Ριρίκα και Κυλλήνη

by ΑΝΔΡΕΑΣ ΦΟΥΣΚΑΡΙΝΗΣ
  • Γράφει ο ΑΝΔΡΕΑΣ ΦΟΥΣΚΑΡΙΝΗΣ

Εισαγωγικό σημείωμα στο διήγημα του Νίκου Καχτίτση και στο διήγημα ¨Θερμά θαλάσσια λουτρά» του Ηλία Χ. Παπαδημητρακόπουλου. Μια σύγκριση.

Ο Νίκος Καχτίτσης, τον καιρό που διέμενε στη Μοντρεάλη, όπως την έλεγε, του Καναδά, τύπωσε, στο αυτοσχέδιο τυπογραφείο που διέθετε, δύο φύλλα μιας τρίγλωσσης (ελληνικά-αγγλικά-γαλλικά) εφημερίδας, της «Παλίμψηστος, όργανο των απανταχού πολιορκουμένων και με μότο: «Κλείσε τα μάτια και θα ιδείς». Ένα έντυπο για να επικοινωνήσει περισσότερο με τους εν Ελλάδι φίλους, παίζοντας, όπως συνήθιζε πάντα, τον πολιορκούμενο κάτοικο μιας φανταστικής πόλης, που, σε άλλες περιπτώσεις, την αποκαλεί Γάνδη. Εννοείται ότι η τοπογραφία της δεν έχει καμία σχέση με την πραγματική πόλη του Βελγίου.

Αποτέλεσμα εικόνας για Νίκος Καχτίτσης,

Στο πρώτο φύλλο του «Παλίμψηστου», Ιανουάριος 1967, που μας το παρεχώρησε, με την ευγένεια και την καλοσύνη που τον χαρακτηρίζει πάντα, ο ποιητής Γιώργης Παυλόπουλος, επιστήθιος φίλος του Καχτίτση και ένας από τους πολλούς αποδέκτες των αυτοσχέδιων εντύπων που εξέδιδε ο ξενιτεμένος συγγραφέας, χειρόγραφα ή έντυπα, σε αυτό το φύλλο λοιπόν δημοσίευσε, στην αγγλική γλώσσα, το διήγημα “Ririka and Kyllene”, με το ψευδώνυμο Victorian Splite, για το οποίο δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι είναι δικό του.

Τούτο το πιστοποιεί απολύτως η μελέτη του ύφους που είναι σαφέστατα καχτίτσειο, η αναλυτική, λεπτομερέστατη περιγραφή του τοπίου και των καταστάσεων που διαδραματίζονται μέσα σε αυτό, η υποκρυπτόμενη ειρωνεία με μια ελαφρά δόση σαρκασμού και η ουσιαστική έλλειψη υπόθεσης με γεγονότα που να διαδέχονται το ένα το άλλο με την ταχύτητα αστραπής. Τούτο το ψευδώνυμο είναι σίγουρα δικό του, όπως παρατήρησε και ο διηγηματογράφος Ηλίας Χ. Παπαδημητρακόπουλος σε άρθρο του στη Φιλολογική Καθημερινή (πρόχειρη αναδημοσίευση στο 9ο τεύχος του περιοδικού των Λεχαινών «Διάλογος», Ιούνιος 1980) γιατί είναι «ένα από τα πολλά τερτίπια και ψευδώνυμα του Νίκου Καχτίτση».

Ο Παπαδημητρακόπουλος έφτασε στην ταύτιση Σπλάιτ και Καχτίτση, χωρίς κανέναν δισταγμό μάλιστα, όταν άκουσε το 1975 στα Λεχαινά πως το παλιό τρένο του ΣΠΑΠ που οδηγούσε στα Λουτρά της Κυλλήνης (Λίντζι, για τους ντόπιους) το έλεγαν Ριρίκα, όνομα που είχε διαβάσει στο διήγημα και που περιέγραφε ένα ταξίδι με αυτό ακριβώς το τρένο.

Ο Καχτίτσης, που ήταν γιος σιδηροδρομικού, σταθμάρχη, αν δεν κάνω λάθος, και είχε ζήσει μάλιστα κάποιο καιρό στη Γαστούνη της Ηλείας, μία κωμόπολη δίπλα στα Καβάσιλα από όπου ξεκινούσε κάθε φορά το τρενάκι για να φτάσει αγκομαχώντας στον προορισμό του, είναι περισσότερο από βέβαιο ότι γνώριζε το όνομα αυτό. Θα ήθελα στο σημείο αυτό να προσθέσω ότι Ριρίκα λένε και σήμερα ένα άλλο τρένο, το πρωινό της γραμμής Πατρών-Πύργου, που επιστρέφει πάλι στην Πάτρα γύρω στις τρεις το μεσημέρι και αντίστροφα και εξυπηρετεί τους εργαζόμενους, κυρίως δημοσίους υπαλλήλους της Ηλείας και της Αχαΐας που πηγαινοέρχονται καθημερινά από τον ένα τόπο στον άλλο.

Αποτέλεσμα εικόνας για Ηλίας Χ. Παπαδημητρακόπουλος

Με την ευκαιρία αυτή αξίζει ο κόπος που θα καταβάλλουμε στη συνέχεια για να παραλληλίσουμε, να συγκρίνουμε καλύτερα, το διήγημα του Ηλία Χ. Παπαδημητρακόπουλου «Θερμά θαλάσσια λουτρά», από την ομώνυμη συλλογή διηγημάτων της σειράς «Μικρή Εγνατία», σελ. 41-49, με το «Ριρίκα και Κυλλήνη» του Καχτίτση, μια και χειρίζονται και οι δυο συγγραφείς το ίδιο θέμα περίπου, με το δικό του τρόπο ο καθένας, με τη δική του ματιά, τις δικές του ιστορίες και τα δικά του ενδιαφέρονται που άλλοτε πλησιάζουν και άλλοτε απομακρύνουν τον ένα από τον άλλο.

Το θέμα και στα δύο διηγήματα λοιπόν είναι περίπου το ίδιο, κάποια περιστατικά, ασήμαντα στην πραγματικότητα, που δίνουν όμως τη δυνατότητα στους δύο συγγραφείς να πούνε τα δικά τους, ο τόπος μόνο αλλάζει. Στο διήγημα του Καχτίτση όλα γίνονται στα θερμά λουτρά της Κυλλήνης και στη διαδρομή του τρένου προς αυτά ή κατά την αναζήτηση καταλύματος για τη νύχτα, ενώ σε εκείνο του Παπαδημητρακόπουλου, που έδωσε και τον τίτλο σε ολόκληρο το βιβλίο του, είναι τα θερμά θαλάσσια λουτρά της Αλκυόνας του Κατακώλου.

Χρόνος βίωσης των γεγονότων περίπου ο ίδιος, η παιδική ηλικία των δύο συγγραφέων την οποία κουβαλούν ακόμη μαζί τους, στη Βόρεια Ελλάδα ο νεότερος, στον Καναδά ο πρεσβύτερος. Οι εντυπώσεις που αποκομίζουν από τα γεγονότα εξίσου ζωηρές και στους δύο, ενώ η κατάληξη της υπόθεσης οδηγεί προς την ίδια κατεύθυνση, την πλήρη αποτυχία, την οποία εκφράζει ο θάνατος στον Παπαδημητρακόπουλο και η ληστεία των γραφείων του σταθμού στον Καχτίτση, με μία δόση αστυνομικού μυστηρίου και αγωνίας εδώ. Η ειρωνεία κοινός τρόπος και των δύο συγγραφέων, πιο λεπτή στη «Ριρίκα», πιο σκληρή, στα όρια του σαρκασμού, στα «Θερμά θαλάσσια λουτρά».

Από το σημείο αυτό και μετά όμως αρχίζουν κάποιες διαφορές που εντοπίζονται σχετικά εύκολα, αν και οι ομοιότητες των δύο συγγραφέων εξακολουθούν να εμφανίζονται περισσότερο και συχνότερα. Οι διαφορές τους, στην πραγματικότητα, είναι ελάχιστες. Η έλλειψη, ίσως, ζεστής και ανθρώπινης επαφής στον πλάνητα βίο του αναγκάζει τον Καχτίτση να αγκαλιάζει με μεγαλύτερη στοργή τα πράγματα και να τα αγκαλιάζει με θέρμη, σαν να πρόκειται να τα χάσει σύντομα.

Η περιγραφές του είναι λεπτομερείς, σχεδόν εξαντλητικές, του τρένου κυρίως, αλλά και του τοπίου, όπως το αντικρίζει μέσα από τα παράθυρα της Ριρίκας, των χώρων του σταθμού, του δωματίου στο οποίο διανυκτέρευσαν, της συμπεριφοράς των γυναικών της μικρομεσαίας τάξης, όπως εμφανίζονται στο διήγημα, καθώς και μιας σειράς άλλων επουσιωδών λεπτομερειών που όμως αποδεικνύονται ουσιώδεις στο τέλος και για το ίδιο το κείμενο, αλλά και για την πεζογραφική δεινότητα του συγγραφέα που ο σύντομος βίος του δεν του επέτρεψε να αναπτύξει την τέχνη του όσο θα το ήθελε. Τα πρόσωπα του έργου ίσια που διαγράφονται, μακρινές, θαμπές, ακαθόριστες φιγούρες που έρχονται σε πλήρη αντίθεση με το φυσικό περιβάλλον, όπως ακριβώς και το τρενάκι που στην πραγματικότητα αποτελεί το κύριο, το πρωταγωνιστικό πρόσωπο του διηγήματος.

Ο συγγραφέας, βέβαιος ότι τα πρόσωπα που παρουσιάζει αποτελούν εύκολα αναγνωρίσιμες μορφές, δεν ενδιαφέρεται να μας δώσει πλήρεις μορφές και ακέραια ψυχογραφημένες, παρά το γεγονός ότι δηλώνεται στο εισαγωγικό σημείωμα του έργου πως ο υποτιθέμενος συγγραφέας του διηγήματος ασχολείται με τη μελέτη των ψυχικών φαινομένων, αλλά εκείνο που κυρίως τον απασχολεί είναι η σχεδόν ρεαλιστική απεικόνιση ψυχογραφημένων καταστάσεων μιας συγκεκριμένης κοινωνικής τάξης και μιας ορισμένης συμπεριφοράς των ομάδων που περιγράφει. Η ειρωνεία είναι προφανής.

Το ίδιο, πάνω κάτω, φαίνεται ότι επιδιώκει και ο Ηλίας Χ. Παπαδημητρακόπουλος, μαθητής, ίσως που ξεπέρασε το δάσκαλο του, με τον οποίο άλλωστε ασχολήθηκε επανειλημμένα στο παρελθόν. Όμως ο νεότερος δεν μένει μόνο στην εξωτερική περιγραφή του τοπίου, των προσώπων και των πραγμάτων, με τη μεγάλη εσωτερικότητα βέβαια και τις λεπτές ειρωνικές αποχρώσεις του Καχτίτση, αλλά προχωράει περαιτέρω, στη σύλληψη ευκρινέστερων ανθρώπινων μορφών, αυξάνοντας σημαντικά την αφηγηματικότητα του έργου του εις βάρος της περιγραφικότητας. Μια διευκρίνιση στο σημείο αυτό κρίνεται απαραίτητη από εμένα.

Οι λέξεις που χρησιμοποιώ εδώ δεν έχουν βέβαια κανένα μειωτικό ή αξιολογικό χαρακτήρα αλλά απλώς περιγράφουν ένα αισθητικό γεγονός που χαρακτηρίζει την τέχνη των συγκρινόμενων προσώπων. Η διαφορά είναι ότι ο Παπαδημητρακόπουλος μετασχηματίζει σχετικά εύκολα τη λεπτή ειρωνική διάθεση του Καχτίτση σε σκληρή και ενίοτε ανελέητη, πικρή ειρωνεία που φτάνει ως τη γελοιοποίηση των προσώπων, των καταστάσεων και των ομάδων που παρουσιάζονται στο έργο του, με μια γλώσσα ανάλογη του θέματος και των ατόμων που υποτίθεται πως τη μιλούν.

Στο τέλος η ειρωνεία γίνεται σαρκασμός και η κατάληξη του γεγονότος οπωσδήποτε πικρή. Έτσι ο θάνατος του Ρώσου εμιγκρέ που θέλησε να ξεφύγει από τα τετριμμένα και με μια πράξη υπέρτατης περιφρόνησης μετατρέπεται σε ανελέητο μαστίγιο που χτυπάει αλύπητα και γελοιοποιεί δίχως όρια τους θαμώνες των θερμών θαλάσσιων λουτρών, τους ρεμπεσκέδες του Κατακώλου και την τάξη τους.

Εδώ θα πρέπει να σημειωθούν και κάποιες άλλες αντιστοιχίες, ομοιότητες ή διαφορές των δύο συγγραφέων μεταξύ τους. Ο Victorian Splite, όπως και ο ήρωας του Ηλία Χ. Παπαδημητρακόπουλου είναι ξένος και κατοικεί στη βορειοδυτική Πελοπόννησο. Στον Καχτίτση, ο ήρωας συνοδεύεται από τη μάνα του και το κτίριο των λουτρών είναι από άσπρο μάρμαρο, ενώ στον Παπαδημητρακόπουλο, από τη θεία του και το κτίριο είναι κίτρινο. Και στους δυο έχουμε αγώνα δρόμου, σχεδόν, για να βρουν μπανιέρα (Παπαδημ.) ή δωμάτιο στο ξενοδοχείο Καχτίτσης).

Και στα δύο διηγήματα η αστική ηρεμία των ηρώων καταλύεται από ένα απρόσμενο γεγονός που στο «Ριρίκα…) διαδραματίζεται τη νύχτα. Η ειρωνεία που υπάρχει στο διήγημα του Καχτίτση μεταφέρεται από το κοινωνικό στο πολιτικό επίπεδο με τη θέαση των πορτραίτων της βασιλικής οικογένειας στο σταθμό του τρένου. Και για την αφήγηση και οι δύο συγγραφείς χρησιμοποιούν το πρώτο πρόσωπο, σαν να θέλουν να διηγηθούν κάτι που έγινε μπροστά στα μάτια τους, με μια μικρή διαφορά όμως. Στο διήγημα του Καχτίτση όμως έχουμε διπλό αφηγητή, ένα είδος απόκρυψης δηλαδή. Αφηγείται ο Victorian Splite όσα άκουσε από έναν της παρέας των ταξιδιωτών, μια τεχνική που συναντάμε στο Βοκάκιο ή στις «χίλιες και μία νύχτες».

Αντίθετα ο Παπαδημητρακόπουλος αφηγείται σε πρώτο ενικό πρόσωπο σκηνές που, ίσως, να αποτελούν και προσωπικά του βιώματα ή τουλάχιστον αυτό θέλει να μας δείξει με την αμεσότητα και την υποκειμενικότητα που χαρακτηρίζει το πρώτο πρόσωπο. Ο Καχτίτσης αντίθετα κρύβει τον εαυτό του δυο φορές, τη μία πίσω από το ψευδώνυμο που χρησιμοποιεί και την άλλη πίσω από τον δεύτερο αφηγητή. Κι όμως δεν μας πείθει, ή τουλάχιστον δεν το προσπαθεί ή δεν το θέλει να μας πείσει πως όλα όσα διαβάζουμε δεν αποτελούν και δικά του, προσωπικά βιώματα. Είναι ένα από τα τερτίπια του κι αυτό.

Ας πούμε τώρα δυο λόγια και για τη μετάφραση του διηγήματος που θα διαβάσετε στις επόμενες σελίδες του περιοδικού. Δύσκολο βέβαια το εγχείρημα να αποδοθεί ένα αγγλόφωνο κείμενο του Καχτίτση με επιτυχία τη στιγμή που το κύριο μέρος του δημοσιευμένου έργου του είναι στα ελληνικά. Απαιτείται μόχθος, φαντασία στην επιλογή των λέξεων και των συντακτικών τύπων, τόλμη και βαθιά μελέτη του ύφους του και της γλώσσας του, εξοικείωση θα έλεγα με αυτά για να γίνει δυνατή μια προσέγγιση του κειμένου του προς εκείνο που θα δεχόταν και ο ίδιος πιθανόν, με αρκετή συγκατάβαση βέβαια. Από την άλλη, υπάρχουν λέξεις δίσημες, παγίδες κυριολεκτικά που στήνει στον αναγνώστη του ο ονειρικός τρόπος της γραφής του.

Έτσι, και επειδή οι δύο μεταφραστές δεν έμεναν στον ίδιο τόπο την εποχή της μετάφρασης ακολουθήθηκε η ακόλουθη διαδικασία. Το κείμενο το μετέφρασε αρχικά ο Γιώργος Γώτης και συνεπώς είναι ο κύριος μεταφραστής του έργου. Στη συνέχεια συζητήσαμε μαζί κάποια μικροπροβλήματα που παρουσιάστηκαν τότε κι ύστερα το πήρα μαζί μου και το επεξεργάστηκα μόνος, στην ηρεμία της Ανδραβίδας κι αφού επισκέφτηκα τα Λουτρά της Κυλλήνης, όχι βέβαια με τη Ριρίκα, γιατί σήμερα κάνει το μισό της ταξίδι, για να ξαναθυμηθώ τον τόπο, έκανα τις διορθώσεις που θεώρησα απαραίτητες και το ξανάδωσα στον πρώτο μεταφραστή για την τελική επιλογή και επεξεργασία. Το αποτέλεσμα είναι αυτό που ακολουθεί στις επόμενες σελίδες.
Δεκέμβρης 1980.

ΥΓ. Δυστυχώς σήμερα που ξανακοιτάω το κείμενο, 2018, δεν υπάρχει ούτε Ριρίκα, αλλά ούτε και τρένο στην Ηλεία. Οι σιδηροδρομικές γραμμές ρήμαξαν από την εγκατάλειψη, όπως και οι σταθμοί, και τις συνακόλουθες κλοπές των Γύφτων που δεν αφήνουν σίδερο για σίδερο πουθενά. Είναι, κατά μία άποψη, οι καλύτεροι οικολόγοι της χώρας!

  • Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό Διάλογος των Λεχαινών, τεύχος 11, Δεκέμβρης 1980
The following two tabs change content below.
ΑΝΔΡΕΑΣ ΦΟΥΣΚΑΡΙΝΗΣ

ΑΝΔΡΕΑΣ ΦΟΥΣΚΑΡΙΝΗΣ

Ο Ανδρέας Φουσκαρίνης σπούδασε Ιστορία και Αρχαιολογία στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας και εργάστηκε για 36 έτη στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές: «Πρελούντιο» (1980), «Συμπληγάδες Πέτρες και άλλα συναφή» (1982), «Περικαλλείς διηγήσεις Χριστοφόρου του Πατζινακίτου» (1983). Επίσης, την «Ανθολογία Ηλείων Λογοτεχνών», 1981 με τη συνεργασία των: Γιώργου Γώτη και Διονύση Κράγκαρη, τη μελέτη : «Η ανολοκλήρωτη κοινωνία του Μεσοπολέμου στο βιβλίο του Δημήτρη Χατζή: Το Τέλος της Μικρής μας Πόλης» (1990), την ποιητική συλλογή «Φρυκτωρίες» (2010) και τον τόμο «Άνθη της Εσπερίας» (1994) που περιλαμβάνει μεταφράσεις ποιημάτων των Έλιοτ, Πάουντ, Πρεβέ, Απολλιναίρ, Πλαθ, Λήβι, Αρχίλοχου του Πάριου και άλλων. Έχει συνεργαστεί στην έκδοση των περιοδικών: «Ανδρέας Καρκαβίτσας» και «Διάλογος» της Μορφωτικής Ένωσης Λεχαινών, «Εκ Παραδρομής» της Πολιτιστικής Εταιρίας «Φράγμα» και «Δροσελή» της Κίνησης των Πολιτών για την Οικολογία και το Περιβάλλον των Λεχαινών

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή