Η ψυχή μου στα χαλάσματα του σπιτιού μου…

by Times Newsroom
Share this
  • Γράφει ο ΝΙΚΟΣ ΤΣΟΥΛΙΑΣ

Είχαν πέσει πάνω της όλοι οι παλιοί γείτονες που είχε στο πατρικό της σπίτι, στο ερειπωμένο σπίτι της εκεί κάτω στο παλιό χωριό με τα χαλάσματα. Γκρεμισμένοι οι τρεις τοίχοι του με τον τέταρτο να φαίνεται να αντέχει στους κατά καιρούς σεισμούς, στις βροχοπτώσεις και στις καταιγίδες, γιατί είχε σοβαντιστεί πολύ καλά. Ήταν ο τοίχος αυτός προς την πλευρά του δρόμου που πέρναγαν τους παλιότερους καιρούς οι χωριανοί και ο πατέρας της φοβούμενος την ασφάλειά τους τον είχε περιποιηθεί ιδιαίτερα. Τα δυο μπαλκόνια, ένα προς τη μια πλευρά και ένα προς την άλλη – έμεναν δύο οικογένειες, το σπίτι ήταν από αδελφομοίρια – είχαν μπατάρει για τα καλά και είχαν αγκαλιαστεί με τις σκάλες.

Είχε γίνει εστία μόλυνσης το σπιτικό της και οι γείτονες δεν μπορούσαν να την πείσουν να βάλουν αυτοί μπουλντόζες για να μαζέψουν τα χαλάσματα. Αυτή είχε φτιάξει ένα καινούργιο σπίτι δυο τρία χιλιόμετρα μακριά από εκεί μόνο και μόνο για να έχει τη δυνατότητα να πηγαίνει να βλέπει τα χαλάσματα. Είχα αποφύγει να της μιλήσω, γιατί οι πατεράδες μας ήταν φίλοι και δεν ήθελα να τη στεναχωρήσω˙ συγκρατούσα και τους άλλους να μην μπλέξουμε με δικαστήρια, αν και το ερείπιο είχε κριθεί κατεδαφιστέο. Το εκτίμησε. Έψαξε και με βρήκε.

«Δεν θέλω να ταλαιπωρώ κανέναν. Μα να, θέλω να βλέπω κάτι που να μου θυμίζει το σπίτι μου. Αν αυτό ισοπεδωθεί, όπως έχουν κάνει οι άλλοι συγχωριανοί, τότε δεν θα θέλω ούτε να περνάω απ’ εκεί. Δεν ξέρω. Μου φαίνεται ότι θα ξεριζωθεί κάτι από την καρδιά μου. Θέλω να με καταλάβεις. Το ξέρω ότι δημιουργεί προβλήματα. Αλλά νομίζω ότι θα πεθάνω πρόωρα, αν δω τα μηχανήματα να μην αφήνουν πέτρα πάνω στην πέτρα. Άλλο να πέφτει σιγά – σιγά με τα χρόνια˙ άλλωστε πάνε σαράντα χρόνια τώρα που βαστάει. Με έχεις δει που πηγαίνω συχνά – πυκνά αχάραγο ακόμα και το κοιτάζω μια απ’ εδώ και μια από την άλλη και κάθομαι και γράφω σ’ ένα χαρτί τι μου έρχεται στη μνήμη. Έχω γίνει παράξενη, το ξέρω. Αλλά θέλω να με καταλάβεις. Μέσα στη μαυρίλα της αρρώστιας μου, τα παιδιά μου και αυτό το ερείπιο με βαστάνε, μου δίνουν ανάσες στην ψυχή μου. Ξέρεις ότι πολλές φορές παραμιλάω μέσα στον ύπνο μου ή στο ξύπνιο μου – ούτε καταλαβαίνω τι ακριβώς μου γίνεται – και θέλω να έλθω κάτω στα ερείπια του σπιτιού μου για να καταλαγιάσω την αγωνία μου. Νομίζω ότι βλέπω τον πατέρα μου και τη μάνα μου, κάπου μέσα στα χαλάσματα. Άλλοι πάνε στο νεκροταφείο για να θυμηθούν τους γονείς τους αλλά εγώ πηγαίνω στο πατρικό μου. Έχω ακούσει που κάνουν και σχόλια, αλλά αυτό θέλει η καρδιά μου.

Ξαλαφρώνω κάθε φορά που το βλέπω. Όταν στους χειμώνες ανεβαίνω στην Αθήνα, υποφέρω στη σκέψη ότι είμαι μακριά του. Νιώθω ότι έχω κατάθλιψη. Είναι και αυτή η παλιοαρώστια, που μου έχει μαυρίσει την καρδιά, αφού κάθε στιγμή σκέπτομαι το θάνατο. Έχω πει όμως στα παιδιά μου αν μου συμβεί το κακό, να μαζέψουν τα ερείπια. Θέλω να φύγουμε μαζί απ’ αυτή τη ζωή. Ο γιατρός μου είπε ότι είναι νεύρωση ή ψύχωση – δεν κατάλαβα και ποια είναι η διαφορά τους. Ξέρεις, έχω μισήσει το καινούργιο μου σπίτι, αν και είναι τόσο καλό και μου δίνει τη δυνατότητα να έρχομαι στο χωριό για να βλέπω τον καημό μου, γιατί είναι σαν να θέλει να αντικαταστήσω το πατρικό μου σπίτι, σαν να θέλει η πεθερά μου να πάρει τη θέση της μάνας μου! Να σου πω και κάτι άλλο και ίσως να θυμώσεις. Δεν θέλω να μαστορεύετε και να κάνετε όλο και πιο καινούργιο το δικό σας σπίτι. Θα ήθελα να είχε την παλιά του όψη χωρίς τα βαψίματα και τα καινούργια κεραμίδια που βάλατε, για να μη χαλάσει η εικόνα της παλιάς γειτονιάς μέσα μου. Είναι διαφορετικό να σου τρώει ο χρόνος αυτό που αγαπάς και άλλο να βεβηλώνεις τη φθορά και τη ροή του χρόνου και να αλλάζεις μόνο σου την εικόνα που πάντα κουβαλάς μέσα στην ψυχή σου.

Ξέρω ότι είναι παράλογο ακόμα και που στο λέω, αλλά να, σε έχω και εσένα μέσα στην καρδιά μου γιατί οι πατεράδες μας ήταν κολέγηδες, όπως έλεγαν και οι ίδιοι. Ώρες – ώρες σε αισθάνομαι σαν αδελφό μου. Σε ευχαριστώ που με άκουσες. Το έχω μάθει ότι δεν αφήνεις να μπλέξουμε με δικαστήρια. Και να ξέρεις πόσο σε εκτιμώ, γιατί νιώθω ότι και εσύ κάτι πονάς απ’ αυτά τα χαλάσματα… Η δική μου ψυχή είναι συνέχεια εκεί. Εκεί είναι ο πόνος μου, εκεί και το γαλήνεμά μου…».

CIMG0193

https://anthologio.wordpress.com

Share this

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή