Ρεϊμόν Αρόν: Για την ιστορία και την πρόοδο

by Times Newsroom 1
  • Raymond Aron

ΣΥΛΛΟΓΙΖΟΜΑΙ πως το πολιτικό πρόβλημα οδηγεί στ’ ακόλουθα δεδομένα: η πολιτική είναι η θεωρία ή η τέχνη που κάνει να ζουν οι άνθρωποι σε κοινότητα, η θεωρία ή η τέχνη που εξασφαλίζει την ύπαρξη και την διάρκεια οργανωμένων ομάδων. Οι σύνθετες κοινωνίες επιτρέπουν αναγκαστικά μια διαφορά τάσεων που η πολυπλοκότητά τους κι η αξία ποικίλλουν υπερβολικά. Εξάλλου, η πολιτική έχει ως σταθερό στόχο τη συμμετοχή όλων των ανθρώπων στην κοινότητα.

Η θεμελιακή αντινομία της πολιτικής τάξης, που όλα της τα πολιτεύματα εμφανίζονται ως ατελείς λύσεις, είναι η θέληση να συμβιβάσει την διαφορά των τάσεων τη ανισότητας των εξουσιών και των επιδράσεων, με συμμετοχή όλων των ανθρώπων στην κοινότητα. Δεν υπάρχει κοινωνία που να μη προσπάθησε να πραγματοποιήσει αυτή τη συμμετοχή όλων στην πολιτική ζωή, δεν υπάρχει όμως ούτε μια που να μπόρεσε να εξασφαλίσει σ’ όλους την ισότητα μέσα στην πραγματοποιημένη τάση ή στο παραχωρημένο κύρος. Όλες οι κοινωνίες κι όλα τα πολιτεύματα είναι προσπάθεια για να συμβιβαστούν η ιεραρχία με την ισότητα, η ιεραρχία της εξουσίας με την ίση ανθρώπινη αξιοπρέπεια.

Οι ανθρώπινες κοινωνίες ζήτησαν να επιλύσουν αυτή την αντίφαση προς δυο κατευθύνσεις. Η μια είναι η επικύρωση, η καθιέρωση της κοινωνικής ανισότητας, η τοποθέτηση καθενός σε ορισμένη κατηγορία και η αποδοχή απ’ όλους της ουσιαστικής ανισότητας των κεκτημένων: η τελική της μορφή είναι το σύστημα των τάξεων. Η άλλη λύση είναι η επιβεβαίωση της πολιτικής ισότητας των ανθρώπων στη δημοκρατία και η όσο το δυνατόν μεγαλύτερη ώθηση προς την κοινωνική και οικονομική εξίσωση..

Αυτές οι δυο λύσεις είναι ατελείς. Η ιεραρχική λύση καταλήγει γρήγορα στον αποκλεισμό από την ανθρωπότητα των ανθρώπων που βρίσκονται στις κατώτερες τάξεις. Η δημοκρατική λύση επιτρέπει μια μόνιμη υποκρισία, γιατί καμιά κοινωνία δε μπόρεσε ποτέ να εξισώσει ούτε τα καθήκοντα, ούτε τα εισοδήματα, ούτε το κύρος των ατόμων. Η επιταγή της ισότητας είναι αναπόφευκτα τυπική επιταγή που προσπαθεί να εξάρει κάθε κατεστημένο δικαίωμα αποσιωπώντας τις πραγματικές ανισότητες.

Όλες οι δημοκρατικές κοινωνίες είναι υποκριτικές και δεν μπορούν να μην είναι. Στην εποχή μας, αυταρχικό πολίτευμα ιδρύεται μονάχα στο όνομα της δημοκρατίας, γιατί όλα τα νεότερα πολιτεύματα στηρίζονται στην αρχή της ισοπολιτείας. Μόνο με τον ισχυρισμό της απελευθέρωσης των ανθρώπων ιδρύεται ένα απολυταρχικό πολίτευμα. Ο Τοκεβίλ είχε ήδη κάμει αυτή την παρατήρηση με αξεπέραστη σαφήνεια, πριν από έναν αιώνα. Είχε εξηγήσει πως αν, στη δημοκρατική μας εποχή, πρόβαλλαν αυταρχικά πολιτεύματα, θα ’πρεπε να επιβάλλονταν στο όνομα του λαού και τη ισότητας. Αφού οι σύγχρονες κοινωνίες είναι συνάμα πολύπλοκες και πολυπληθείς, έχουν ανάγκη από πολύπλοκο αυταρχικό σύστημα για την οργάνωση της εργασίας και του Κράτους. Υπάρχει ένα είδος μόνιμης αντίφασης ανάμεσα στην ισοπολιτική βούληση και την πραγματική ιεραρχία. Όλες οι κοινωνίες της εποχής μας προσπαθούν να συμβιβάσουν, καθεμιά με τον τρόπο της, την αρχή της με τις συλλογικές ανάγκες.

Αν θέλουμε να σκεφτούμε λογικά πάνω στις συγκεκριμένες δυνατότητες της εποχής μας, πρέπει να δεχτούμε πως η ανισότητα συνδέεται αναπόφευκτα με τη δομή της κοινωνίας μας και να μην αρκούμαστε ν’ αντιτάσσουμε στις υπάρχουσες οργανώσεις απόλυτες αξιώσεις. Αυτό το παιγνίδι είναι αποτελεσματικό στη δημοσιογραφική προπαγάνδα και κανένας δεν προφυλάγεται εντελώς απ’ αυτού του είδους την ενέργεια, όμως, για να καταλάβουμε, πρέπει να ξεκινήσουμε από την ιδέα πως κανένα πολίτευμα δεν έχει το μονοπώλιο της υποκρισίας, και να μετρήσουμε μέχρι ποιο βαθμό καθένα απ’ αυτά τα πολιτεύματα προωθεί αυτές τις μεθόδους, που είναι δυσάρεστες και απαραίτητες συνάμα.

Αυτή η θεμελιακή έλλειψη της πολιτικής τάξης δεν είναι η μοναδική, και, ξεκινώντας απ’ αυτήν, θα ’θελα να σας επισημάνω δυο που η αξία τους, φιλοσοφική και ιστορική συνάμα, μου φαίνεται σημαντική.

Υπάρχει μια αντίφαση στη διπλή απαίτηση οι κυβερνήσεις και να είναι συνετές και να ενεργούν σύμφωνα με τις επιθυμίες των κυβερνωμένων. Είναι απαραίτητο οι κυβερνώμενοι ν’ αναγνωρίζουν αυτούς που τους κυβερνούν. Όμως, αν εύχονται να μην κάνουν τίποτ’ άλλο οι κυβερνώντες απ’ το να εφαρμόζουν τη θέληση των κυβερνωμένων, ή μάλλον ν’ απαιτούν τη σύνεση των κυβερνωμένων, πράγμα που είναι μια δύσκολη ομολογία πίστης, ή καλύτερα πως αξίζει περισσότερο να υπακούν οι κυβερνώντες στη θέληση των κυβερνωμένων, ακόμα κι αν αυτή η θέληση είναι ακατανόητη. Οι σύγχρονες κοινωνίες δε βρήκαν ακόμα τέλεια λύση σ’ αυτή την έλλειψη. Η αλήθεια είναι πως πρέπει να σκεφτόμαστε την πολιτική μη διαχωρίζοντας ούτε τη συναίνεση των κυβερνωμένων ούτε τη φρόνηση των κυβερνώντων. Είναι αυτονόητο πως, όταν είμαστε εντελώς πεπεισμένοι ότι έπρεπε να ληφθεί ένα μέτρο και διαπιστώνουμε πως οι κυβερνώντες δεν το λαβαίνουν επειδή υπολογίζουν την κοινή γνώμη, διακηρύσσουμε πως είναι δημαγωγοί και τους ελέγχουμε πως δε φέρθηκαν σαν πολιτικοί, δηλαδή τους μεμφόμαστε ότι ακολούθησαν τη θέληση των εκλογέων τους. Πράγμα που δε μας εμποδίζει, γυρίζοντας φύλλο, να βεβαιώνουμε πως ενδιαφέρει οι κυβερνώντες να ασκούν τη θέληση αυτών που τους εξέλεξαν αφού σ’ αυτό κυρίως έγκειται η αρχή της δημοκρατίας.

Καμιά πολιτική κυβέρνηση δε βρήκε οριστική λύση στην αντίφαση της συνετής κυβέρνησης και της συναινετικής κυβέρνησης. Όλα τα πολιτεύματα που υπάρχουν αντιπροσωπεύουν ένα πιθανό συμβιβασμό ανάμεσα στις δυο αρχές. Θα μπορούσαμε να πούμε πως το γαλλικό πολίτευμα περιέχει μάλλον υπερβολικά τη θέληση των κυβερνωμένων, αν και θα ’πρεπε να προσθέσουμε πως αυτή η θέληση των κυβερνωμένων δεν είναι πιθανόν αυτούσια η θέληση των πολιτών, αλλά μάλλον οι πολλαπλές και ιδιαίτερες θελήσεις των ομάδων. Δημοκρατία που λειτουργεί καλά είν’ αυτή που βρήκε το μέσον να δίνει στο λαό την εντύπωση πως οι κυβερνώντες ασκούν τη θέλησή του, ενώ παρέχει τη δυνατότητα στους κυβερνώντες να κάνουν ό,τι πρέπει για να επικρατεί η σύνεση. Αυτή η ανάλυση άλλωστε είναι χονδρική απλοποίηση γιατί δεν υπάρχει κανένας λόγος για τους κυβερνώντες να ’ναι πάντα πιο συνετοί από τους κυβερνώμενους. Όμως, κατά την τάξη του πολιτικού διαλογισμού, μπορούμε να πούμε πως υπάρχουν δυο ασυμβίβαστες αρχές, που στην ιστορία της πολιτικής φιλοσοφίας, διεκδικήθηκαν από διάφορες σχολές. Άλλοι ήθελαν η υπέρτατη αρχή να είναι η συναίνεση των κυβερνωμένων, γιατί η γενική θέληση κατανοήθηκε ως η τελική αρχή κάθε εξουσίας. Άλλοι, όπως οι κλασικοί φιλόσοφοι της αρχαιότητας, πίστεψαν πως ο αληθινός σκοπός της πολιτικής ήταν το αγαθό κι όχι η υποταγή των κυβερνώντων στις απαιτήσεις των κυβερνωμένων. Οι κυβερνώντες οφείλουν να κυβερνούν με τέτοιο τρόπο ώστε οι πολίτες να είναι καλοί πολίτες και συνάμα ενάρετοι πολίτες.

Θα ήθελα τέλος να σας πω μια λέξη για την έλλειψη της δύναμης, της συλλογικότητας και της κοινωνικής δικαιοσύνης.

Θα ήταν ευκταίο οι κοινωνίες να ήταν τόσο πιο ισχυρές στρατιωτικά, όσο να ήταν πιο δίκαιες στο εσωτερικό τους. Όμως, δίχως υπερβολικήν απαισιοδοξία, μπορούμε να πούμε πως η ιστορία δεν αποδείχνει όι η κοινωνική ομάδα που θέλει να φτάσει στο ανώτατο όριο δύναμης οφείλει ταυτόχρονα να είναι η πιο δημοκρατική στους πολιτικούς της θεσμούς ή η πιο ισοπολιτική στην κατανομή των εισοδημάτων. Η ισχύς ενός έθνους εξαρτάται από μια στρατιωτική οργάνωση. Η στρατιωτική οργάνωση, τουλάχιστον ώς την εποχή μας, συχνά ήταν αντίθετη προ την ιδέα που έχουμε για δίκαιη τάξη. Και πάλι, να η ανάγκη να συμβιβάσουμε κι η αδυναμία να συμβιβάσουμε οριστικά μια τάξη, που οφείλει να είναι ταυτόχρονα δίκαιη και ικανή να παγιώσει την επιβίωση του συνόλου. Καμιά κοινωνική ομάδα δεν μπορεί να επιζήσει αν δεν κατέχει ένα ελάχιστο όριο δύναμης. Ισχύς και δικαιοσύνης μπορούν να είναι αντιφατικές διεκδικήσεις.

Αν πρόκειται για ένα δέον της πολιτικής, δεν μπορούμε τότε να θεωρήσουμε ούτε ότι πρόκειται για μονογραμμική πρόοδο, όπως στην επιστημονική ή την τεχνική τάξη, ούτε για καθαρή κι απλή διαφορά, όπως στην περίπτωση της τέχνης. Υπάρχει ένα γίγνεσθαι που είναι επιδεκτικό διευθέτησης, που είναι σαφές αλλά διαλεκτικό. Μερικά προβλήματα έχουν τεθή μόνιμα σ’ όλες τις κοινωνίες, και κάθε κοινωνία δίνει κάποια απάντηση σ’ αυτά. Ο άνθρωπος, ον ουσιαστικά ανικανοποίητο, βλέπει τις ατέλειες της λύσης που δίδεται και αντιδρά με τις μεταρρυθμίσεις, την ανταρσία ή την επανάσταση, ώσπου δίνει άλλη λύση στο ίδιο πρόβλημα, λύση που θα είναι κι αυτή ατελής, που μπορεί όμως με τον ένα ή τον άλλο τρόπο να σημειώσει πρόοδο. Το ενδεχόμενο οριστικής λύσης δεν αποκλείεται, τουλάχιστον θεωρητικά. Μπορούμε να συλλάβουμε την συμφιλίωση όλων αυτών των απαιτήσεων, εφόσον, μέχρι τώρα, στην ιστορική πραγματικότητα υπάρχουν μονάχα ατελείς συμβιβασμοί.

Τώρα, μου μένει να σας πω μερικές λέξεις για το πώς τίθεται το πρόβλημα των ολοκληρωτικών κοινωνιών.

Στην εποχή μας υπάρχει μια παρουσία που θα ονομάσω ενωτική, που ο πιο απλός της τύπος είναι η μαρξιστική παρουσία. Κατά τους μαρξιστές, το σύνολο της ανθρωπότητας τείνει προς ένα ενιαίο πολίτευμα, την αταξική κοινωνία, χάρη στην συλλογική κυριότητα των μέσων παραγωγής. Οι διαφορές του πολιτισμού πρέπει προοδευτικά να μειωθούν, οι διάφοροι πολιτισμοί πρέπει όλοι να καταλήξουν στο ίδιο πολιτικό και κοινωνικό καθεστώς.

Σ’ αυτή την ενωτική παρουσία της ιστορικής κίνησης αντιτάσσεται η πολυκρατική παρουσία που η φιλοσοφία του Σπέγκλερ και του Τόινμπι είναι τα χαρακτηριστικά της παραδείγματα. Για τους πολυκρατικούς φιλόσοφους αυτού του τύπου, υπάρχουν πολιτισμοί ουσιαστικά διαφορετικοί, πολύ άσχετοι ο ένας από τον άλλον για να έχουν κοινή ιστορία.

Δεν υπάρχει ζήτημα για να συζητήσουμε εδώ αυτές τις δυο παρουσίες. Ήθελα μονάχα να δείξω την αρχή αυτής της θεμελιακής αντίθεσης.

Δεν είναι αλήθεια πως υπήρξε ριζική πολλότητα της ανθρώπινης ιστορίας. Δεν είναι αλήθεια πως υπήρξε ριζική αδυναμία ώστε ένας πολιτισμός να κατανοήσει τους άλλους. Δεν είναι αλήθεια πως, ιστορικά, οι διάφοροι πολιτισμοί είναι απόλυτα διαχωρισμένοι. Αντίθετα, στην εποχή μας, οι πολιτισμοί είναι σε αναπτυσσόμενη σχέση. Για πρώτη φορά, η σύγχρονη ιστορία είναι παγκόσμια.

Μια φιλοσοφία όπως αυτή του Σπέγκλερ ή του Τόινμπι, προσδιορίζει πριν απ’ όλα ένα πολιτισμό από τον τρόπο της σκέψης, της ψυχής ή της θρησκείας. Στη φιλοσοφία του Τόινμπι, ειδικά, η θρησκεία αποτελεί την αρχή της ενότητας και της πρωτοτυπίας συνάμα κάθε πολιτισμού. Αν πάρουμε ως αρχή κάθε πολιτισμού φαινόμενα που προκύπτουν από την κατηγορία της διαφορότητας, δεν πρέπει να εκπλαγούμε που το συμπέρασμα είναι η πολυκρατία. Με άλλα λόγια, η εκλογή της αποφασιστικής ανθρώπινης δραστηριότητας προσδιορίζει τη γενική παρουσία της ιστορίας.

Στην περίπτωση της μαρξιστικής παρουσίας η προτιμητέα δραστηριότητα είναι η οικονομική δραστηριότητα. Φαντάζεται μια λύση του οικονομικού προβλήματος τη μέρα όπου οι πολλαπλές θεωρίες που ανέλυσα θα δώσουν σύμφωνα αποτελέσματα.

Άρα η παρουσία, ολοκληρωτική ή πλουραλιστική, εξαρτάται από την εκλογή του στοιχείου που θεωρείται πρωταρχικό και είναι απόφαση φιλοσοφικής τάξης. Σύμφωνα με την ιδέα που πλάθουν για τον σκοπό της ανθρώπινης ύπαρξης, η ανθρώπινη ιστορία θεωρείται ότι συντελεί στο να εξασφαλίσει στους ανθρώπους δίκαιη ή ενάρετη ύπαρξη, ή συντελεί στη γέννηση έργων, ή τέλος έχει ως τελικό σκοπό την σωτηρία των ατομικών ψυχών. Η μαρξιστική αντίληψη της ιστορίας θέτει ως σκοπό στην ανθρώπινη περιπέτεια την αποτελεσματική εκμετάλλευση των φυσικών δυνάμεων για να εξασφαλίσει ανθρώπινες σχέσεις σύμφωνες με τη δικαιοσύνη. Μια παρουσία της ιστορίας σαν αυτή του Μαλρώ θέτει ως σκοπό στην ανθρώπινη περιπέτεια την δημιουργία έργων τέχνης. Για τον χριστιανό, ο τελικός σκοπός της ανθρώπινης ιστορίας είναι η σωτηρία των ατομικών ψυχών πέρα απ’ αυτή τη γη.

Μετάφραση: Αντιγόνη Χατζηθεοδώρου

  • Πρώτη δημοσίευση: ΕΥΘΥΝΗ. Φυλλάδιο νεοελληνικού προβληματισμού. Τεύχος 26, Φεβρουάριος 1974.

Raymond Aron

Ο Ρεϊμόν Αρόν (Raymond Aron, 14 Μαρτίου 1905 – 17 Οκτωβρίου 1983) ήταν Γάλλος φιλόσοφος, κοινωνιολόγος και δημοσιολόγος που στις μεταπολεμικές κοινωνιολογικές του μελέτες ασχολήθηκε κυρίως με την ανάλυση της σύγχρονης τεχνοκρατικής κοινωνίας και άσκησε έντονη κριτική στον Μαρξισμό: «Το όπιο των διανοουμένων» (L’ Opium des intellectuels), 1955. Κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής εργάστηκε (1940-45) στο Λονδίνο ως αρχισυντάκτης του αντιστασιακού περιοδικού «La France Libre» και στη συνέχεια συνεργάστηκε με τον Ζαν Πολ Σαρτρ στην έκδοση του περιοδικού «Les Temps Modernes», αλλά σύντομα διαφώνησε μαζί του και αποχώρησε,καθώς σε αντίθεση με τον Σαρτρ,υπήρξε υπέρμαχος των δεξιών αντιλήψεων, παρόλο που ο ίδιος δε θεώρησε ποτέ ότι ανήκει στη Δεξιά πτέρυγα. Κατά τη διάρκεια του ψυχρού πολέμου στάθηκε στο πλευρό της Αμερικής και εναντιώθηκε στη Σοβιετική Ένωση. Με τον Σαρτρ διαφωνούσαν σε πολλά θέματα, όπως ο Κομμουνισμός, ο Μαοϊσμός, ο Μάης του ’68 και άλλα. Ο Αρόν υπήρξε και αρθρογράφος της εφημερίδας «Le Figaro» από το 1947 διετέλεσε επίσης καθηγητής της κοινωνιολογίας στη Σορβόνη (1955-1968) και στο κολέγιο της Γαλλίας από το 1970. Ως κοινωνιολόγος μελέτησε τη νεότερη γερμανική γερμανική κοινωνιολογική σκέψη στο έργο του: «Η σύγχρονη γερμανική κοινωνιολογία», 1935. Ως φιλόσοφος της ιστορίας αντιμετώπισε κριτικά τις μονιστικές αντιλήψεις, τόσο τις ιδεαλιστικές όσο και τις υλιστικές, στα βιβλία του «Εισαγωγή στη φιλοσοφία της ιστορίας» (Introduction à la philosophie de l’histoire), «Η κριτική φιλοσοφία της ιστορίας και «Διαστάσεις της ιστορικής συνείδησης»»

_________________________________________________________________________________

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

Bundesarchiv Bild 183-R06610, Oswald Spengler.jpgΟ Όσβαλντ Σπένγκλερ (Oswald Spengler, Blankenburg am Harz, 29 Μαΐου 1880 – Μόναχο, 8 Μαΐου 1936) ήταν Γερμανός ιστορικός και φιλόσοφος, ο οποίος σπούδασε φυσικές επιστήμες, μαθηματικά, ιστορία, φιλολογία και φιλοσοφία στα πανεπιστήμια του Μονάχου, του Βερολίνου και της Χάλλε. Μετά την αναγόρευση του σε διδάκτορα της φιλοσοφίας, το 1904 ύστερα από την εκπόνηση σχετικής διατριβής με θέμα τη διδασκαλία του Ηρακλείτου, ακολούθησε τη σταδιοδρομία του καθηγητή μέσης εκπαίδευσης, την οποία,όμως εγκατέλειψε το 1911 αναλαμβάνοντας πλέον να διδάσκει ιδιωτικά μαθήματα στο Μόναχο. Τότε άρχισε να συγγράφει το βιβλίο του Der Untergang des Abendlandes. Umrisse einer Morphologie der Weltgeschichte (= Η παρακμή της Δύσης), το οποίο εξέδωσε το 1918, όταν η χώρα του, η Γερμανία, εξερχόταν ηττημένη από τον τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Το έργο αυτό, με τη χρησμοειδή γραφή, χάρη στο οποίο ο Όσβαλντ Σπένγκλερ έγινε γνωστός, αποπνέει έντονη την ατμόσφαιρα της απαισιοδοξίας, καθώς, όπως αποφαίνεται ο συγγραφέας του ότι κανένας από τους πολιτισμούς της ιστορίας – τους οποίους αριθμεί σε οκτώ – δεν είναι αιώνιος, αλλά καθένας τους έχει ζωή διάρκειας περίπου χιλίων ετών, προδικάζει τον αφανισμό του δυτικού πολιτισμού, επισημαίνοντας ως σημάδια κατάρρευσής του την επικρατούσα δύναμη του χρήματος, την κυριαρχία των μέσων μαζικής ενημέρωσης και την έλλειψη πρωτότυπων διανοουμένων και δημιουργών σε όλους τους τομείς του πολιτισμού και της παιδείας.Υπήρξε εθνικιστής και ήταν ένας από τους συμμετέχοντες στην Συντηρητική επανάσταση, παρόλο που προς το τέλος της ζωής του επέκρινε τον αντισημιτισμό και το Εθνικοσοσιαλιστικό κόμμα.

Ο Άρνολντ Τόινμπι (Arnold Joseph Toynbee, 14 Απριλίου 1889 – 22 Οκτωβρίου 1975) ήταν Βρετανός ιστορικός, φιλόσοφος της ιστορίας, συγγραφέας πολλών βιβλίων και καθηγητής διεθνούς ιστορίας στο London School of Economics και King’s College στο Πανεπιστήμιο του Λονδίνου. Ο Toynbee την περίοδο 1918-1950 ήταν ο κορυφαίος ειδικός στις διεθνείς υποθέσεις. Είναι ο πιο γνωστός για το 12τομο έργο του A Study of History (1934–1961). Με την τεράστια παραγωγή χαρτιών, άρθρων, ομιλιών και παρουσιάσεων, καθώς και πολλά βιβλία μεταφρασμένα σε πολλές γλώσσες, ο Toynbee ήταν ένας ευρέως γνωστός και πολυσυζητημένος μελετητής κατά τη δεκαετία του 1940 και του 1950. Ωστόσο, μέχρι τη δεκαετία του 1960 το μεγαλοπρεπές του έργο δεν είχε ευνοηθεί μεταξύ των γενικών ιστορικών και η τεράστια αναγνωσιμότητα του είχε εξασθενίσει.

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή