Ὁ «πολιτικὸς» Παπαδιαμάντης

by Times Newsroom 1
  • Μάριος Μπέγζος

Θὰ νιώσουμε τὸν «πολιτικὸ» Παπαδιαμάντη ζητώντας δικές του ἀπαντήσεις σὲ δικές μας πολιτικὲς ἀπορίες. Ἕνα παράδειγμα εἶναι τὸ ἀξιακὸ τρίπτυχο «Πατρὶς – Θρησκεία – Οἰκογένεια» τοῦ ἑλληνοχριστιανικοῦ ἰδεολογήματος, ποὺ προωθήθηκε ἀπὸ τὸν νεοελληνικὸ εὐσεβισμὸ τῶν θρησκευτικῶν σωματείων («Ἡ Ἑλλάδα τοῦ Χριστοῦ») στὴν ἐμφυλιοπολεμικὴ περίοδο καὶ πραγματώθηκε ἀπὸ τὴν ἑπταετὴ δικτατορία («Ἑλλὰς Ἑλλήνων Χριστιανῶν»).

Ὁ Παπαδιαμάντης καταγγέλλει τὸν ἐθνικισμό, τὴν πατριδοκαπηλία καὶ τὴν ἐθνικοφροσύνη: «Μεταξὺ ὅλων των ἐπαγγελμάτων, εἰς ὅλον τὸ Γένος, περνᾶ ἐξόχως τὸ ἐπάγγελμα τῆς θρησκείας, καθὼς καὶ τὸ τοῦ πατριωτισμοῦ».

Περισσότερη εἰρωνεία δὲν χρειάζεται ἀπὸ ἕναν δεξιοτέχνη τῆς γραφίδας… Ὅσον ἀφορᾶ τὴ θρησκεία πάλι δὲν διστάζει νὰ ἀσκήσει κριτικὴ στὴν Ἱεραρχία, ὅταν «συγκαλύπτῃ πᾶσαν σχεδὸν ἐγκληματικὴν πράξιν τῶν κληρικῶν καταγγελλομένην, σκανδαλίζουσα οὕτω τὴν κοινὴν συνείδησιν καὶ συντελοῦσα εἰς ἀπονέκρωσιν τοῦ θρησκευτικοῦ αἰσθήματος ὑπὲρ πάσας τὰς ἀθέους καὶ ὑλιστικὰς θεωρίας». Ἐπιμένει στὴ μόρφωση τοῦ κλήρου, ὑποστηρίζει τὴν οἰκονομικὴ αὐτοτέλεια τῆς Ἐκκλησίας, καταπολεμᾶ τὸν «δεσποτισμό», δηλαδὴ τὴν ἀπολυταρχία τῶν ἱεραρχῶν, στηλιτεύει τὴ χειροτονία ἀγραμμάτων κληρικῶν καὶ τὴν ἐγκαταβίωση ἀγάμων ἱερωμένων στὶς πόλεις.

Ταυτόχρονα ἐπιτίθεται στὶς θρησκευτικὲς ὀργανώσεις τῆς ἐποχῆς του μὲ τὸν Ἀπόστολο Μακράκη (1831-1905) ποὺ ἐνέπνευσε ὅλες τὶς μεταγενέστερες εὐσεβιστικὲς κινήσεις (ἱεραποστολικὲς «Ἀδελφότητες Θεολόγων») τοῦ τόπου μας, τὰ «νεοπλάσματα τῶν ποικιλωνύμων συλλόγων, κοντὰ εἰς τὰς διαφόρους Ἀναστάσεις, Ἀναμορφώσεις, Ἀναγεννήσεις, Ἀναζυμώσεις καὶ Ἀναπλάσεις, τὰς ἐπαγγελλομένας τὴν διόρθωσιν», μὲ σατιρικὸ ὕφος: «Διατί δὲν γίνεσθε παπᾶδες, ἐπὶ τέλους, ἂν εἶσθε ἄξιοι; Ὄχι νὰ κάμετε πορισμὸν τὴν εὐσέβειαν, ἄνθρωποι λαϊκοί, κοσμικοί, μὲ στριμμένους μύστακας, μὲ ὀρθὰ κολλάρα».

Δηλώνει τὴ θέση του: «Ἐγὼ εἶμαι τέκνον γνήσιον τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἐκπροσωπουμένης ὑπὸ τῶν ἐπισκόπων της. Ἐὰν δὲ τυχὸν πολλοὶ τούτων εἶναι ἁμαρτωλοί, ἁρμοδία νὰ κρίνῃ εἶναι μόνον ἡ Ἐκκλησία, καὶ μόνον τὸ ἄπειρον ἔλεος τοῦ Θεοῦ ἡμεῖς πρέπει νὰ ἐπικαλώμεθα». Ἀκούγεται ἐπίκαιρη ἡ ἐπισήμανσή του: «Τὸ βῆμα τῆς ἐκκλησίας δὲν εἶναι ὅπως τὸ βῆμα τὸ δικανικόν, τὸ βῆμα τὸ πολιτικόν, ὅπου ὑπάρχουν ρήτορες καὶ ἀντιρρήτορες… Δὲν ἐπιτρέπονται ἐκεῖ αἱ αὐτοσχέδιοι ἀνοησίαι»!

Ὁ Παπαδιαμάντης καταγγέλλει τὴν βαυαροκρατία («ὅπως ἱεροσύλως ἡ βαυαρικὴ ἀντιβασιλεία ἔπραξεν») γιὰ τὴν πολιτειοκρατία, δηλαδὴ τὴν ἀνάμειξη τοῦ Κράτους στὴν Ἐκκλησία («ἡ μεγαλυτέρα αἰτία τῆς παρακμῆς τῶν μοναστηρίων εἶναι ἡ σκανδαλώδης ἀνάμιξις τῆς Πολιτείας καὶ τῶν κοσμικῶν προσώπων εἰς τὰ καλογηρικὰ πράγματα») καὶ τὴν αὐτοκεφαλία τῆς Ἑλλαδικῆς Ἐκκλησίας στὴν ὁποία ἀντιτίθεται ρητά. Συνιστᾶ τὴν κατάργηση τοῦ Αὐτοκεφάλου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος καὶ τὴν ὑπαγωγή της στὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο: «Καὶ δὲν εἶναι καιρὸς ἄρα νὰ σκεφθῇ ἡ Μεγάλη τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησία ἂν δὲν συμφέρῃ ν᾿ ἀποσύρῃ ἀπὸ τῆς ἐν Ἑλλάδι ἀνηλίκου ἀδελφῆς της τὸ αὐτοκέφαλον, τὸ ὁποῖον κατὰ συγκατάβασιν μόνο καὶ ὑπὸ ὅρους παρεχώρησεν αὕτη;».

Ὁ «κοσμοκαλόγερος ἅγιος» τῆς λογοτεχνίας μας ἀναφέρεται στὸν πολιτικὸ γάμο: «Ἐλλείψει, ὅμως, ἄλλης προνοίας, χριστιανικῆς καὶ ἠθικῆς, διὰ νὰ εἶναι τουλάχιστον συνεπεῖς πρὸς ἑαυτοὺς καὶ λογικοί, ὀφείλουσι νὰ ψηφίσωσι τὸν πολιτικὸν γάμον».

Μὲ κριτήριο ὅτι «αἱ νεώτεραι ὅμως κοινωνίαι, αἱ χριστιανικαί, πρώτην βάσιν ἔχουσι τὸ ἀδέσμευτον τῆς θελήσεως, τὴν ἀπόλυτον ἐλευθερίαν τοῦ ἀτόμου» συνιστᾶ νὰ «μὴν εἴμεθα βάρβαροι, μὴ θέλωμεν νὰ ἐπιβάλωμεν βίαν εἰς τοὺς ἀνθρώπους. Τάχα ἀπαντᾶτε σήμερον πολλοὺς ἐγγάμους νὰ εἶναι εὐχαριστημένοι ἀπὸ τὴν τύχην των, ἢ βλέπετε νὰ εἶναι εὔκολος ὁ γάμος, ὡς ἔπρεπε νὰ εἶναι, ὡς ἐπιούσιος κοινωνικὸς ἄρτος, ὡς θεμελιώδης θεσμός;».

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή