Περί δημοσίων θεαμάτων…

Ο Ζαν Ζακ Ρουσό και η κριτική των ηθών τού χθες και του σήμερα

by Times Newsroom 1

ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΠΑΓΙΩΡΓΗΣ*

ΕΙΝΑΙ ιστορική διαπίστωση –αλλά και αξίωμα– ότι οι κοινωνίες δεν γυρίζουν πίσω. Όχι πως αρνούνται το παρελθόν τους ή τους είναι ξένη η νοσταλγία για το παρωχημένο, αλλά ό,τι κερδηθεί στον πολιτισμό καθιερώνεται άπαξ δια παντός, επιβάλλεται σαν τετελεσμένη κατάσταση, η οποία δεν επιτρέπει την υποτροπή από το ανώτερο ή το κατώτερο ή από το σύγχρονο στο πεπαλαιωμένο. Η τεχνική, για παράδειγμα, όποιο κόστος και αν απαιτεί, παραμένει οικεία αλήθεια και αξιοζήλευτο εργαλείο. Η σκέψη να επανέλθουμε στην τροχάμαξα, να εγκαταλείψουμε τις εναέριες μετακινήσεις, τα πυροβόλα ή πυρηνικά όπλα, τον ηλεκτρικό φωτισμό, την τηλεφωνική συνδιάλεξη, τις γιγαντουπόλεις ή τα πλωτά μεγαθήρια σήμερα δεν έχει κανένα νόημα. Σκληρή εξ ορισμού, η πραγματικότητα δεν μπορεί να βιωθεί έξω από τα κεκτημένα της. Κατά συνέπεια και η εμπορία του θεάματος που συνυφαίνεται στενά με την τεχνική, όποια κριτική και αν υφίσταται, αποκλείεται να καταδικαστεί σε θάνατο. Η τηλοψία, που ακολούθησε την τηλεφωνία και την τηλακοή, αποτελεί καύχημα του 20ού αιώνα που έθεσε με νέους όρους το πρόβλημα της πολιτικής εισβολής, της διαχείρισης της κοινής γνώμης και βέβαια το ποιόν των δημοσίων θεαμάτων – πάντα πολύ κοντά και πολύ μακριά στα κοινά ήθη.

Σε ένα κλασικό βιβλίο που κυκλοφόρησε πρόσφατα (Ζαν Ζακ Ρουσό,”Επιστολή στον Ντ’ Αλαμπέρ περί θεαμάτων”, Στάχυ ένας διανοητής του Διαφωτισμού –ανίδεος ακόμα για την τεχνική έκρηξη που θα γνωρίσει η Ευρώπη τους επόμενους αιώνες– κατατρίβεται ευφυώς στο πρόβλημα του δημοσίου θεάματος που δεν αφορά βέβαια τη φωτισμένη οθόνη, αλλά την “αθώα” σκηνή του θεάτρου. Είναι θεμιτό στη γενέτειρα πόλη του, τη Γενεύη, να στηθεί θέατρο; Η απορία σήμερα ηχεί ακατανόητα, αλλά τότε είχε απτό νόημα. Σε μια ειρηνική πόλη μερικών χιλιάδων κατοίκων όπου η εργασία, η θρησκεία, το κοινό φρόνημα, η καθημερινή αλληλομειξία έχουν δική τους ατμόσφαιρα και καθιερωμένα καθεστώτα, πώς θα γίνει δεκτή μια θεατρική σκηνή; Πριν από όλα είναι ένα καινό δαιμόνιο. Ο κάτοικος που εργάζεται ως ωρολογοποιός ή ως καλλιεργητής μπορεί να παίζει έναν κοινωνικό “ρόλο”, αλλά δεν έχει ουδεμία σχέση με τον ηθοποιό που ανεβαίνει στο σανίδι για να υποδυθεί (εδώ βρίσκεται το επικίνδυνο ψεύδος) αισθήματα που δεν αναδύονται αυθόρμητα από την καρδιά του, να διαπράξει νεύματα υπαγορευμένα, να υποβάλει τέλος πάντων τον εαυτό του σε μια ψυχική δοκιμασία που δεν είναι “πραγματική”, αβίαστη, αλλά επιβάλλεται τεχνητά έξωθεν, υποκριτικά με ένα λόγο, μια και ο ηθοποιός είναι ένας “υποκριτής”.

Πλατωνικά καθοδηγούμενος, ο Ρουσό θέτει ένα ακατάλυτο ερώτημα: όποιος επιδίδεται στη μίμηση (ενός πόνου που δεν νιώθει, ενός πένθους που δεν τον βρήκε, μιας χαράς που δεν είναι αληθινή) αποκλείεται να είναι “ηθικός”. Ο ηθοποιός (και όλες οι τέχνες προϋποθέτουν μια κάποια ηθοποιία) είναι μια κίβδηλη αξία που εισάγεται θριαμβευτικά σε μια κοινότητα για να κλονίσει τα θεμέλιά της. Όσο γι’ αυτά τα θεμέλια, ο Ρουσό τα θεωρεί απτά και κατονομάσιμα. Το ιδανικό του (πάνω στο οποίο στήριξε και τη θεωρία του για το “Κοινωνικό συμβόλαιο”) είναι οι κυκλικοί χοροί της Γενεύης, τα ντόπια πανηγύρια και οι συλλογικές εορτές. Στην κοινή εορτή όπου όλοι εγείρονται –για να γιορτάσουν, να δουν και να ειδωθούν, να πάρουν και να δώσουν χαρά, να εξωτερικεύσουν το μέσα τους παραδίδοντάς το σε μια φιλική κοινότητα που το επιστρέφει και πάλι στην καρδιά εμπλουτισμένο– δεν υπάρχει μίμηση, αλλά έκρηξη. Κυρίως, δεν υπάρχει θέαμα (ηθοποιός και θεατής), αλλά και δράμα όπου όλοι παίζουν και όλοι βλέπουν μη εξαιρουμένων και των νεκρών. Όταν ο Ρουσό μιλούσε για δημοκρατία, ουσιαστικά αντλούσε από το αρχέτυπο της Γενεύης, που αγνοούσε τους διαχωρισμούς ανάμεσα σε θέμα και θεατή.

Σύμφωνα με αυτή τη λογική, ό,τι είναι άμεσο, πηγαίο, αυθόρμητο ανήκει στην τάξη των θετικών αξιών, αντίθετα, ό,τι είναι έμμεσο, μεσολαβημένο, προϊόν μιμήσεως αποσκοπεί στην υπονόμευση της ηθικής τάξης. Αν λοιπόν μεταφερθούμε στη δική μας εποχή, το εκπληκτικό δεν είναι ότι όλα συμβαίνουν με αντιρουσικό τρόπο, αλλά ότι αγνοούμε απολύτως πως κάποτε οι άνθρωποι –και τι άνθρωποι!– θεωρούσαν απορριπτέο και ευτελές αυτό ακριβώς που εμείς εκλαμβάνουμε ως ταυτότητα νεωτερισμού. Ο Ρουσό έφτασε σε σημείο να πετάξει το ρολόι του σαν καταραμένη “μεσίτευση”– του αρκούσε να συμβουλευτεί τον ουρανό για να δει την ώρα. Σήμερα μπορούμε να θέσουμε αλλιώς την ερώτηση: Υπάρχει μήπως κάτι που δεν είναι μεσιτευμένο; Το νερό δεν το πίνουμε στη βρύση, αλλά μέσα από σωλήνες· το φαγητό φτάνει σε εμάς μετά από πολλαπλές μεσολαβήσεις· το ίδιο με τα ενδύματα, με το φως, τα φάρμακα κ.λπ.

Ο πολιτισμός, υλικός και πνευματικός, αποθεώνει τη μεσίτευση για να εξασφαλίσει την ευζωία. Πέρα από τις όποιες γραφικότητες και αφέλειες, τα φιλοσοφικά ερωτήματα δεν φθείρονται από αιώνα σε αιώνα. Ακόμα και σήμερα, ειδικά σήμερα, το ζήτημα της αμεσότητας έστω και με άπειρες μεταναστεύσεις παραμένει εκκρεμές και επίκαιρο. Όσα και αν είναι τα δικαιώματα που δίνουμε στο μεσολαβητή, το βαθύτερο αίτημα αφορά πάντα την αυθεντική επαφή με το πηγαίο. Ως εκ τούτου, το φρόνημα του σημερινού “θεατή”,”καταναλωτή”, “καταβροχθιστή” θεαμάτων και μεσιτεύσεων είναι η αντοχή απέναντι στο τεχνικό ψεύδος που του υπόσχεται την αλώβητη αλήθεια.

______________________________________

Πηγή: Επενδυτής, 23/24 Μαρτίου 2002

Κωστής Παπαγιώργης (πραγματικό ονοματεπώνυμο: Κωνσταντίνος Παπαγεωργίου, Νεοχώρι Υπάτης, 20 Μαρτίου 1947 − Αθήνα, 21 Μαρτίου 2014) ήταν δοκιμιογράφος, αρθρογράφος και μεταφραστής φιλοσοφικών έργων. Γεννήθηκε το 1947 στο Νεοχώρι Υπάτης Φθιώτιδας, όπου εργαζόταν ως δάσκαλος ο πατέρας του. Στη συνέχεια έζησε στην Παραλία της Κύμης (1951-1960), στο Χαλάνδρι και εν τέλει στα Εξάρχεια, όπου και διέμεινε μέχρι τον θάνατό του.

Το 1966 πήγε στη Θεσσαλονίκη για σπουδές νομικής και παρέμεινε εκεί για ένα χρόνο. Αργότερα εγκαταστάθηκε στο Παρίσι για σπουδές φιλοσοφίας και παρέμεινε εκεί ώς το 1975. Παρακολούθησε μαθήματα φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο της Βενσέν με καθηγητές, τους Ντελέζ, Λιοτάρ και Σατελέ. Δεν ολοκλήρωσε ούτε τις σπουδές νομικής ούτε αυτές της φιλοσοφίας.

Το 1975 επέστρεψε οριστικά στην Αθήνα και επιδόθηκε στη μετάφραση φιλοσοφικών έργων, αλλά και τη συγγραφή δοκιμιακών κειμένων και βιβλίων. Εξέδωσε και το θεωρητικό περιοδικό «Χώρα». Υπήρξε στενός φίλος του Χρήστου Βακαλόπουλου, για τον οποίο έγραψε και το βιβλίο Γεια σου, Ασημάκη. Είχε επίσης συνεργαστεί με εφημερίδες και περιοδικά, διατηρώντας κατά καιρούς στήλες στην εφημερίδα Επενδυτής, στο περιοδικό Αθηνόραμα, και στην εφημερίδα Lifo. Το 2002 τιμήθηκε με το κρατικό λογοτεχνικό βραβείο μαρτυρίας – χρονικού για τον Κανέλλο Δεληγιάννη.

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή