Παύλος Νιρβάνας: Ωραιοφοβία

"Ποτέ μου δεν μπόρεσα ν’ αντικρύσω ένα όμορφο ηλιοβασίλεμα, χωρίς να κυριέψει την ψυχή μου μια θανάσιμη μελαγχολία..."

by Times Newsroom 1

ΠΑΥΛΟΣ ΝΙΡΒΑΝΑΣ*

Παύλος Νιρβάνας (1866-1937)

Ωραιοφοβία

ΕΝΑ ΑΠΟ ΤΑ ΩΡΑΙΑ αυτά φθινοπωρινά δειλινά, ήμουν καθισμένος με κάποιο φίλο σ’ ένα καφενεδάκι της ακρογιαλιάς του Παλαιού Φαλήρου. Όσο κατέβαινε όμως ο Ήλιος προς τη δύση του, μέσα σε μια χρυσή αποθέωση, έτοιμος να βουτήξει στα κύματα, ο φίλος άρχισε να δείχνει κάποια ανεξήγητη ανησυχία. Μια στιγμή μου είπε:

– Πάμε να φύγουμε;

Τον αποπήρα:

– Τι λες, καημένε; Τώρα να φύγουμε; Να χάσουμε το θαυμάσιο αυτό ηλιοβασίλεμα; Είναι από τα ωραιότερα θεάματα που μπορεί ν’ απολαύσει κανείς στο προνομιούχο τούτο ακρογιάλι. Και μου λες να φύγουμε;

– Γι’ αυτό ακριβώς σε παρακαλώ να φύγουμε, μου είπε. Πες με τρελό, πες με ό,τι θέλεις, αλλά μου είναι αδύνατο ν’ ανθέξω σε τόση ομορφιά. Ποτέ μου δεν μπόρεσα ν’ αντικρύσω ένα όμορφο ηλιοβασίλεμα, χωρίς να κυριέψει την ψυχή μου μια θανάσιμη μελαγχολία. Βλέποντας τον Ήλιο να βασιλεύει και να χάνεται μέσα στα κύματα, νομίζω, πως χάνομαι και σβήνω κι εγώ μαζί του. Έχω την εντύπωση, ότι όλα τελείωσαν πια για με.

Σηκώθηκε ταραγμένος από το κάθισμά του, γυρίζοντας την πλάτη του προς το υπέροχο θέαμα, και με τράβηξε από το χέρι.

– Πάμε. Σε παρακαλώ. Θα μου κάνεις χάρη. Αν θέλεις να μείνεις, εγώ φεύγω μοναχός μου. Δεν μπορώ.

Ήτανε τόσο αξιολύπητος, που δεν μπόρεσα να του αρνηθώ την περίεργη χάρη, που μου ζητούσε. Σηκωθήκαμε και φύγαμε. Εκείνος προχωρούσε μπροστά, βιαστικός, σα να τον κυνηγούσαν. Φώναξε ένα ταξί, που περνούσε. Μ’ έβαλε μέσα και είπε στο σωφέρ:

– Στην Αθήνα. Γρήγορα παιδί μου, γιατί είμαστε βιαστικοί.

Και ύστερα, σα να μιλούσε με τον εαυτό του:

– Στην Αθήνα, στα σπίτια, στα φώτα, στους ανθρώπους. Γρήγορα!

Βγήκαμε στο Σύνταγμα, και καθήσαμε σ’ ένα τραπεζάκι του Ζαχαράτου, μέσα στην πολυκοσμία της βραδινής ώρας, την κίνηση του πλήθους, το θόρυβο των τραμ, των λεωφορείων, των αυτοκινήτων, την πολιορκία των λούστρων, των λαχειοπωλών, των φιστικάδων, των ζητιάνων, τα διαλαλήματα των εσπερινών εφημερίδων.

Ο φίλος είχε αρχίσει να ξαναβρίσκει την ισορροπία του. Είχε ξαναγίνει πάλι εύθυμος και ομιλητικός.

– Τόσο σε πειράζει λοιπόν ένα ωραίο ηλιοβασίλεμα; τον ερώτησα.

– Όχι μονάχα ένα ωραίο ηλιοβασίλεμα… μου είπε. Όλες οι φυσικές ομορφιές. Δεν μπορώ βέβαια ν’ αρνηθώ την ομορφιά τους, αλλά μου είναι αδύνατο ν’ ανθέξω στο αντίκρυσμά τους. Με αρρωσταίνει. Θέλεις άλλο; Δεν μπορώ να υποφέρω το φεγγάρι. Μια φεγγαρόλουστη νυχτιά στην Αττική με κάνει θανάσιμα δυστυχισμένον· τις νύχτες αυτές, που όλοι τρέχουν στις εξοχές και τα περιγιάλια ν’ απολαύσουν την ομορφιά του φεγγαριού, εγώ τρυπώνω μέσα στην πόλη, κρύβομαι στο σπίτι μου. Με το τελευταίο αυγουστιάτικο φεγγάρι, που δεν έμεινε άνθρωπος μες στην πόλη, εγώ κλεινόμουν από νωρίς στο σπίτι μου. Και δεν κλεινόμουν μόνο. Έκλεινα και τα παντζούρια του δωματίου μου, κατέβαζα και τις κουρτίνες ακόμα, για να μη μπαίνει μέσα ούτε μια αχτίδα από το φως του φεγγαριού.

– Όλες οι φυσικές ομορφιές λοιπόν… του ξαναείπα.

– Όλες. Δεν κατάφερα ποτέ μου να μείνω σε μια ωραία εξοχή· τα δένδρα, οι σκιές, οι πρασινάδες, η απόλυτη ησυχία, η θεία ομορφιά, όλα τα μυστήρια, που φέρνουν τη γαλήνη στις ψυχές των άλλων ανθρώπων και κάνουν την ευτυχία των ρομαντικών και των ερωτευμένων, εμένα μου φέρνουν δύσπνοια. Ένας φόβος περίεργος με κυριεύει. Ένας οίκτος απέραντος πλημμυρίζει την ψυχή μου. Κάποτε με είχαν καλέσει να περάσω λίγες μέρες σε μια ωραία εξοχή. Δεν είχα προσέξει ακόμα την αδυναμία μου αυτή. Ένιωθα, όμως, ότι μια αβάσταχτη μελαγχολία άρχισε να με κυριεύει. Στο σάλεμα των κυπαρισσιών έβλεπα μυστικά κινήματα μιας οικουμενικής απελπισίας, το θρόισμα των φύλλων μιας λεύκας, που παράστεκε τα παράθυρά μου, μου φάνταζε σαν πνιγμένος θρήνος παραπονεμένων ψυχών, οι φωνές του γκιώνη τη νύχτα μού σπάραζαν την καρδιά μου. Πήγα να τρελαθώ. Βρήκα μια πρόφαση στους καλούς ανθρώπους, που με είχαν καλεσμένο, και σε δυο μέρες μέσα έφυγα, με όλο τον κίνδυνο να παρεξηγηθώ από τους φίλους μου.

Ο φίλος μου σώπασε. Σε λίγο σηκωθήκαμε από το καφενείο, για να πάμε να φάμε στο ξενοδοχείο. Καθώς περνούσαμε μπροστά από την οδόν Ερμού πρόσεξα, ότι ο φίλος μου γύριζε επίμονα το πρόσωπό του προς την πλατεία, σα ν’ αναζητούσε κάποιον.

– Γυρεύεις κανέναν; τον ερώτησα.

– Όχι… μου εξομολογήθηκε, αφού είχε μπει, μια φορά, στο δρόμο των εξομολογήσεων. Δεν μπορώ ν’ αντικρύσω την οδόν Ερμού. Έρημη όπως είναι σήμερα Κυριακή, με τα μαγαζιά κλειστά, χωρίς κίνηση ανθρώπων και αμαξιών, μου κάνει την εντύπωση ενός δρόμου ερειπωμένης πολιτείας. Δεν αρνούμαι, ότι το θέαμα έχει μια ρομαντική ομορφιά. Αλλά γι’ αυτό ακριβώς δεν μπορώ να το υποφέρω. Αν γύριζα από κει τα μάτια μου, θα μπορούσα να κλάψω.

Και με τράβηξε βιαστικά προς την πολυθόρυβη και πολύφωτη οδό Σταδίου, όπου ξαναβρήκε πάλι την ισορροπία του.

Δεν θυμούμαι καλά ποιος Γάλλος μυθιστοριογράφος λέει για τη Βενετία, πως είναι ωραία μονάχα για ζευγάρια αρραβωνιασμένων και νιόπαντρων, που πάνε να περάσουν εκεί τα μελίμηνά τους. Και συμβουλεύει όσους δεν είναι απόλυτα ευτυχισμένοι, όσους έχουν και τον παραμικρότερο πόνο στην ψυχή τους, να μην περάσουν ποτέ από τη Βενετία. Η ομορφιά της θα τους θανατώσει.

Ο φίλος μου, με την παράξενη ωραιοφοβία του, ανήκει, χωρίς άλλο, στους ανθρώπους της δεύτερης κατηγορίας. Δεν είναι αρκετά ευτυχισμένοι για ν’ ανθέξουν στο αψύ πιοτό, που μας κερνάει η Φύση στις πανηγυρικές της στιγμές.

  • Παύλος Νιρβάνας, Από την ζωήν και από την τέχνην, 1929-1937

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ:

Παύλος Νιρβάνας

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή