Ρεμπέτικο: Μια κλεφτή ματιά στον κόσμο, μια καθαρή ματιά στον πραγματικό κόσμο

by Times Newsroom 1
Share this

Η «Τετράς η ξακουστή του Πειραιώς»: Ανέστης Δελιάς, Μάρκος Βαμβακάρης, Στράτος Παγιουμτζής, Γιώργος Μπάτης

Ρεμπέτικο: Από τη Σμύρνη και το Αϊβαλί τον Πειραιά και τη σπηλιά του δράκου

  • Γράφει ο ΑΛΕΞΗΣ ΚΟΛΥΒΑΣ

Το ρεμπέτικο είναι πλέον στον Αντιπροσωπευτικό Κατάλογο της Αϋλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς της Ανθρωπότητας της UNESCO. Μπορεί να σημαίνει πολλά μπορεί και τίποτα. Το σίγουρο είναι ότι δείχνει την αντοχή του όχι μόνο στο χρόνο, αλλά στον λυσσαλέο, πρωτοφανή και μοναδικό ίσως πόλεμο που έχει δεχτεί κάποια πολιτιστική δημιουργία, αλλά και μια εξ ίσου αξιοθαύμαστη αντοχή στην προσπάθεια από τους ίδιους αυτούς που το πολέμησαν αφού δεν κατάφεραν να το «σκοτώσουν» ή να το περιορίσουν, να το φέρουν στα μέτρα τους.

Μάταιη αποδείχτηκε και αυτή η προσπάθεια, αφού το ρεμπέτικο τραγούδι κράτησε τη γνησιότητα και την αυτονομία του και στάθηκε στο δικό του χώρο δίπλα στη Τζαζ και άλλες μουσικές κατατρεγμένων σε όλο τον κόσμο. Υπό αυτή την έννοια η UNESCO με την εγγραφή του Ρεμπέτικου στον Αντιπροσωπευτικό Κατάλογο της Άυλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς της Ανθρωπότητας (UNESCO, 2003) επιβεβαίωσε αυτή την αντοχή αναγνωρίζοντας ταυτόχρονα με τη σειρά της την μεγάλη καλλιτεχνική αξία του ρεμπέτικου.

Το τι είναι το ρεμπέτικο, ποιες είναι οι ρίζες του και η προέλευσή του έχει γίνει αντικείμενο μελετητών, χωρίς μέχρι τώρα να έχει υπάρξει απάντηση και είναι εξαιρετικά αμφίβολο αν θα υπάρξει, γιατί είναι γνωστό πώς ένα δέντρο για να μεγαλώσει τόσο πολύ έχει και πολύ βαθιές ρίζες που στην περίπτωσή του χάνονται στα βάθη της ιστορίας. Το βέβαιο είναι πως οι ρεμπέτες ακόμη και όταν δέχονταν διωγμούς και έτσι άρχισαν να καταλαβαίνουν πως δημιουργούν κάτι σπουδαίο δεν θα φαντάζονταν ποτέ αυτή τη διαδρομή. Από την Σμύρνη και το Αϊβαλί στον Πειραιά σε κρυψώνες -τεκέδες και τις σπηλιές στον κατάλογο άυλης πολιτιστικής κληρονομιάς της ανθρωπότητας.

Μέχρι να γίνει αυτό το ρεμπέτικο πέρασε από σαράντα κύματα. Πρώτη φορά που έπαιξε στο «φως» μια ρεμπέτικη κομπανία με μπουζούκι ήταν το 1934 και αυτό έγινε στη μάντρα του Σαραντόπουλου στην Ανάσταση στη Δραπετσώνα από την κομπανία με το όνομα «Τετράς η ξακουστή του Πειραιώς», που της το είχε δώσει μαντεύοντας το μέλλον ένας εκ των μελών της ο Γιώργος Μπάτης από τα Μέθανα που έπαιζε μπαγλαμαδάκι και τραγουδούσε.

Οι άλλοι τρείς ήταν: ο Πατριάρχης του Ρεμπέτικου Μάρκος Βαμβακάρης που είχε πάει στον Πειραιά το 1917 από τη Σύρα και δουλεύε στο λιμάνι σαν γαιανθρακεργάτης, μετά λιμενεργάτης και στη συνέχεια, εκδορέας στα σφαγεία του Πειραιά και της Αθήνας. Ο Στράτος Παγιουμτζής, γεννημένος στο Αϊβαλί της Μικράς Ασίας, εγκαταστάθηκε στον Πειραιά πριν από τη Μικρασιατική Καταστροφή και ήταν ο βασικός τραγουδιστής τής κομπανίας. Έλεγαν γι’ αυτόν ότι «στο λαιμό του είχε φωλιές από αηδόνια». Ο τέταρτος ήταν ο Ανέστης Δελιάς, γεννημένος στη Σμύρνη, ήρθε στην Ελλάδα το 1920 και εγκαταστάθηκε στη Δραπετσώνα. Γιος του Παναγιώτη Δέλιου, σαντουρίστα φημισμένου σε όλη τη Μικρά Ασία, στα 17 του χρόνια έπαιζε κιθάρα. Μπουζούκι έπιασε στα χέρια του το 1930 με την προτροπή του Μάρκου.

Μέχρι τότε το Ρεμπέτικο και το μπουζούκι παίζονταν σε υπόγειους τεκέδες και όταν αυτό δεν ήταν δυνατό εξαιτίας των διωγμών πήγαιναν σε σπηλιές όπου στρώνανε κάτω άναβαν το ναργιλέ κάπνιζαν και έπαιζαν. Το τραγούδι «Ζούλα σε μια βάρκα μπήκα», που έγραψε ο Μπάτης και τραγούδησε ο Παγιουμτζής δείχνει μια ολοκληρωμένη εικόνα:

«Ζούλα σε μια βάρκα μπήκα
και στη σπηλιά του Δράκου βγήκα
Βλέπω τρεις μαστουρωμένοι
βρε και στην άμμο μωρέ ξαπλωμένοι

Ήταν ο Μπάτης βρε κι ο Αρτέμης
μωρέ και ο Στράτος βρε ο Τεμπέλης
Βρε συ Στράτο ντε βρε συ Στράτο
βρε σιάξε ναργιλέ αφράτο

Να φουμάρει βρε το Μπατάκι
βρε που ‘ναι χρόνια βρε ντερβισάκι
Να φουμάρει βρε κι ο Αρτέμης
ντε όπου πάει μωρέ και μας φέρνει

Μας στέλνει μαύρο από την Πόλη
βρε και μαστούρια είμαστε όλοι
Τουμπεκί απ’ την Περσία
ντε πίνει ο μάγκας με ησυχία»

Το ρεμπέτικο είχε συνδεθεί με την χασισοποτεία, η οποία μέχρι το 1930 ήταν νόμιμη και το χασίς θεωρούνταν «η παρηγοριά των φτωχών». Ένα ποσοστό των ρεμπέτικων τραγουδιών είναι τα λεγόμενα χασικλίδικα. Δεν υπάρχει όμως ταύτιση.
Αυτή ήταν και η δικαιολογία για τις διώξεις τόσο από την μεταξική δικτατορία, όσο και από την αριστερά, το ΚΚΕ. Υπάρχουν μαρτυρίες για απίστευτους διωγμούς αμφοτέρων των πλευρών εις βάρος των ρεμπετών χωρίς να καταφέρουν όμως να πλήξουν τα δημιουργήματά τους.

Όταν το μπουζούκι ακούστηκε στον αέρα από την τετράδα του Πειραιώς άρχισε να μπαίνει από χαραμάδες στα χαμόσπιτα και τις προσφυγικές παράγκες της Δραπετσώνας, του Περάματος, της Κοκκινιάς, των άσπρων χωμάτων και των άλλων φτωχογειτονιών του Πειραιά. Άρχισε να γιγαντώνεται και να ταξιδεύει ως και την Αμερική όπου γράφτηκαν και ηχογραφήθηκαν πολλά και σπουδαία ρεμπέτικα τραγούδια. Πήγε στη Θεσσαλονίκη γιατί εκεί ένας αστυνομικός διευθυντής τα γούσταρε και κινούνταν ελεύθερα οι ρεμπέτες και γενικά απλώθηκε σε όλη τη χώρα με κεντρικό άξονα την διαδρομή από τη Σμύρνη στον Πειραιά.

Δεν απέδωσαν οι διωγμοί και άρχισε η προσπάθεια χειραγώγησης. «Το μπουζούκι μπήκε στα σαλόνια» ήταν η χαρακτηριστική φράση που σχετίστηκε με αυτή την προσπάθεια του κατεστημένου, που μπορεί να δημιούργησε συγχύσεις γύρω από το ρεμπέτικο, στην ουσία όμως δεν το άγγιξε, Από την άλλη πλευρά η αριστερά προσπάθησε να το παρουσιάσει σαν κάτι δικό δημιούργημα της τάξης που εκπροσωπεί.

Ειδικά μετά την μεταπολίτευση αυτή η προσπάθεια κορυφώθηκε φτάνοντας στην υπερβολή ίσως γιατί θα ένιωσαν κάποια συλλογική ενοχή για την στάση τους και επιχειρήθηκε να αγιοποιηθούν και οι ρεμπέτες και το ρεμπέτικο. Μάταιη αποδείχτηκε και αυτή η προσπάθεια γιατί οι ρεμπέτες δεν ήταν Άγγελοι, αλλά ήταν μάλλον διάβολοι, φτωχοδιάβολοι. Ήταν απλοί άνθρωποι αγράμματοι που αν άκουγαν ή διάβαζαν αυτό όλα που θέλησαν να τους αποδώσουν μάλλον δεν θα καταλάβαιναν τίποτα. Δεν ήταν ούτε προλεταριάτο κανονικό, ούτε λούμπεν γι’ αυτό δεν πέτυχε και η προσπάθεια πολιτικοποίησης του ρεμπέτικου. Ήταν ανυπότακτοι και είχαν καθαρή ματιά με αποτέλεσμα να βλέπουν την αλήθεια γυμνή να την καταγράφουν και να την κάνουν τραγούδι. Αυτή η αγνότητα έδωσε δύναμη στο ρεμπέτικο να μείνει αλώβητο.

Ο Μάρκος έχει πει ότι το πρόσωπο για το οποίο έγραψε το διασημότερο ρεμπέτικο τραγούδι την φραγκοσυριανή δεν το γνώριζε ούτε και το γνώρισε ποτέ. Έπαιζα, λέει στην αυτοβιογραφία του, στη Σύρα στη παραλία «όταν έπαιζα και τραγουδούσα, κοίταζα πάντα κάτω, αδύνατο να κοιτάξω τον κόσμο, τα έχανα. Εκεί όμως που έπαιζα, σηκώνω μια στιγμή το κεφάλι και βλέπω μια ωραία κοπέλα. Τα μάτια της ήταν μαύρα. Δεν ξανασήκωσα το κεφάλι, μόνο το βράδυ την σκεφτόμουν, την σκεφτόμουν… Πήρα, λοιπόν, μολύβι κι έγραψα πρόχειρα:

Μία φούντωση, μια φλόγα
έχω μέσα στην καρδιά
Λες και μάγια μου ‘χεις κάνει
Φραγκοσυριανή γλυκιά…

Ούτε και ξέρω πώς την λέγανε ούτε κι εκείνη ξέρει πως γι’ αυτήν μιλάει το τραγούδι. Όταν γύρισα στον Πειραιά, έγραψα τη Φραγκοσυριανή.»
Με αυτή τη ματιά έγραψε την Φραγκοσυριανή και ταξιδεύει μαζί της ακόμα μέχρι τα πέρατα του κόσμου. Μέχρι νανούρισμα έχει γίνει.
Μπορεί αυτό το απλό πράγμα να είναι τελικά το ρεμπέτικο. Μια κλεφτή ματιά στον κόσμο. Μια καθαρή ματιά στον πραγματικό κόσμο.

Share this

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή