Πώς μπορείς να γιορτάσεις το Πάσχα;

Η σχέση μας με το Πάσχα και με κάθε ξεχωριστή ημέρα δεν μπορεί να παραμένει σταθερή και αταλάντευτη με το διάβα των εποχών. Δεν αλλάζουν μόνο οι καιροί, αλλάζουμε και εμείς, οι άνθρωποι.

  • Του Νίκου Τσούλια

Η σχέση μας με το Πάσχα και με κάθε ξεχωριστή ημέρα δεν μπορεί να παραμένει σταθερή και αταλάντευτη με το διάβα των εποχών. Δεν αλλάζουν μόνο οι καιροί, αλλάζουμε και εμείς, οι άνθρωποι. Αλλά υπάρχει και κάτι άλλο…
Λίγο οι πληγές που άφησε η κρίση και η πανδημία και πιο πολύ τα συνεχιζόμενα έντονα οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα και ακόμα πιο πολύ τα αδιέξοδα των νέων έχουν ενεργό το αποτύπωμα της απαισιοδοξίας.

Ωστόσο, από μια φάση της ηλικίας σου και μετά αναζητάς τις πρωτόλειες εμπειρίες, τα πρώτα σου συνειδητοποιημένα βιώματα, που σου διαμόρφωσαν μια εικόνα μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίας, μια εικόνα μαγείας που σου άφηνε ένα απέραντο πεδίο να κάνεις τις δικές σου επινοήσεις για το Πάσχα. Τότε που δεν ήξερες τι ακριβώς συνέβη. Αν οι μεγάλοι ήξεραν, και απλά δεν γνώριζαν τα παιδιά ή και μόνο εσύ όσον αφορά μια σειρά από ακατανόητα πράγματα…

Κι αν για τον Άγιο Βασίλη κάποια στιγμή απομυθοποιείς το όλο σκηνικό, για το Πάσχα δεν συμβαίνει κάτι ανάλογο. Είναι, άλλωστε, τόσο ισχυρό το όλο σκηνικό της λατρείας και της παράδοσης, που δεν σε νοιάζουν πλέον τα γεγονότα. Αφήνεις απλώς την πίστη σου, ή όχι, να κάνει ό,τι εκείνη θέλει – ακόμα και αυθαίρετα.

Και έτσι σαν δεν θέλεις την απομάγευση του Πάσχα καταφεύγεις στην αχλή και στη μυθοπλασία της παιδικής ηλικίας, των εποχών της φτώχειας, που και οι πιο μικρές χαρές ήταν μεγάλες και βαστούσαν πολύ!

Θα σου αγόραζαν τα άσπρα πάνινα παπούτσια και θα ήταν το περπάτημά σου τόσο ανάλαφρο και τόσο υπερήφανο, θα περίμενες πως και πως να δεις τη μικρή εκκλησία του χωριού σου γεμάτη με νέους και νέες που είχαν φύγει να μάθουν κάποια τέχνη στην Αθήνα και θα έρχονταν για τις Γιορτές, θα ήταν κατάφωτη η εκκλησία μέσα και έξω με τις μικρές φλόγες των κεριών να παίζουν με τα ανεμοπαίχνιδα της Άνοιξης, θα περίμενες πως και πως να ειπωθεί το «Χριστός Ανέστη», για να ρημάξεις κουλούρια και κουραμπιέδες που φούσκωναν τις τσέπες σου, θα ένιωθες παντού τη χαρά και τα χαμόγελα, τις ατέλειωτες ευχές και τα παραπανίσια έθιμα.

Θα βίωνες κάθε ώρα στιγμές ευτυχίας, που θα κρατούσαν αρκετές ημέρες μετά… Και σαν μεγάλωνες, μπορούσες και εσύ να περνάς από τις αυλές για να γιορτάσεις με τα γλέντια – όσο ακόμα το χωριό σου είχε κόσμο – και να βλέπεις τις μικρές πλατείες γεμάτες με παιδιά και με νέους.

Και βαστάς αυτές τις αναμνήσεις, γιατί τώρα λιγοστοί είναι οι κάτοικοι του χωριού μας και περιμένεις να έλθουν και άλλοι Αθηναίοι μαζί με εσένα να ζωντανέψει λίγο και η μνήμη, να μην είναι ολομόναχη η νοσταλγία σου, να κάνεις ότι δεν βλέπεις ότι ακόμα και η κεντρική πλατεία με τα πάλαι ποτέ καφενεία και τα μπακάλικα τριγύρω της είναι ρημαγμένα και κάθεσαι εκεί καλώντας τη φαντασία σου να φέρει ό,τι αυτή νομίζει ακόμα και τα παιδικά σου φαντάσματα – ας ξέρεις πια ότι ήταν δικές σου επινοήσεις…

Έτσι κι αλλιώς, κάνουμε πάντα παρέα με το παρελθόν άλλοτε συζητώντας φωναχτά στις παρέες μας – για να το κάνουμε πιο πραγματικό – και άλλοτε μόνοι μας σαν βγούμε έξω βόλτα στα χωράφια ή στις λίμνης τον περίγυρο να τα πούμε και με τον εαυτό μας. Και είναι τόσο γοητευτικό να ζωντανεύεις περασμένες ομορφιές…

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή

Social Media Auto Publish Powered By : XYZScripts.com