνική μικρομεσαία επιχείρηση στο επίκεντρο. Είτε αυτή είναι αγροτική, είτε είναι εμπορική, είτε ενεργειακή – διότι τώρα η ενέργεια δεν θα χρειάζεται να είναι μόνο σε ολιγοπώλια, μπορεί να ανοίξει και για αυτό πιστεύω πολύ στις ενεργειακές κοινότητες. Δυστυχώς τα κόμματα αυτό δεν το έχουν αντιληφθεί ακόμα, αντλούν πληροφόρηση από την ΕΕ, από το ΣΕΒ, από τις τράπεζες και δεν αντιλαμβάνονται ότι από κάτω υπάρχει μια ολόκληρη κοινωνία η οποία είναι έτοιμη, είναι δυναμική, σκέφτεται πολύ πιο μπροστά από ό,τι σκέφτεται ο πολιτικός κόσμος και έχει τεράστιες ευκαιρίες να δημιουργήσει, φτάνει να δημιουργήσουμε τις συνθήκες.”

“Του χρόνου, όταν κάποιος θα σκέφτεται να πάει στην Τουρκία, στην Ισπανία, στη Γαλλία ή στην Ιταλία, όλοι θα το απορρίψουν χάριν της Ελλάδας διότι η Ελλάδα ήταν γρήγορη στην αντιμετώπιση του κορωνοϊού, άρα τη βάση την έχουμε. Το ερώτημα είναι τι μπορούμε να κάνουμε από εκεί και πέρα. Αν ο κόσμος δεν είναι έτοιμος να μπει σε αεροπλάνα και να ταξιδέψει, τότε πάλι οι μόνοι τουρίστες που θα έρθουν στη χώρα μας θα είναι αυτοί που οδηγούν το αυτοκίνητό τους. Κι εδώ είναι κάτι που νομίζω δεν το αντιλαμβάνεται η κυβέρνηση και ο υπουργός Τουρισμού. Δεν μπορούμε να δουλεύουμε μονομερώς, πρέπει να δουλεύουμε και διεθνώς. Είχα την τιμή να με καλέσει ο πρώην Γενικός Γραμματέας του Παγκόσμιου Οργανισμού Τουρισμού των Ηνωμένων Εθνών σε μια ομάδα εργασίας νυν και πρώην υπουργών, που η δική μας η πρόκληση είναι πώς θα πείσουμε τον κόσμο να ξαναμπεί σε αεροπλάνο, πώς να πείσουμε τον κόσμο να μείνει σε μια ξενοδοχειακή μονάδα χωρίς να φοβάται ότι θα κολλήσει τον ιό. Πιστεύω ότι τέτοιου είδους διεθνείς συλλογικές προσπάθειες  πρέπει όχι μόνο να τις παρακολουθήσει η Ελλάδα αλλά να ηγηθεί. Εμείς που αντιμετωπίσαμε σωστά τον κορωνοϊό, θα έπρεπε να ήμασταν στην πρώτη γραμμή αυτής της μάχης, να συνεργαζόμαστε και με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Τουρισμού αλλά και με τις επιμέρους ηπείρους, δηλαδή με την Ευρώπη κυρίως, έτσι ώστε να αρχίσουμε να πείθουμε πάλι τον κόσμο να ταξιδέψει, να αισθανθεί μια άνεση σιγα-σιγά, να αισθανθεί ότι έχουν παρθεί όλα τα μέτρα έτσι ώστε να μην κινδυνεύει να κολλήσει τον ιό και αυτό είναι ένα έλλειμμα της σημερινής κυβέρνησης που παρατηρείται αυτή τη στιγμή και πρέπει να το αναπληρώσει πολύ γρήγορα.”

“Υπάρχουν πολλοί πόροι που σπαταλώνται γιατί δεν υπάρχει σωστός σχεδιασμός και άρα ρίχνουμε μπαλοθιές στον αέρα ελπίζοντας ότι θα βγει κάτι από αυτό. Θα σας πω ένα παράδειγμα από το υπουργείο, το οποίο όμως το βλέπω και στους δήμους. Όταν ανέλαβα, υπήρχε μια πολιτική επιχορήγησης του σύγχρονου πολιτισμού όπου ο καθένας που ζητούσε ή ήξερε τον υπουργό έπαιρνε και ένα τριχίλιαρο κι έφευγε για να κάνει ένα θεατρικό έργο, μια έκθεση. Ήταν εντελώς ρουσφετολογική η διαδικασία, τα χρήματα έμεναν κατά κύριο λόγο στην Αθήνα ή στις μεγάλες πόλεις, διότι οι υπουργοί ήταν από εκεί. Δεν υπήρχε χρηματοδότηση του πολιτισμού στην επαρχία ή όταν υπήρχε ήταν πολύ αποσπασματική. Και τότε φτιάξαμε το μητρώο επιχορηγούμενων φορέων. Ξοδέψαμε πολύ λίγα λεφτά, μπορούσες να γραφτείς ως φορέας πολιτισμού και άρα αμέσως – αμέσως ξεφορτωθήκαμε τους άλλους φορείς που τους χρηματοδοτούσε το υπουργείο χωρίς να παράγουν πολιτισμό, και από τη στιγμή που είχες αριθμό μητρώου, μπορούσες να κάνεις αίτηση χρηματοδότησης. Κι έτσι, και εμείς μπορούσαμε να παρακολουθούμε πού πάνε τα λεφτά και αν πιάνουν τόπο αλλά επειδή το είχαμε ανεβάσει στο διαδίκτυο, μπορούσε ο καθένας να μπει μέσα και να μας κάνει κριτική για τις αποφάσεις μας. Σας διαβεβαιώ ότι όχι μόνο έγινε με διαφάνεια η διαδικασία αλλά και ότι η μόνη κριτική που μας έκαναν ήταν ότι μερικές φορές είχαν αστεία ονόματα οι φορείς που έπαιρναν τη χρηματοδότηση. Αλλά όλοι σεβάστηκαν το γεγονός ότι επιτέλους δεν ήταν ο Γερουλάνος που σου έδινε το τριχίλιαρο, αλλά ήταν ένα τριχίλιαρο που έδινε ο Έλληνας φορολογούμενος για να επενδύσουμε στον πολιτισμό, για να δημιουργηθεί πολιτιστικό προϊόν που είναι απαραίτητο για τον τόπο. Αυτή η μετατροπή τελικά έσωσε χρήματα, διότι τα χρήματα που δίναμε δεν ήταν πλέον μπαλοθιές ατάκτως εριμμένες αλλά ήταν μια προσπάθεια συστηματοποίησης της παραγωγής του πολιτιστικού προϊόντος. Τέτοιου είδους λύσεις πρέπει να βρούμε. Πολλές από τις αποφάσεις που μας έρχονται στο Δημοτικό Συμβούλιο του Δήμου είναι τελείως αποσπασματικές, τις λέω «η σαλαμοποίηση της πολιτικής», για παράδειγμα, έλα να δώσουμε μία θέση πάρκινγκ εδώ. Ρε παιδιά, βγάλτε ολόκληρες πολιτικές προτάσεις!”

“Μπορεί να συμφωνώ ή να διαφωνώ με κάποιον, μπορεί να διαφωνώ με το ύφος του, δεν θεωρώ όμως ότι μας περισσεύει κανείς στο να χτίσουμε την κεντροαριστερά του μέλλοντος. Όμως, εδώ έχουμε το εξής παράδοξο. Ότι ενώ οι παγκόσμιες τάσεις δείχνουν προς μία κατεύθυνση, πολύ πιο ανθρωποκεντρική από ό,τι ξέραμε μέχρι τώρα, μια σταδιακή υποχώρηση της οικονομίας ως μοναδικό εργαλείο κοινωνικής προόδου, την ίδια ώρα δεν βλέπω κανένα κόμμα της κεντροαριστεράς, και μιλάω για την Ευρώπη γενικότερα αλλά και για την Ελλάδα ειδικότερα, το οποίο να έχει αντιληφθεί αυτές τις τάσεις και να τις έχει εντάξει στο πολιτικό του πρόγραμμα. Και να σας πω ένα παράδειγμα. Σήμερα έχουμε μια αποσυγκέντρωση της παραγωγής. Όταν όλα παράγονταν στην Κίνα, σήμερα βλέπουμε να ψάχνουν τοπικές κοινωνίες στις οποίες να χτίσουν τους χώρους παραγωγής τους. Αυτή η τάση υφίσταται, αυτό σημαίνει ότι πρέπει να διεκδικήσουμε αυτές τις θέσεις εργασίας, αυτό σημαίνει μια συνεργασία του κράτους με τους συνδικαλιστικούς φορείς. Αυτό είναι μια καινούρια γλώσσα. Σημειωτέον, αυτό συμβαίνει διότι και τα εργατικά στην Κίνα δεν είναι και τόσο συμφέροντα όσο ήταν αλλά και διότι είναι μεγάλο το κόστος το οικονομικό και το περιβαλλοντικό να φέρεις ένα φθηνό προϊόν από την Κίνα στην Ευρώπη ή την Αμερική. Άρα, μας δίνεται μια ευκαιρία να δημιουργήσουμε μια νέα οικονομία στη χώρα αλλά εδώ θα πρέπει να συνεργαστούμε για να διεκδικήσουμε αυτή την οικονομία και να την πάρουμε. Δεν βλέπω κανένα από τα σοσιαλιστικά κόμματα στη χώρα μας να σκέφτεται με αυτόν τον τρόπο. Υπάρχει ένα μεγάλο ζήτημα δημοκρατίας, ο κόσμος δεν νιώθει ότι η δημοκρατία που ψηφίζεις κάθε τέσσερα χρόνια επαρκεί και θέλει να συμμετέχει πιο πολύ στην καθημερινότητα των αποφάσεων. Και αντ’αυτού βλέπουμε κόμματα που δεν είναι ακόμα έτοιμα να ανοίξουν σε πραγματικά δημοκρατικές διαδικασίες. Βλέπουμε ένα Κίνημα Αλλαγής στο οποίο η κριτική είναι ακόμα ευκαταφρόνητη, βλέπουμε έναν ΣΥΡΙΖΑ ο οποίος λέει «ναι θα ανοίξουμε αλλά περιμένετε ένα λεπτό να τα βρούμε μεταξύ μας διότι υπάρχει μια διαφωνία στο τι θέσεις μπορούμε να πάρουμε». Και συμπεριφερόμαστε στον χώρο της κεντροαριστεράς σαν σύνολο λες και είμαστε άνθρωποι που περιμένουμε κάποια θεσούλα για να κάτσουμε. Είναι κατώτερα των περιστάσεων αυτά διότι αυτή τη στιγμή η μεγάλη αγωνία ενός ανθρώπου που βρίσκεται στον χώρο μας είναι να δημιουργηθούν ξανά ανθρωποκεντρικές συνθήκες, συνθήκες τέτοιες που να προοδεύει η κοινωνία με επίκεντρο τον άνθρωπο. Δεν είναι για τη θέση που αγωνιούμε. Άρα οι ηγεσίες αυτών των κομμάτων πρέπει να σταματήσουν να σκέφτονται με αυτούς τους όρους και να αρχίσουν να σκέφτονται πώς θα εντάξουν την κοινωνία μέσα στα κόμματα. Όχι ο Παύλος, ο Γιώργος, ο Χρήστος. Αν δεν αλλάξουν, τότε οι τάσεις που υπάρχουν στην κοινωνία θα τους ξεπεράσουν.”

“Είναι πολύς καιρός τώρα που οι τάσεις δείχνουν προς το δίκαιο εμπόριο το οποίο σημαίνει εργασιακά δικαιώματα, προστασία του περιβάλλοντος, προστασία του καταναλωτή, όλα αυτά, θα προστατεύονται παγκοσμίως και όχι μόνο στις τοπικές κοινωνίες, διότι όσο προστατεύονται μόνο στις τοπικές κοινωνίες φεύγουν οι θέσεις εργασίας από την Ελλάδα και πάνε ανατολικά. Εάν θέλουμε δίκαιο αντί για ελεύθερο εμπόριο, πρέπει επιτέλους να το πούμε, δεν πρέπει να κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλό μας, δεν πρέπει να κάνουμε τους αρεστούς μόνο στους Ευρωπαίους. Πρέπει να έχουμε το θάρρος να πούμε ότι αυτή είναι η ελληνική σοσιαλιστική άποψη και να την υποστηρίξουμε. Αυτό δεν θα το κάνουν ποτέ άνθρωποι που διαπραγματεύονται για καρέκλες. Θα το κάνει η κοινωνία όταν καταλάβει ότι έχει τη δύναμη να το επιβάλλει. Ο κόσμος περιμένει και θα πρέπει να δουλέψουν γρήγορα πια.”

“Τη συνεργασία πρέπει να τη σκέπτεστε πάντα σε κοινωνικό επίπεδο. Σε κομματικό επίπεδο, οι άνθρωποι όταν λένε συνεργασία συνήθως διαπραγματεύονται καρέκλες. Η κοινωνία δεν αντιλαμβάνεται και δεν ενδιαφέρεται για το ποιος θα πάρει ποια καρέκλα μεταξύ του ΣΥΡΙΖΑ και του Κινήματος Αλλαγής. Ενώ υπάρχουν πολλά θέματα στα οποία συμφωνούν οι δύο χώροι, τα χαλάνε διότι ο ένας λέει με ρίχνεις, ο άλλος λέει δεν μου συμπεριφέρθηκες σωστά. Δεν μπορούμε να κάνουμε συζήτηση για την κεντροαριστερά πάνω σε αυτή τη βάση.”

“Ο κ. Μητσοτάκης είναι καλός τεχνοκράτης και αποδείχτηκε καλός σε ένα τεχνοκρατικό πρόβλημα. Αυτό δεν θα του το αρνηθώ καθόλου και τον τιμά. Φαίνεται να ήταν ο σωστός άνθρωπος τη σωστή ώρα. Αυτό που πρέπει να καταλάβει κι εκείνος πρωτίστως είναι ότι η επόμενη μέρα δεν θα είναι τεχνοκρατική, θα είναι βαθιά πολιτική. Διότι η μεγάλη πρόκληση θα είναι να κρατήσουμε την ελληνική κοινωνία ενωμένη, να νιώθουμε ακόμα ότι είμαστε όλοι στην ίδια βάρκα και ότι δεν είναι ο ένας Έλληνας που χαίρεται κάποια προνόμια από την κυβέρνηση απέναντι στον άλλον Έλληνα που δεν τα χαίρεται και αυτό δεν γίνεται με τεχνοκρατικές λύσεις. Εδώ θέλει μια αντιμετώπιση περισσότερο πολιτική, περισσότερο ευαίσθητη, πολύ πιο κοινωνική. Να πούμε ότι από αυτό δεν θα βγούμε ένας ένας, δεν θα βγούμε μόνο βασισμένοι ο καθένας στις δυνάμεις του αλλά θα δημιουργήσουμε τις συνθήκες, με έναν σωστό προγραμματισμό, με σωστούς εθνικούς στόχους έτσι ώστε όλοι να μπορούμε να δουλέψουμε προς την ίδια κατεύθυνση. Δεν είναι ατομικό το θέμα και δεν είναι συγκεντρωτικό. Αυτό που πρέπει να καταλάβει ο κ. Μητσοτάκης είναι ότι ενώ η συγκέντρωση της εξουσίας εξυπηρέτησε σωστά την αντιμετώπιση της πανδημίας, η συγκέντρωση της εξουσίας δεν θα βοηθήσει στην αντιμετώπιση της επόμενης μέρας. Εδώ πρέπει να ανοίξει το παιχνίδι, να μπει η κοινωνία μέσα, να νιώσουμε όλοι ότι συμμετέχουμε σε μια διευρυμένη σειρά στόχων για τη χώρα, ο καθένας εκεί που μπορεί να συμβάλει, ώστε όλοι μαζί να νιώθουμε ότι χτίζουμε την επόμενη μέρα της χώρας. Αν το πετύχει αυτό θα είναι μεγάλος μάγκας αλλά για την ώρα ξέρουμε μόνο ότι ξέρει να αντιμετωπίζει τα τεχνοκρατικά θέματα ως τεχνοκράτης και παρά το ότι, επαναλαμβάνω, τον τιμά αυτό, δεν φτάνει.”

“Η ευθύνη δεν πρέπει να πέσει στα πρόσωπα. Δεν είναι η Μενδώνη εναντίον ενός άλλου υπουργού ή οι τάδε ερμηνευτές εναντίον άλλων. Δεν πρέπει να σκεφτόμαστε έτσι. Υπήρχε ένα πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα που αρκετοί καλλιτέχνες ούτε ήθελαν το κράτος να βλέπει τη δική τους συμμετοχή ως μια οικονομική δραστηριότητα, ενώ ξέρουμε ότι είναι. Και ενώ είμαι από τους ανθρώπους που πιστεύω ότι ο πολιτισμός πραγματικά δεν αγοράζεται με χρήμα, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι γύρω από τον πολιτισμό υπάρχει μια ολόκληρη οικονομία την οποία πρέπει κάποια στιγμή να οργανώσουμε. Είναι λάθος ότι πολλά καλλιτεχνικά δρώμενα λειτουργούν στη μαύρη οικονομία, είναι λάθος ότι πολλοί εργοδότες δεν σκέφτονται τους ηθοποιούς ως ανθρώπους που μέσα από αυτή τη διαδικασία βγάζουν το μεροκάματό τους. Άρα, πρέπει να κάνουμε μία μεταστροφή της αντίληψής μας για τον πολιτισμό, ώστε να ξέρουμε ποιο είναι το καθαρά δημιουργικό κομμάτι και ποιο κομμάτι αφορά θέσεις εργασίας ,για έναν ηθοποιό, για έναν ηχολήπτη, για έναν φωτιστή. Αυτοί είναι άνθρωποι που δεν είχαν για χρόνια μια σωστή εργασιακή υπόσταση. Μέσα σε αυτό το θολό τοπίο θα υπάρχει πάντα μία ένταση. Δείτε μόνο τι αγώνας έχει γίνει για τα θέματα των δικαιωμάτων των ηθοποιών και πόσο μεγάλη διχογνωμία υπάρχει στο θέμα των δικαιωμάτων μεταξύ των δημιουργών. Ακόμα και εκεί που θα έπρεπε να είναι ξεκάθαρα τα πράγματα και να προστατεύεται ο δημιουργός για τα πνευματικά του δικαιώματα, ακόμα κι εκεί υπάρχουν δημιουργοί που δεν συντάσσονται με μια καθολική λύση αυτού του προβλήματος. Έχουν γίνει πολλές κινήσεις και η τελευταία κυβέρνηση προχώρησε τα θέματα λίγο αλλά είμαστε πολύ πίσω από εκεί που θα έπρεπε να είμαστε. Ένας ευρύτερος διάλογος πάνω σε αυτά τα θέματα νομίζω ότι χρειάζεται και πρέπει να τον κάνουμε με ειλικρίνεια πια. Για να σταματήσουμε να κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλό μας, η πολιτεία να δίνει μεγαλύτερη έμφαση στα αρχαϊκά – και δεν είναι η κα Μενδώνη μόνο, είναι η πολιτεία γενικότερα- και να αρχίσουμε να σκεφτόμαστε τη σύγχρονη δημιουργία ως μια έκφραση του ελληνισμού που συνεχίζει μια πολύ μεγάλη παράδοση.”