“Καλάβρυτα 1943”. Σκηνοθεσία: Νικόλας Δημητρόπουλος

Μία ταινία για τη σφαγή των κατοίκων των Καλαβρύτων από τους Γερμανούς. Κατά τη διάρκεια της κατοχής. Εδώ προσφέρεται μία διαφορετική ματιά από αυτή που επικρατεί από την επίσημη ιστορική άποψη.

by Γιάννης Φραγκούλης

ECHOES OF THE PAST

ΜΙΑ ΑΛΛΗ ΟΠΤΙΚΗ

Μία ταινία για τη σφαγή των κατοίκων των Καλαβρύτων από τους Γερμανούς. Κατά τη διάρκεια της κατοχής. Εδώ προσφέρεται μία διαφορετική ματιά από αυτή που επικρατεί από την επίσημη ιστορική άποψη.

ΣΥΝΟΨΗ

Η Καρολάιν Μάρτιν είναι δικηγόρος και εκπρόσωπος της γερμανικής κυβέρνησης. Εναντίον της ελληνικής αξίωσης για πολεμικές αποζημιώσεις για την περίοδο της ναζιστικής κατοχής. Επισκέπτεται την Ελλάδα και συναντά τον Νικόλα Ανδρέου. Έναν από τους τελευταίους εν ζωή επιζήσαντες της σφαγής των Καλαβρύτων του 1943. Όσο ο Νικόλας εξιστορεί τα γεγονότα του παρελθόντος, οι δύο τους θα αντιπαρατεθούν με τις προσωπικές τους προκαταλήψεις και πεποιθήσεις. Σε μία επίπονη αναμέτρηση που θα τους φέρει πιο κοντά. Το καθαρτήριο αυτό ταξίδι μέσα από ένα σκοτεινό κεφάλαιο της ιστορίας θα καταλήξει στην αναγνώριση μιας αμοιβαίας ανάγκης: Την αναζήτηση της ελπίδας.

Η ΑΠΟΨΗ ΜΑΣ

Ο σκηνοθέτης ή ο σεναριογράφος μιας ταινίας είναι ιστορικός; Φυσικά όχι. Κατά συνέπεια η κριτική μας για αυτή την ταινία δε θα ασχοληθεί καθόλου με την ιστορική ακρίβεια των γεγονότων. Έτσι όπως παρουσιάζονται σε αυτή το φιλμικό έργο. Αυτό που θα εξετάσουμε είναι η δραματουργική απόδοση αυτών των γεγονότων. Με άλλα λόγια την αφήγηση και την αισθητική της ταινίας.

Ο σεναριογράφος της ταινίας, Δημήτριος Κατσαντώνης, κάνει ένα ταξίδι στο παρελθόν. Όχημά του μία νεαρή δικηγόρος που εκπροσωπεί τη γερμανική κυβέρνηση. Αυτή δε θέλει να δώσει αποζημιώσεις για τη σφαγή των Καλαβρύτων που έκαναν οι ναζί. Δεν τον ενδιαφέρει η πολιτική αντιπαράθεση. Αν συνέβαινε αυτό, τότε θα έκανε ένα ντοκιμαντέρ. Θα ενδιέφερε μόνο όσους ασχολούνται με την πολιτική ιστορία. Εδώ το ζητούμενο είναι ο Άνθρωπος. Βάζει στη ζωή του ένα στόχο, θέλει να ζήσει. Για να το καταφέρει ελπίζει να απολαμβάνει αυτό το ταξίδι της επιβίωσης.

Στην ταινία βλέπουμε έναν από τους τελευταίους επιζώντες της σφαγής των Καλαβρύτων. Συνομιλεί με τη νεαρή δικηγόρο. Μέσα από αυτή την κουβέντα προσπαθεί να κάνει έναν απολογισμό της ζωής. Να οριοθετήσει το χρόνο που του έχει απομείνει. Είναι ηλικιωμένος και αρκετά άρρωστος. Στην ταινία ο σκηνοθέτης, Νικόλας Δημητρόπουλος, μας δείχνει ρεαλιστικά τα όσα διαδραματίζονται. Όμως θα κάνει μία αναπαράσταση της σφαγής με τρόπο που δεν είναι καθαρά ρεαλιστικός. Αφήνει να εννοηθεί ότι αυτό που βλέπουμε είναι η προσωπική ματιά ενός παιδιού. Αυτού που, τότε, έζησε αυτά τα γεγονότα από πρώτο χέρι. Κατά συνέπεια, αυτή η αφήγηση του παρελθόντος βρίσκεται ανάμεσα στην πραγματικότητα και την ονείρωση.

Η ΕΛΠΙΔΑ

Αυτό το «ανάμεσα» είναι πιο κοντά στο ρεαλιστικό. Χωρίς να θέλει να είναι πιστή εξιστόρηση. Αυτό μπερδεύει το θεατή. Η απάντηση στο ερώτημα: ποιο είναι πραγματικό και ποιο μυθοπλασία, του δημιουργεί εντάσεις. Κάποια θέματα τα δέχεται κάποια άλλα όχι. Αυτό που η ταινία θέλει να σπάσει είναι το στερεότυπο του κακού Γερμανού στρατιώτη. Θέμα δύσκολο αφού και στη σημερινή εποχή ο Γερμανός είναι συνώνυμο του κακού και του σκληρού ανθρώπου. Αν κοιτάζαμε την ταινία πιο προσεχτικά θα βλέπαμε ότι αυτή η προβληματική δεν έχει να κάνει με τη σεναριακή γραφή της. Άλλα επιδιώκει. Κατά την άποψη μου δεν τα καταφέρνει. Θα εξηγήσω ποια είναι αυτά και γιατί υπάρχει αυτή η αποτυχία.

Ο σκηνοθέτης και ο σεναριογράφος θέλουν να μιλήσουν για την ανθρώπινη ψυχή. Για την ελπίδα του ανθρώπου να ζήσει. Για την απόλαυση της επιβίωσής του. Ειδικά το αίσθημα της απόλαυσης υπονοείται στην ταινία. Υπάρχει πίσω από τα πλάνα είτε ως αίτημα είτε ως βίωμα. Όμως ποτέ δε βιώνεται. Το παιδί δεν απολαμβάνει αυτό που θέλει. Πάντα υπάρχει κάτι που το εμποδίζει. Μπορεί να είναι ο αδελφός του, η μητέρα του ή ο πατέρας του. Τελικά οι Γερμανοί που καταστρέφουν την οικογένειά του. Η μητέρα του δεν του προσφέρει τη χαρά. Τουλάχιστον όχι όσο θα ήθελε. Είναι σχετικά απόμακρη. Ο πατέρας κανονίζει τη ζωή. Με το χαμό του όλα έχουν καταστραφεί. Αυτός όμως πρέπει να ζήσει. Πως; Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα είναι σχετικά δύσκολη.

ΤΟ ΑΛΛΑΛΟ ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑ

Για να μη καταφύγουμε σε μία ιστορική αντιπαράθεση θα πρέπει να αφήσουμε τα αισθήματα να μιλήσουν. Με άλλα λόγια να αφήσουμε το συναίσθημα να εκφρασθεί. Είτε ως ευχή είτε ως αίτημα είτε ως φαντασιακό. Αυτό δε γίνεται στην ταινία. Δίνεται η εντύπωση ότι έχουμε να κάνουμε με μία ιστορική αναδρομή, κάτι που δεν είναι στις προθέσεις της. Με αυτή την έννοια η ταινία προδίδει την ιστορική αληθοφάνεια. Αυτή όμως η κριτική είναι άστοχη αφού αυτή η προσέγγιση δεν ήταν στους στόχους του φιλμικού κειμένου. Έχοντας έναν πρωταγωνιστή που μπορεί να μιλά και με τη φωνή και με το βλέμμα, δεν πάει προς μία αφήγηση συναισθημάτων παρά γεγονότων. Με άλλα λόγια μιλά για το τι έγινε. Χωρίς να είναι σκοπός του. Παρά για το τι έζησε αυτό το παιδί. Αυτό ήταν ο στόχος της ταινίας. Η σκηνοθεσία εδώ δε στοχεύει καλά και μπερδεύει το θεατή.

Προδίδει την ιστορική αλήθεια, όπως αυτή εκφράζεται ως επικρατούσα άποψη. Δεν ακουμπά το συναισθηματικό κόσμο του παιδιού. Με αυτό τον τρόπο θα έπιανε τις χορδές του ψυχικού κόσμου του θεατή. Θα γινόταν κατανοητό ότι δεν παραθέτει γεγονότα. Μιλά για το επιθυμητό. Άρα η αφήγηση επικεντρώνεται στο σήμερα και όχι στο τότε. Έλειπαν, λοιπόν, αυτά τα αφηρημένα πλάνα που θα εδράζονταν στο φαντασιακό, στον ψυχικό κόσμο. Σε αντιπαράθεση με τα ιστορικά γεγονότα, θα ήταν μία μετάφρασή τους και όχι μία παράθεση αυτών. Άρα ο λόγος θα ήταν σε πρώτο ενικό πρόσωπο και όχι σε τρίτο ενικό. Θα καλούσαν το θεατή να τοποθετηθεί ο ίδιος, χωρίς να το πει. Τελικά να σχηματισθεί η άποψη, η απάντηση στο ερώτημα -τι θέλουμε από τη ζωή μας;- από κάθε θεατή. Μόνο που αυτή η άποψη θα είναι άρρητη και θα εκφρασθεί σε μεταγενέστερο χρόνο, σα μία ιστορική τοποθέτηση.

Η ταινία απέτυχε στη μετάφραση της Ιστορίας και στην απόδοση του ιστορικού αφηγήματος. Έπεσε στην παγίδα της ατολμίας. Στο σκεπτικό που θέλει να προσφέρει στο κοινό αυτό που ο μέσος θεατής επιθυμεί. Μόνο που «ο μέσος θεατής» απλά δεν υπάρχει. Έτσι αυτή η ταινία πέφτει, με κάθετη πτώση, στο κενό της αφήγησης.

ΚΑΛΑΒΡΥΤΑ 1943

(ECHOES OF THE PAST)

  • Σκηνοθεσία: Νικόλας Δημητρόπουλος
  • Σενάριο: Δημήτρης Κατσαντώνης
  • Φωτογραφία: Γιώργος Ραχματουλίν
  • Μοντάζ: Γιάννης Χαλκιαδάκης
  • Μουσική: Αλέξανδρος Σιδηρόπουλος
  • Ήχος: Σταύρος Αβραμίδης
  • Σκηνικά: Ράνια Γερογιάννη
  • Κοστούμια: Κατερίνα Χαλιώτη, Τάσος Δήμας, Σοφία Κοτσίκου
  • Παραγωγή: Foss Productions, Στέλιος Κοτιώνης, Δημήτριος Κατσαντώνης
  • Χώρα παραγωγής: Ελλάδα
  • Έτος παραγωγής: 2021
  • Γλώσσα: ελληνικά, αγγλικά
  • Διάρκεια: 99΄
  • Είδος: τραγωδία
  • Εταιρεία διανομής: Tanweer
  • Ημερομηνία εξόδου στις αίθουσες: 11/11/2021.

Περισσότερες πληροφορίες για τους συντελεστές και τα τεχνικά χαρακτηριστικά.

The following two tabs change content below.
Ο Γιάννης Φραγκούλης γεννήθηκε στην Αθήνα, το 1960. Σπούδασε χημεία και φωτογραφία στην ΑΚΤΟ. Παρακολούθησε σεμινάρια σημειωτικής, στο Ελληνοαμερικάνικο Κολλέγιο. Το 2009 τέλειωσε το Master in Arts, από το Middlesex University, με θέμα της διατριβής του, «Ο μύθος, μια αφηγηματική διακειμενικότητα». Το 1989 άρχισε να αρθρογραφεί και το 1990 ξεκίνησε να γράφει κριτικές κινηματογράφου. Το 1992 έγινε μέλος της Πανελλήνιας Ένωσης Κριτικών Κινηματογράφου και της FIPRESCI. Το 1994 έγινε μέλος του «Μικρό» (Σωματείο για την ταινία μικρού μήκους), Το 2000 ξεκίνησε να διδάσκει σε σεμινάρια κινηματογράφου. Συμμετείχε σε κριτικές επιτροπές κινηματογράφου. Είναι επιστημονικός σύμβουλος του Εργαστηρίου Almakalma, το οποίο ερευνά τον Ενιαίο Παραστατικό Χώρο. Κείμενά του έχουν δημοσιευτεί στην εφημερίδα Εξόρμηση, στο Μανδραγόρα, στην Ουτοπία, στο Αλμανάκ της ΠΕΚΚ κ.ά. Ίδρυσε το περιοδικό «αντι-Κινηματογράφος», το 1992, το περιοδικό «Κινηματογράφος και Επικοινωνία», το 2000. Επιμελήθηκε και συνπαρουσίασε την εκπομπή «Cineπλάνο», στο 902TV. Ήταν υπεύθυνος για διαδικτυακούς τόπους Ίδρυσε και διευθύνει τους διαδικτυακούς τόπους www.filmandtheater.gr και το www.thessalonikinfo.gr. Έχει μεταφράσει το βιβλίο του Jean Mitry, «Ο ρυθμός και η μουσική στον κινηματογράφο», έχει γράψει τα βιβλία «Η κωμωδία στον παλιό ελληνικό κινηματογράφο», εκδ. Έλευσις, το 2006, «Τι είναι ο κινηματογράφος;», εκδ. Κέντρο Πολιτιστικών Μελετών, «Κώστας Φέρρης», εκδ. της Εταιρείας Ελλήνων Σκηνοθετών. Έχει οργανώσει διάφορες εκδηλώσεις, όπως το Αφιέρωμα στον Παλαιστινιακό Κινηματογράφο, το 2002, την Εβδομάδα Κλασικού Ιαπωνικού Κινηματογράφου κ.ά. Είναι ιδρυτής της Κινηματογραφικής Λέσχης Solaris, η οποία δραστηριοποιείται στη Θεσσαλονίκη. Διευθύνει το Αφηγηματικό Εργαστήριο Fabula, που ερευνά τον Ενιαίο Παραστατικό Χώρο. Έχει σκηνοθετήσει τρείς ταινίες μικρού μήκους, οι δύο πτυχιακές για το Master στο πανεπιστήμιο Middlesex, και την ταινία-ντοκιμαντέρ «Στιγμή απολιθωμένη».

Σχετικά Άρθρα

Leave a Comment

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή