Ράινερ Μαρία Ρίλκε | Τον κατέτρωγε η αγωνία της ύπαρξης του “αγνοημένου” ανθρώπου

by Times Newsroom 1
  • Γράφει ο Ερανιστής

ΠΡΙΝ ΔΙΑΒΑΣΩ ποίηση του Ρίλκε, είχε πέσει στα χέρια μου το βιβλιαράκι με τα “Γράμματα σ’ένα νέο ποιητή”, μεταφρασμένο από τον Μάριο Πλωρίτη, που είχε εκδοθεί το 1944. Πρωτοκυκλοφόρησε στα 1929 με τον τίτλο “Briefe an einen jungen Dichter” και ήταν δέκα γράμματα που ο Ράινερ Μαρία Ρίλκε (Rainer Maria Rilke, 1875 – 1926) είχε στείλει από το 1903 μέχρι το 1908 σ’ έναν άγνωστό του νέο, τον Franz Xaver Kappus, μαθητή της Στρατιωτικής Σχολής και αργότερα ανθυπολοχαγό του αυτοκρατορικού  στρατού της Αυστρουγγαρίας. Πολύ αργότερα διάβασα το μυθιστόρημά του “Οι Σημειώσεις του Μάλτε Λάουριτς Μπρίγκε” (Die Aufzeichnungen des Malte Laurids Brigge, 1910), που άρχισε να το γράφει στη Ρώμη το 1904, και για το οποίο έχει γραφτεί ότι μπορεί να θεωρηθεί ως ο πρόδρομος της γραφής των Υπαρξιστών.

Ότι ο γεννημένος  στις 4 Δεκεμβρίου 1875 στην Πράγα Ρίλκε θα είχε ξεπεράσει τα ογδόντα χρόνια του, όπως ο Τόμας Μαν και ο Έρμαν Έσσε (αν δεν τον πρόφταινε ο θάνατος στις 29 Δεκεμβρίου 1926), φαίνεται παρ’ όλη την επικαιρότητα του έργου του, σχεδόν αδιανόητο: τόσο απομακρύνεται η εικόνα στο χρόνο και το χώρο εκείνου που εμφανίζεται σαν το πνεύμα ενός λαού, ή και περισσότερο μιας κουλτούρας, πέρα από τις ιλιγγιώδεις εναλλαγές των γνωμών, της ιστορίας και του καιρού. Σήμερα ακόμη ίσως να εμφανίζεται ως ο εκπρόσωπος του σύγχρονου γερμανικού λυρισμού, αφού ο δρόμος της ζωής του και της δημιουργίας του οδηγήθηκε από έναν συναισθηματισμό της μόδας, που χαρακτηρίζεται με το όνομα “νεανικό στιλ”, μέσω του σύγχρονου ευρωπαϊκού καλλιτεχνισμού του παρισινού ιμπρεσιονισμού στον οραματικό ευαγγελισμό της δαλματικής και ελβετικής απομόνωσης.

Πολλοί έδωσαν συναισθηματική ερμηνεία στην ποίηση του Ρίλκε -ιδιαίτερα οι γυναίκες, που θεώρησαν τον εαυτό τους κολακευμένο απ’ τον δοξαστικό τόνο των στίχων και των πεζών της νιότης του. και για κάμποσο καιρό, αυτή η λατρεία του ωραίου ήταν κάτι το επιφανειακό, πράγμα που έκανε τον ίδιο τον ποιητή ν’ αρνηθεί αυτές τις εκδηλώσεις θαυμασμού.  Άλλωστε δεν εκτιμούσε και πολύ τους στίχους του που έγραψε πριν από τα 1900 – τα “Πρώτα ποιήματα”, τα “Πρώιμα ποιήματα” – ούτε και τον αξιαγάπητο “Σημαιοφόρο” του.Γιατί μόνο με τις “Οι Σημειώσεις του Μάλτε Λάουριτς Μπρίγκε” και το “Βιβλίο των Ωρών” ο Ρίλκε κατέκτησε τα εκφραστικά του μέσα και τη μορφική του τελειότητα – ιδιαίτερα με την πρόζα του “Μάλτε”. Και με τα “Νέα ποιήματά” του έδωσε την πρωτότυπη συνεισφορά του στο γερμανικό λυρισμό.

Αλλά και οι πρώτες του δημιουργίες δεν ήταν χωρίς κέρδος/: διαμόρφωσαν τη γλώσσα του σ’ ένα ελαστικό και εύστοχο όργανο που εξάγνισε τους ρευστούς, επιφανειακά άκοπους και ηχηρούς στίχους, τους κομψούς, μερικές φορές παραφορτωμένους ρυθμούς, και τους έκανε γεμάτους ουσία, ώσπου να γίνουν άξιοι του μεταγενέστερου έργου του.

Ονόμασαν τον Ρίλκε “αναζητητή του Θεού” και παραδειγματίστηκαν κατά κάποιον τρόπο απ’ αυτόν. Εδώ όμως υπάρχει ένας προβληματικός διχασμός. το ότι ο “ωριμάζων θεός” από το “Βιβλίο των Ωρών” , άμα εξεταστεί δογματικά, είναι εξίσου λίγο χριστιανός, όσο και ο “Άγγελός” του από τις “Ελεγείες του Ντουίνο”, το ήξερε καλά ο Ρίλκε. Μήπως κατ ουσίαν δεν επρόκειτο για έναν δημιουργημένο από το ποίημα θεό; Με την πνευματικο-ιστορική έννοια της Δύσης ο Ρίλκε δεν ήταν καν “προσωπικότητα” και ο ιδανικός αυτός σκοπός μόρφωσης τού ήταν ξένος, αν όχι δίχως σημασία. Ο θρησκευτικο-ποιητικός του κόσμος σκοπεύει προς την χωρίς μοίρα, χωρίς ιστορία ύπαρξη, προς το ήρεμο Είναι – που όμως ανοίγεται πρόθυμο και ικανό να δοθεί και ν’ ανθίσει σε ανυπεράσπιστη ομορφιά.

Αυτή η απόλυτη ύπαρξη ξεφεύγει εντελώς από τον μέσο όρο του ατομικού, γι’ αυτό και το εξομολογητικό περιστασιακό ποίημα υποχωρεί μπρος στο αντικειμενικά δοσμένο ποίημα της εικόνας, όπως δείχνουν τα εναρμονισμένα  με το αιώνιο γίγνεσθαι, κι ωστόσο πλαστικά, “Νέα ποιήματα”. Η έλλειψη προσωπικότητας στον Ρίλκε, διευκολύνει την προβολή ξένων μορφών ζωής (όπως είναι οι μοίρες κι ορισμένα δημιουργήματα της φαντασίας) που τις αποκαλύπτει στα “Νέα ποιήματα”. Στα τελευταία ποιήματα του Ρίλκε – που δημοσιεύτηκαν μετά το θάνατό του – βρίσκονται αυτοί οι φοβεροί στίχοι:

Άπιαστα συμβούλευε
πάνω απ’ την τρυφερή του καρδιά:
πάνω απ’ την οδυνηρά
θαμμένη από το σώμα
ωστόσο τρυφερή καρδιά,
συμβούλευε και έκρινε:
να μην έχει αγάπη,
(και του απαγόρευε να δοθεί άλλη φορά).
Για κοίτα, της θέας
υπάρχει όριο
κι ο ορατός ο κόσμος
θέλει να προκόψει στην αγάπη…

Ίσως κανέναν απ’ τους μεγάλους συγχρόνους μας δεν κατέτρωγε η αγωνία της ύπαρξης του “αγνοημένου” ανθρώπου τόσο καταστρεπτικά όσο τον Ρίλκε. Μα σαν δημιουργός κανένας δεν την ξεπέρασε τόσο μεγαλόπρεπα όσο αυτός. Αφού ο πόλεμος του 1914 έκανε να σωπάσει στο αποκορύφωμά της την ποίησή του επί πολλά χρόνια – που κατά τη διάρκειά τους ο ποιητής έγραψε τα σημαντικότερα από τα πάντα σημαντικά γράμματά ρου, όπου με υπομονή και συχνά με υπερσυνειδητότητα έδωσε απάντηση στα προβλήματα της εποχής – ο ποιητικός του οίστρος ξέσπασε ξανά, όχι πια για να γεμίσει τον περιορισμένο χώρο των πλαστικών του στίχων, όπως το 1903-1908, αλλά για να πληρώσει τον υπέρχρονο δυναμικό παν-χώρο των δυνάμεων του γίγνεσθαι, όπως στις “Ελεγείες του Ντουίνο” και στα απορομαντικοποιημένα “Σονέτα του Ορφέα”. Τώρα δόθηκε στο τραγούδι του,που δεν ποθεί, αποζητά κάτι το ανθρώπινα εφικτό, αλλά σ’ εκείνο το τραγούδι που είναι καθαρή ύπαρξη. Τώρα ορκίστηκε πίστη χωρίς όρους και παραδόθηκε στον αδιάκοπο δοξαστικό ύμνο εκείνου που πάντα είναι και πάντα συμβαίνει:

Γη, αγαπημένη, θέλω! Ω, πίστεψε, δε θα χρειαζόταν
πια και μια μόνο απ’ τις ανοίξεις σου άνοιξη για να κερδίσεις,
αχ, και μια μόνη πάρα πολύ ‘ναι πια για το αίμα.
Ανώνυμος, προορίζομαι για σένα, εδώ φτασμένος
από μακριά. Πάντα το δίκιο είχες
και η άγια έμπνευσή σου, ο φιλικός θάνατος είναι
Κοίταξε, ζω. Από τι; Μήτε τα παιδικά χρόνια, ουδέ το μέλλον
θα ελαττωθούν… Υπέρμετρη ύπαρξη
αναπηδά μέσα απ’ την καρδιά μου.

Αυτός που σαν άνθρωπος  ήταν γραφτό να υποφέρει σ’ όλη του τη ζωή, μη μπορώντας να ξεπεράσει αισθηματικά την παιδικότητά του, να υποφέρει από το ντρόπιασμα  του ανθρώπου της εποχής μας, που τον εξαπατά για την ίδια τη ζωή και το θάνατό του μέσα σε μια κομματιασμένη μηχανικότητά της,  υποφέρει τελικά στην όλο παραιτήσεις αναποφασιστικότητα του έρωτα που ποτέ δεν ανυψώνει τόσο τον άντρα, όσο και τη γυναίκα και τον άγιο που τα πάντα υπομένει: αυτός ο Ράινερ Μαρία Ρίλκε σαν δημιουργός είχε γίνει η υποταγμένη φωνή, πιστή στην αποστολή της, στον άνθρωπο και στην τέχνη.

Πρέπει ν’ αλλάξεις τη ζωή σου!

Τώρα δεν πρόκειται για αισθητική απόλαυση, αλλά για μετάπλαση, για μια μεταβολή του εαυτού του, για μια εξαγνιστική μεταστροφή.

Ο Ρίλκε χρησιμοποίησε στα κύρια και τελευταία έργα του τη γλώσσα τόσο ιδιόρρυθμα, ώστε διέτρεξε τον κίνδυνο να περιπέσει στο μανιερισμό. Μέχρι την αυτοπαρωδία υπέκυψαν σ’ αυτή τη μοίρα οι αναρίθμητοι μιμητές του. Λόγια της καθημερινής ζωής αποκτούν στα ποιήματα του Ρίλκε λυρική ικανότητα, απελευθερωμένα ταυτόχρονα από την ερμητικότητα και την ασημαντότητά τους, ξένες λέξεις εμφανίζονται στο στίχο, λέξεις χρησιμοποιούμενες σαν ουσιαστικά γίνονται ρήματα, ρήματα χρησιμοποιούνται σαν ουσιαστικά, αφηρημένες έννοιες αποκτούν ζωή, αμετάβατα ρήματα γίνονται μεταβατικά και αντίστροφα. Αυτή η ποιητική δημιουργία υπερβαίνει συχνά και τις προθέσεις του συγγραφέα. Ο Ρίλκε όλο και πιο ελεύθερα μεταχειρίζεται αυτές τις ρυθμικές και στροφικές μορφές και ο χείμαρρος της γλώσσας του συχνά διαλύει τους στίχους ή σε περίπτωση συχνών επαναλήψεων τους συμπλέκει έτσι ώστε ο ένας στίχος χωρίς παύση να κυλάει μέσα στον άλλον. Έτσι μεγαλώνει η μουσικότητα της γλώσσας, με κίνδυνο ωστόσο να διαλύσει τη μορφή.  (Erwin Laaths, Παγκόσμιος Ιστορία της λογοτεχνίας, μετάφραση Σ. Πρωτοπαπά. Εκδ. Αρσενίδη 1963).

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΚΙ ΕΔΩ:

Ράινερ Μαρία Ρίλκε

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή