Πληθωρισμός, πόλεμος, κυρώσεις και άνοδος των επιτοκίων γεννούν φτώχεια

Η οπισθοχώρηση της παγκοσμιοποίησης δεν περιόρισε τις ανεξέλεγκτες ανισότητες κατανομής του εισοδήματος και του πλούτου

by Times Newsroom
  • Μαρία Νεγρεπόντη-Δελιβάνη

Η οπισθοχώρηση της παγκοσμιοποίησης δεν περιόρισε τις ανεξέλεγκτες ανισότητες κατανομής του εισοδήματος και του πλούτου, όπως ελπίζονταν. Και τούτο, επειδή, εκτός του πολέμου στην Ουκρανία και των καταστρεπτικών για τη Δύση κυρώσεων κατά της Ρωσίας, εισέβαλε στην υφήλιο και ένας περίεργος πληθωρισμός σε συνδυασμό με την άνοδο των επιτοκίων.

Αυτό το συνονθύλευμα ανέτρεψε τις ευμενείς αναδιανεμητικές συνέπειες, των «χρημάτων από ελικόπτερο», που εφαρμόστηκαν για την αντιμετώπιση της πανδημίας. Τα κέρδη, απέκτησαν έτσι περισσότερες της μιας όψεις, που από κοινού επιτίθενται εναντίον της αγοραστικής δύναμης των μισθωτών.

Συγκεκριμένα, κατά την τρέχουσα πληθωριστική περίοδο, είναι δυνατόν να διακρίνουμε τρία είδη κέρδους, των οποίων οι ανοδικές τάσεις δεν οφείλονται αποκλειστικά στον πληθωρισμό.

Κλασσικά επιχειρηματικά κέρδη

Να αρχίσω από τα κλασσικά κέρδη των επιχειρηματιών, των οποίων η αύξηση σε περιόδους πληθωρισμού είναι αναπόφευκτη. Οφείλεται στον γνωστό «φαύλο κύκλο», που λειτουργεί σε περιόδους αύξησης του γενικού επιπέδου των τιμών. Πρόκειται για το φαινόμενο της καθυστέρησης των αυξήσεων των ονομαστικών μισθών, απέναντι στις αυξήσεις των τιμών, που αναπότρεπτα καταλήγει σε συνεχείς μειώσεις των πραγματικών μισθών (της αγοραστικής δύναμης των μισθωτών). Η κρατική παρέμβαση, έστω και όταν ειλικρινά το επιδιώκει, δεν διαθέτει μέτρα στη φαρέτρα της, για την αποσόβηση του νομοτελειακού αυτού φαινομένου. Περιττό να προσθέσω ότι και το «καλάθι του νοικοκυριού» ουδόλως αποτελεί λύση. Έχει αποτύχει, οπουδήποτε και αν αυτό εφαρμόστηκε, επειδή κυρίως περιλαμβάνει αγαθά, που στο μεγαλύτερο ποσοστό τους, δεν εμπίπτουν στις προτιμήσεις των καταναλωτών. Αλλά, και επιπλέον, επειδή είναι δύσκολος αν όχι και αδύνατος ο έλεγχος των τιμών των αγαθών, που μπαίνουν στο καλάθι, καθώς αυτό περιφέρεται σε αμέτρητο αριθμό σούπερ-μάρκετ, και σε πολυάριθμα μικρότερα καταστήματα τροφίμων. Πέρα, ωστόσο, από τις παραπάνω γενικές παρατηρήσεις, η έμπνευση της εισαγωγής αυτού του καλαθιού της νοικοκυράς αποτελεί, δυστυχώς, καθαρό εμπαιγμό, ειδικά στην Ελλάδα, εναντίον των χαμηλόμισθων, προς τους οποίους και κυρίως απευθύνεται. Και τούτο διότι, σύμφωνα με τους υπολογισμούς μελέτης του Ινστιτούτου Εργασίας της ΓΣΕΕ, από τον Απρίλιο του 2022 και μετά, η απώλεια της αγοραστικής δύναμης του κατώτατου μισθού κυμαίνεται γύρω στο 19%. Και αν ληφθεί υπόψη ότι τα μνημόνια καθιέρωσαν, για την Ελλάδα, ύψος κατώτατου μισθού, που υπολείπεται του επιπέδου αξιοπρεπούς διαβίωσης, γίνεται αντιληπτό ότι η παρούσα κατάσταση καταδικάζει τους χαμηλόμισθους και τις οικογένειές τους σε φτώχεια και πείνα. Σύμφωνα πάντα με την παραπάνω μελέτη της ΓΣΕΕ, η απώλεια αγοραστικής δύναμης των νοικοκυριών με μηνιαίο εισόδημα χαμηλότερο των 750 ευρώ φθάνει έως και 40%.

Οι θηριώδεις τιμές της ενέργειας Επί των ημερών μας, ωστόσο, η αύξηση του γενικού επιπέδου των τιμών, συνεπεία του πληθωρισμού, δεν αποτελεί τον μοναδικό λόγο επιδείνωσης του τρόπου εισοδηματικής κατανομής. Σε αυτόν θα πρέπει να προστεθεί και η καταιγιστική αύξηση των τιμών της ενέργειας, που οφείλεται στις διακοπές των αλυσίδων εφοδιασμού, συνεπεία του Covid-19, στις αδιανόητα επιπόλαιες αποφάσεις της Δύσης, αλλά και στην ενθάρρυνση της αισχροκέρδειας, που εδώ στην Ελλάδα μας καταδικάζουν να έχουμε τις υψηλότερες τιμές ενέργειας στην Ευρώπη. Η Κυβέρνηση, στον τομέα αυτόν, ευθύνεται για την μη πάταξη της αισχροκέρδειας. Αλλά, ευθύνεται, ακόμη, και για το γεγονός ότι ασπάστηκε με ανεπίτρεπτη ζέση, την παιδαριώδη υπόθεση της Δύσης, ότι δήθεν αυτή έχει το δικαίωμα να επιβάλλει κυρώσεις στη Ρωσία, με απώτερο στόχο την εξαφάνισή της από προσώπου Γης, ενώ η Ρωσία δεν θα αντιδρούσε. Τι να προσθέσει κανείς σε αυτό το φιάσκο, αν όχι την επανάληψη της τόσο θλιβερής διαπίστωσης, που αναφέρεται στο προχωρημένο στάδιο παρακμής της Δύσης, και κυρίως της ΕΕ. Διότι δεν είναι υπερβολική η παραδοχή ότι η ΕΕ αποφάσισε να σφίξει, από μόνη της, το σχοινί της κρεμάλας, γύρω από το λαιμό της. Είναι, εξάλλου, περιττή η υπενθύμιση ότι οι θηριώδεις αυτές τιμές της ενέργειας, παρότι περιορίζονται κάπως από την κρατική επιδότηση, βαρύνουν πολύ περισσότερο τα χαμηλά από όσο τα υψηλότερα εισοδήματα, συμβάλλοντας έτσι στην αύξηση των ανισοτήτων, που οδηγούν στη φτωχοποίηση και την πείνα, μεγάλες κατηγορίες πολιτών. Υψωση επιτοκίων και τραπεζικά κέρδη Και τέλος, έρχομαι στα κορυφούμενα, για ακόμη μια φορά, κέρδη των ελληνικών τραπεζών, ως συνέπεια της μέχρι τώρα απόφασής τους, να καρπωθούν την αύξηση των επιτοκίων, αλλά να μην την επεκτείνουν και στους καταθέτες τους. Συγκριτικά προκύπτει ότι αυτής της μορφής εκμετάλλευση των Ελλήνων, από τις τράπεζες τους, είναι η υψηλότερη, σε σύγκριση με τις λοιπές ευρωπαϊκές οικονομίες. Ως πιθανή ερμηνεία της αρνητικής αυτής ελληνικής πρωτιάς, του υψηλού δηλαδή δείκτη τραπεζικής εκμετάλλευσης (που ισούται με τη διαφορά ανάμεσα στο επιτόκιο καταναλωτικών δανείων και σε αυτό των προθεσμιακών καταθέσεων) είναι πρώτον η συσσώρευση αποταμίευσης, που υπερβαίνει κατά πολύ και μακροχρονίως τη ζήτηση για επένδυση. Η ανισορροπία αυτή ιδιαίτερα και όταν είναι μακροχρόνια, αποτελεί ισχυρό κριτήριο ανεπαρκούς ανάπτυξης και/ή ύφεσης, το οποίο εξηγούσε τα αρνητικά επιτόκια πριν από την έλευση του πληθωρισμού.

Με τις συνθήκες αυτές, οι τράπεζες δεν έχουν λόγο να καταβάλλουν οποιοδήποτε τίμημα, δηλαδή τόκο, για τα χρήματα που σταθμεύουν σε αυτές, εφόσον παραμένουν στα αζήτητα. Η αποταμίευση μετατρέπεται, έτσι, σε αποθησαύριση. Αυτή, όπως είναι γνωστό δεν αμείβεται, και ταυτόχρονα αποτελεί ισχυρή ένδειξη οικονομικής στασιμότητας, διαψεύδοντας τους συχνούς κυβερνητικούς διθυράμβους, για το πόσο δήθεν καλά πηγαίνει η οικονομία μας. Η ανισορροπία αυτή, μεταξύ αποταμίευσης και επένδυσης θα ενεργούσε, ενδεχομένως, ως ασπίδα προστασίας, εναντίον ενός καλπάζοντος και μεγάλης διάρκειας πληθωρισμού, αν δεν συνυπήρχε με τον πόλεμο της Ουκρανίας, και τις συνέπειές του στην ενέργεια.

Η δεύτερη πιθανή ερμηνεία, σχετικά με την υψηλή αυτή τραπεζική εκμετάλλευση των Ελλήνων αποταμιευτών, είναι η αποχή της Κυβέρνησης, από την λήψη παρεμβατικών μέτρων για τον περιορισμό των κακώς εχόντων στον ιδιωτικό τομέα. Ουσιαστικά, αυτής της μορφής παρεμβάσεις απουσιάζουν από τη χώρα μας, εκτός αν περιλαμβάνονται στις επιταγές της ΕΕ. Αυτό συνέβη, κατά την αντιμετώπιση των δυσμενών συνεπειών της πανδημίας, καθώς και τώρα με τις επιδοτήσεις των τιμών της ενέργειας.

Να προσθέσω, ότι οι καταθέσεις των Ελλήνων στις τράπεζες αφορούν, πλην εξαιρέσεων, μικρά σχετικώς ποσά, που δεν θα είχαν καλύτερη μεταχείριση από ξένες τράπεζες, δεδομένου ότι σε ολόκληρη την Ευρώπη η αποταμίευση υπερβαίνει την επένδυση. Έτσι, δεν υπάρχει ορατός κίνδυνος, προς το παρόν τουλάχιστον, για σημαντικών διαστάσεων έξοδο κεφαλαίων. Η υφεσιακή αυτή εικόνα, που καταρχήν επικρατεί στην ελληνική οικονομία, αλλά σε κάποιο βαθμό και στη λοιπή Ευρώπη, θα μπορούσε να βελτιωθεί, αν στη διαμάχη ανάμεσα στις αυξήσεις των επιτοκίων και στον πληθωρισμό, δεν είχε επικρατήσει, για ακόμη μια φορά (όπως και το 1980), ο πανικός απέναντι στον πληθωρισμό. Σίγουρα, η πορεία κάθε πληθωρισμού δεν είναι προβλέψιμη, και ο φόβος οδηγεί την FED, και τώρα και άλλοτε, στην απόφαση συνεχών αυξήσεων των επιτοκίων, που σκοτώνουν την ανάπτυξη και οδηγούν τον κόσμο σε ύφεση, σε ανεργία και σε έξαρση των ανισοτήτων. Η πολιτική αυτή της FED, πέρα από την αύξηση των επιτοκίων, που όπως ανήγγειλε θα συνεχιστεί, επιδιώκει και αύξηση της ανεργίας, προκειμένου έτσι να αποθαρρυνθούν οι απαιτήσεις των μισθωτών, για αυξήσεις, οι οποίες μέσω του «φαύλου κύκλου» τροφοδοτούν τον πληθωρισμό.

Οι συνέπειες αυτών των επιλογών θα επεκταθούν, φυσικά, και στην Ευρώπη, και ειδικότερα στην Ελλάδα. Εκ των υστέρων, υπάρχει, σχεδόν πάντοτε, έντονη κριτική αυτής της πολιτικής ανόδου των επιτοκίων, την οποίαν ωστόσο ακολούθησαν, ήδη, όλες οι δυτικές οικονομίες, με μοναδική εξαίρεση την Ιαπωνία, που επέλεξε την ανάπτυξη, μέσω ανοχής του πληθωρισμού. Το τίμημα αυτής της επιλογής της, μέχρι σήμερα, είναι η σημαντική υποτίμηση της εξωτερικής αξίας του νομίσματος της.

Οι ΗΠΑ, αντιθέτως, αποκομίζουν σημαντικά κέρδη από την ύψωση των επιτοκίων. Τις αυξήσεις αυτές ακολούθησε αθρόα είσοδος κεφαλαίων, που ενίσχυσε σημαντικά την εξωτερική αξία του δολαρίου, αλλά και το βαθμό ισχύος της στην παγκόσμια σκηνή. Χάρη σε αυτήν η Αμερική εξάγει ακριβά και εισάγει φθηνά, χωρίς να φοβάται αρνητικές ελαστικότητες ζήτησης, δεδομένου ότι το μεγαλύτερο τμήμα των εξαγωγών της απαρτίζεται από αγαθά πρώτης ανάγκης.

Ταυτόχρονα, όμως, οι επιλογές αυτές της Αμερικής δημιουργούν ανυπέρβλητα προβλήματα στον υπόλοιπο κόσμο, και πρωταρχικά στις αναπτυσσόμενες οικονομίες, οι οποίες αδυνατούν να πληρώσουν τις υψηλές τιμές των εισαγομένων αγαθών από την Αμερική και αντιμετωπίζουν το φάσμα της πείνας. Επιπλέον, η αύξηση των επιτοκίων οδηγεί το 60% των χρεωμένων αναπτυσσόμενων χωρών, σε αδυναμία αντιμετώπισης των δανειακών τους υποχρεώσεων. Αλλά και η Ευρώπη, παρότι αναγκάστηκε να ακολουθήσει την Αμερική στην άνοδο των επιτοκίων, υφίσταται τις δυσμενείς συνέπειες μιας ανερχόμενης ύφεσης και κατηγορεί την Αμερική για έλλειψη ενότητας και συνοχής. Να μην προσθέτω, εδώ, και τη δεινή κατάσταση της χώρας μας, που ήδη αντιμετωπίζει την τραγωδία των spreads. Ο σημαντικός αριθμός παραγόντων, που συμμετέχουν και εμπλέκονται μεταξύ τους, τα πολυάριθμα και αντιμαχόμενα συμφέροντα των Μεγάλων Δυνάμεων, που δεν είναι ξεκάθαρα, αλλά περιβάλλονται από πυκνό πέπλο υποκρισίας, αλλά πάνω από όλα, η αβυσσαλέα υποτέλειά μας, που αδίστακτα περνά τα όποια δυτικά συμφέροντα επάνω από τα εθνικά μας, αφήνουν αβίαστα τις προβλέψεις να σκιαγραφούν τα χειρότερα για την πατρίδα μας. Επείγουσα η αφύπνισή μας.

Μαρία Νεγρεπόντη-Δελιβάνη, πρ. πρύτανης και καθηγήτρια στο ΠΑΜΑΚ

Πηγή: www.ot.gr

Σχετικά Άρθρα

Leave a Comment

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή