Πινόκιο, ο ξύλινος φίλος με τη χρυσή καρδιά

Εκατόν τριάντα τόσα χρόνια μετά το θάνατο του δημιουργού του, ο Πινόκιο είναι πιο ζωντανός παρά ποτέ

by Times Newsroom 1

Ο ΠΙΝΟΚΙΟ είναι το καμάρι της ιταλικής λογοτεχνίας; Περισσότερες από τριάντα διαφορετικές εκδόσεις, κινηματογραφικές ταινίες (μεταξύ των οποίων και το θρυλικό φιλμ του Ντίσνεϊ), τηλεοπτικές παραγωγές, μεταφράσεις σε πολλές γλώσσες (ακόμα και στη διάλεκτο Μπαντού), πωλήσεις που τις ξεπερνά μονάχα η Βίβλος. ήδη συμπληρώνονται εκατόν τριάντα ένα χρόνια από το θάνατο του δημιουργού του. Ο Κάρλο Λορεντσίνι (Carlo Lorenzini, 24 Νοεμβρίου 1826 – 26 Οκτωβρίου 1890), γνωστός με το καλλιτεχνικό του όνομα Κάρλο Κολόντι (Carlo Collodi) ήταν δημοσιογράφος, όχι ιδιαίτερα επιτυχημένος, κι έγινε σχεδόν τυχαία ο συγγραφέας αυτού του μικρού αριστουργήματος.

 

Στην πόλη Κολόντι έχει ανεγερθεί μια εκδοχή της μαριονέτας ύψους 63 ποδιών. Η πόλη χρησιμοποιήθηκε ως λογοτεχνικό ψευδώνυμο για τον δημιουργό της διάσημης παιδικής ιστορίας, Carlo Collodi (πέρασε πολύ χρόνο εκεί ως παιδί) και το κοντινό πάρκο Pinocchio του χωριού αφηγείται την αρχική ιστορία του Collodi μέσα από διάφορα γλυπτά, ψηφιδωτά, παραστάσεις, κι αλλα.

Η παρουσία του πανύψηλου Πινόκιο, ωστόσο, είναι μακράν η πιο δελεαστική φυσική υπενθύμιση της ιστορίας του Collodi. Με ύψος 52 πόδια (63 αν συμπεριλάβετε τον πλίνθο), είναι ο ψηλότερος Πινόκιο στον κόσμο. Αυτό το τελευταίο αφιέρωμα στη διάσημη μαριονέτα βρίσκεται σε δημόσιο χώρο ακριβώς απέναντι από το πάρκο Πινόκιο, καθιστώντας την περιοχή έναν μικρόκοσμο για τη συντριπτική υπερηφάνεια του χωριού για τον Κολόντι και τον χαρακτήρα του.

Κυκλοφόρησε επίσης μια ανθολογία δοκιμίων για τον Πινόκιο από σημαντικούς Ευρωπαίους κριτικούς με τον τίτλο “Pinocchio esportazione”.

Η ιστορία του Πινόκιο πρωτοπαρουσιάστηκε σε συνέχειες σε ένα παιδικό περιοδικό, ενώ το βιβλίο βγήκε αργότερα, το 1883. Συγγραφέας του ένας ευϋπόληπτος εργένης, δημοσιογράφος στο επάγγελμα – για ένα διάστημα χρημάτισε λογοκριτής θεάτρου, υπάλληλος του Μεγάλου Δούκα της Τοκάνης. Στα νιάτα του ήταν ένθερμος δημοκράτης, αλλά αργότερα η στάση του έγινε πολύ πιο μετριοπαθής. Οξύς παρατηρητής των ηθών της Τοσκάνης, ιδρυτής εφημερίδων και περιοδικών και μανιώδης τζογαδόρος, σκέφτηκε να γράψει τις “Περιπέτειες μιας μαριονέτας” (Le avventure di un burattino), που τελικά ονομάστηκε «Οι Περιπέτειες του Πινόκιο», κυρίως για να βγάλει κάποια χρήματα και για να κερδίσει ένα στοίχημα. Ολόκληρος ο τίτλος: Οι περιπέτειες του Πινόκιο: Η ιστορία μίας μαριονέτας (Le avventure di Pinocchio: Storia di un burattino‎).

Ο Φλωρεντινός μικροεκδότης Πάτζι του πλήρωσε πεντακόσιες λιρέτες γι όλα τα δικαιώματα και ο Κολόντι έπαψε να ενδιαφέρεται για το βιβλίο του. Ήταν η εποχή που τα βιβλία για τα παιδιά, ήταν γεμάτα συναισθηματισμούς και συμβουλές, με σκοπό να τους εμφυσήσουν χρηστά ήθη. Τα σχολιαρόπαιδα είχαν βαρεθε΄τα εκατοντάδες χιλιάδες αντίτυπα του “Τζιανέτο”, αλλά δεν είχαν άλλες επιλογές στη διάθεσή τους, παρ’ όλο που την ίδια εποχή είχαν ήδη αρχίσει να εκδίδονται τα μυθιστορήματα του Ιουλίου Βερν.

Τότε, όμως, μέσα σε λιγότερο από μια δεκαετία τρία διαφορετικά βιβλία ήρθαν να ταράξουν τα νερά στα ιταλικά βιβλιοπωλεία – ο “Πινόκιο” το 1883, η “Καρδιά” του Ντε Αμίτσις το 1886 και, το 1891, η “Επιστήμη στην κουζίνα” του Πελεγκρίνο Αρτούζι. Όλα έγιναν μπεστ-σέλερ. Το πρώτο έμεινε αθάνατο, το δεύτερο, αν και κατώτερο, καταβροχθίστηκε από τα παιδιά, ενώ το τρίτο ήταν μια γαστρονομική βίβλος που κυριάρχησε στην Ιταλία μέχρι τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Ο Πινόκιο δεν έγινε επιτυχία αμέσως. Κέρδισε σιγά-σιγά δημοτικότητα, έτσι ώστε να γίνουν τρεις εκδόσεις όσο ζούσε ο Λορεντσίνι, παρ’ όλο που ο ίδιος δεν ενδιαφερόταν καθόλου για το δημιούργημά του. Σήμερα, υπάρχουν στα βιβλιοπωλεία πάνω από τριάντα διαφορετικές εκδόσεις, ενώ έχουν πουληθεί περίπου τρία εκατομμύρια αντίτυπα από το 1883.

Pinocchio by Enrico Mazzanti (1852-1910)

Εκατοντάδες υπήρξαν οι εικονογραφήσεις του Πινόκιο. Συνιστούμε στους θαυμαστές του και στους επίδοξους συλλέκτες την πρώτη θρυλική εικονογράφηση του Μαζάντι. Ο Τοσκανός Κιόστρι ήταν ένας άλλος σπουδαίος εικονογράφος του Πινόκιο, στις αρχές του 20ού αιώνα, ενώ στα μεταπολεμικά χρόνια οι πιο γνωστές εικονογραφήσεις είναι τα χαριτωμένα, αφελή σχέδια του Πιέρο Μπερναρντίνι και τα ασυνήθιστα πολύ πρωτότυπα του Τζακοβίτι. Πιο πρόσφατα, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν ο “Πινόκιο” του Βαλέκι, με εικονογράφηση του Λέο Ματιόλι, και η έκδοση με τις υπέροχες γκραβούρες του Ζιγκφρίντο Μπαρτολίνι.

Γιατί γνώρισε τόσο μεγάλη επιτυχία ο “Πινόκιο”; Ίσως επειδή αυτή η παράξενη ιστορία μιας μαριονέτας αγγίζει, χωρίς να υπάρχει, τέτοια πρόθεση από τον συγγραφέα της, κάποια αρχέτυπα, κάποια βασικά, πανάρχαια ορμέμφυτα της ανθρώπινης ψυχής.

Το βιβλίο, που ο Λορεντσίνι θεωρούσε “σαχλαμάρες για παιδιά”, έχει ερμηνευθεί με πολλούς διαφορετικούς τρόπους τα τελευταία εκατόν τριάντα χρόνια από σοβαρούς μελετητές σ’ όλο τον κόσμο. Ο Πινόκιο έχει συγκριθεί με τους ήρωες του Αριόστο και του Ντάντε, με τον Ιησού Χριστό, τον Οδυσσέα και τον Αινεία. Το αφήγημα έχει εγκωμιασθεί για τη θαυμάσια ισορροπία που δημιουργεί ανάμεσα στ’ όνειρο και την πραγματικότητα, τη φαντασία και την καθημερινή ζωή. Ο συγγραφέας Κάρλο Κασόλα λέει ότι τον προτιμάει από τις νουβέλες του Ντ’ Αννούντσιο, παρ’ όλο που υποστηρίζει ότι στον αιώνα μας, οι πραγματικοί εξερευνητές της παιδικής ηλικίας δεν υπήρξαν οι συγγραφείς παιδικών βιβλίων αλλά οι μεγάλοι μυθιστοριογράφοι όπως ο Προυστ και ο Τζόις.

Η μοίρα του Πινόκιο ήταν αντίστροφη από την πορεία που είχαν άλλα αριστουργήματα όπως ο “Ροβινσών Κρούσος” και τα “Ταξίδια του Γκιούλιβερ”. Αυτά γράφτηκαν αρχικά για ενήλικες και αργότερα έγιναν δημοφιλή παιδικά βιβλία. Ο Πινόκιο αντίθετα ξεκίνησε από παιδικό βιβλίο για να κερδίσει σιγά-σιγά τον τίτλο του αριστουργήματος για όλες τις ηλικίες και να γίνει αντικείμενο εκτεταμένης μελέτης.

Σήμερα, ο μαγικός ρεαλισμός της ξύλινης μαριονέτας, εξακολουθεί να συναρπάζει παιδιά και μεγάλους σε όλο τον κόσμο

Η δημοτικότητα της ιστορίας του Πινόκιο ενισχύθηκε από τον ισχυρό φιλόσοφο-κριτικό Μπενεντέτο Κρότσε (Benedetto Croce), ο οποίος θαύμασε πολύ την ιστορία επιμένοντας: «…πρέπει να το διαβάσει όποιος θέλει να θεωρεί τον εαυτό του καλλιεργημένο άνθρωπο.»

Ο Τζεπέτο ήταν ένας ξυλογλύπτης που ζούσε μόνος χωρίς παιδί. Έτσι αποφάσισε να δημιουργήσει μία μαριονέτα για να τον συντροφεύει στα γεράματα και σκέφτηκε να την ονομάσει Πινόκιο σαν πραγματικό αγόρι. Καθώς άρχισε να σκαλίζει το ξύλο, αυτό άρχισε να γελάει μαζί του προς έκπληξη του γέρου άντρα. Όταν ο Τζεπέτο ολοκλήρωνε το έργο του, η μαριονέτα τον κλώτσησε και το έσκασε. Ενώ ο Πινόκιο έτρεχε στον δρόμο, ένας αστυνόμος τον έπιασε για να τον σωφρονίσει. Αλλά περαστικοί πληροφόρησαν τον αστυνομικό ότι η μαριονέτα ανήκε στον γέρο-Τζεπέτο. Έτσι ο αστυνόμος συνέλαβε τον γέρο αντί τον Πινόκιο.

Αργότερα ο Πινόκιο δυσαρεστημένος έπρεπε να μείνει μόνος στο σπίτι. Όταν πλάγιασε στο κρεβάτι του ένας γρύλλος που μιλούσε τον συμβούλεψε να ακούει τον πατέρα του, για να μην τον βρούνε συμφορές και το μετανιώσει, αλλά ο Πινόκιο τον αγνόησε. Ύστερα πείνασε και προσπάθησε να φάει ένα αuγό το οποίο εκκολάφτηκε και το πουλάκι πέταξε μακριά. Τότε ο Πινόκιο κοιμήθηκε δίπλα στη φωτιά και όταν ο Τζεπέτο γύρισε σπίτι είδε τα πόδια του Πινόκιο να καίγονται. Τάισε αχλάδια τον Πινόκιο ο οποίος διαμαρτυρόταν πως δεν του άρεσαν τα φλούδια, ζητώντας από τον γέρο πατέρα του να τα καθαρίσει. Ο Τζεπέτο του είπε πως θα του έφτιαχνε καινούργια πόδια και ρούχα για να πάει στο σχολείο σαν πραγματικό αγόρι, ενώ χρειάστηκε να πουλήσει το πανωφόρι του (ήταν τόσο φτωχός) για να του αγοράσει αλφαβητάρι.

Καθοδόν για το σχολείο, ο Πινόκιο άκουσε ωραία μουσική που ερχόταν από ένα κουκλοθέατρο. Πήγε να το παρακολουθήσει, πουλώντας το αλφαβητάρι του, και τελικά κατάφερε να γίνει μέλος της παράστασης εκνευρίζοντας τον θιασάρχη, ο οποίος αργότερα συγκινήθηκε με τις ιστορίες του Πινόκιο και τον άφησε ελεύθερο δίνοντάς του πέντε χρυσά νομίσματα. Ξεκινώντας για το σπίτι, ένας γάτος και μία αλεπού τον προσέγγισαν για να του κλέψουν τα νομίσματα, αλλά αυτός τα έκρυψε κάτω από τη γλώσσα του. Έτσι τον κρέμασαν σε μία βελανιδιά, για να περάσουν την επόμενη μέρα να του πάρουν τα νομίσματα από το στόμα. Για καλή του τύχη διασώθηκε από την Γαλάζια Νεράιδα που ζούσε εκεί κοντά. Όταν η νεράιδα τον ρώτησε για τα νομίσματα αυτός είπε ότι τα έχασε και τότε η μύτη του άρχισε να μεγαλώνει. Η νεράιδα του είπε γελώντας: «Να τι παθαίνεις όταν λες ψέματα!». Τότε ο Πινόκιο ζήτησε βοήθεια από τη νεράιδα για να γίνει πραγματικό παιδί και υποσχέθηκε να συνετιστεί και να γίνει υπάκουο παιδί.

Φεύγοντας από την νεράιδα συνάντησε και πάλι τον γάτο και την αλεπού που τον έπεισαν να φυτέψει τα νομίσματά του στην “κουτοχώρα” για να πολλαπλασιαστούν, και έτσι του τα έκλεψαν. Όταν έφτασε στην Τρελόπολη είπε το περιστατικό σε έναν αστυνόμο ο οποίος τον συνέλαβε. Στο μεταξύ ο γέρο-Τζεπέτο βγήκε στα ανοιχτά της θάλασσας να ψάξει για τον γιο του αλλά η βάρκα του βυθίστηκε στην καταιγίδα . Στην φυλακή το μόνο φαγητό για τους κρατουμένους ήτανε φλούδες αχλαδιών και έτσι ο Πινόκιο αποφάσισε να αλλάξει, μελετώντας το αλφάβητο. Όμως, στο κελί του συνάντησε ένα άτακτο παιδί τον Φυτίλη, με τον οποίο γίνανε φίλοι. Όταν βγήκαν από τη φυλακή, καθώς διασκέδαζαν πολύ, μετατράπηκαν σε γαϊδούρια.

Έπειτα, ενώ δούλευε ως γαϊδούρι, σε ένα τσίρκο στην Παιχνιδούπολη, ο Πινόκιο έσπασε το πόδι του και έτσι τον πέταξαν στην θάλασσα. Όταν έπεσε στο νερό μετατράπηκε σε μαριονέτα ξανά και τον κατάπιε μια φάλαινα. Στην κοιλιά της έκπληκτος είδε σε μια γωνιά τον γέρο πατέρα του να κλαίει. Λυτρωμένος πια έτρεξε στον γέρο-Τζεπέτο και αγκαλιάστηκαν συγκινημένοι, ενώ ο Πινόκιο του έλεγε πόσο είχε μετανιώσει για όλα τα λάθη του. Ύστερα βρέθηκαν στην θάλασσα και ένα ψάρι τους πήγε στην ακτή. Η Γαλάζια Νεράιδα που είχε παρακολουθήσει τις εξελίξεις, μετέτρεψε τον Πινόκιο σε πραγματικό αγόρι και έζησε ευτυχισμένος με τον πατέρα του.

ΝΑ ΣΗΜΕΙΩΣΟΥΜΕ και την υπέροχη κινηματογραφική ταινία του Matteo Garrone, που είναι ίσως η ωραιότερη εκδοχή του Πινόκιο, με τον Ρομπέρτο Μπενίνι στο ρόλο του Τζεπέτο.

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή