Ρωσοτουρκικός πόλεμος (1877-1878)

by Times Newsroom
Share this
Το Πέρασμα του Δούναβη από το ρωσικό στρατό, έργο του Νικολάι Ντμίτριγιεφ-Ορενγκμπούρκσκι, 1883
Ο Ρωσοτουρκικός πόλεμος του 1877-1878 (Τουρκικά 93 Χαρμπί (Μάχη του ’93), Ρωσικά Русско-турецкая война, Ρουσκο-τουρέτσκαγια βόινα, 1877-1878) γνωστός στην Ελλάδα (ιδιαίτερα στον Έβρο) ως “Δεύτερη Ρωσία”, ήταν μια σύγκρουση μεταξύ της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και του Ορθόδοξου συνασπισμού υπό την ηγεσία της Ρωσικής Αυτοκρατορίας και με τη συμμετοχή της Βουλγαρίας, της Ρουμανίας, της σερβίας και του Μαυροβουνίου. Διεξήχθη στα Βαλκάνια και στην Καυκασία προκάλεσε την ανάδυση του Βαλκανικού εθνικισμού του 19ου αιώνα . Επιπρόσθετοι συντελεστές του ήταν οι ελπίδες της Ρωσίας για ανάκτηση των εδαφών των απωλεσθέντων κατά τον Κριμαϊκό Πόλεμο, για την αποκατάστασή της στη Μαύρη Θάλασσα και την υποστήριξη των πολιτικών κινημάτων που προσπαθούσαν να απελευθερώσουν τα Βαλκανικά έθνη από την Οθωμανική Αυτοκρατορία.
 
Αποτέλεσμα του πολέμου ήταν η Ρωσία να καταφέρει να διεκδικήσει διάφορες επαρχίες του Καυκάσου, δηλαδή του Καρς και του Μπατούμι και να προσαρτήσει επίσης την περιοχή Μπουντζάκ. Οι ηγεμονίες της Ρουμανίας, της Σερβίας και του Μαυροβουνίου, που όλες είχαν για κάποιο διάστημα de facto, ανακήρυξε επίσημα την ανεξαρτησία της από την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Μετά από σχεδόν πέντε αιώνες Οθωμανικής κυριαρχίας (1396-1878), επανιδρύθηκε το Βουλγαρικό κράτος ως Πριγκιπάτο της Βουλγαρίας, καταλαμβάνοντας τη χώρα μεταξύ του Ποταμού Δούναβη και του Αίμου (εκτός από τη Βόρεια Δοβρουτσά που δόθηκε στη Ρουμανία), καθώς και την περιοχή της Σόφιας, που έγινε πρωτεύουσα του νέου κράτους. Το Συνέδριο του Βερολίνου επέτρεψε επίσης στην Αυστρουγγαρία να καταλάβει τη Βοσνία και Ερζεγοβίνη και τη Μεγάλη Βρετανία να αναλάβει την Κύπρο.
 
Ο πόλεμος κηρύχθηκε από τον τσάρο Αλέξανδρο Β΄ κατά του Σουλτάνου Αμπντούλ Χαμίτ Β΄ στις 24 Απριλίου του 1877 και έληξε ένα χρόνο αργότερα, στις 3 Μαρτίου του 1878.

Προϊστορία της Σύγκρουσης

Η μεταχείριση των χριστιανών στην Οθωμανική Αυτοκρατορία

Το άρθρο 9της Συνθήκης Ειρήνης των Παρισίων του 1856, που σφράγισε το τέλος του Κριμαϊκού Πολέμου, υποχρέωνε την Οθωμανική Αυτοκρατορία να χορηγήσει ίσα δικαιώματα στους μη μουσουλμάνους που κατοικούσαν στα εδάφη της, με αυτά που απολάμβαναν οι μουσουλμάνοι υπήκοοί της. Πριν υπογραφεί η συνθήκη η Οθωμανική κυβέρνηση είχε εκδόσει ένα διάταγμα, το Χαττ-ι Χουμαγιούν, που όριζε την ισονομία ανάμεσα σε μουσουλμάνους και μη μουσουλμάνους υπήκοους της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και επέβαλε κάποιους ρεφορμισμούς σε διάφορα ζητήματα για αυτό το σκοπό (π.χ. ο κεφαλικός φόρος απεσύρθη και επίσης επετράπη σε μη μουσουλμάνους να εισέλθουν στις τάξεις του στρατού).

Παρόλες τις μεταρρυθμίσεις αυτές όμως, παρέμειναν κάποιοι άνισοι νόμοι, όπως ότι η κατάθεση χριστιανών κατά μουσουλμάνων σε δικαστήριο δεν γινόταν δεκτή, γεγονός που χάριζε ασυλία στις προσβολές των δεύτερων εναντίον των χριστιανών. Παρά επίσης το γεγονός ότι οι σχέσεις μεταξύ των κοινοτήτων ήταν συχνά καλές σε τοπικό επίπεδο, αυτή η πρακτική ενθάρρυνε την εκμετάλλευση. Οι περιπτώσεις κακομεταχείρισης ήταν χειρότερες σε περιοχές με κυρίαρχο το χριστιανικό στοιχείο, ως μέσο για να κρατούνται υποταγμένοι οι Χριστιανοί.

Κρίση στο Λίβανο, 1860

Το 1858, οι Μαρωνίτες αγρότες, υποκινούμενοι από τον κλήρο, επαναστάτησαν εναντίον των Δρούζων φεουδαρχών τους και ίδρυσαν μια αγροτική δημοκρατία. Στο νότιο Λίβανο, όπου Μαρωνίτες αγρότες εργάζονταν για Δρούζους ηγεμόνες, Δρούζων αγροτών τάχθηκε με το μέρος των κυρίων τους εναντίον των Μαρωνιτών, μετατρέποντας τη σύγκρουση σε εμφύλιο πόλεμο. Παρά το γεγονός ότι και οι δύο πλευρές είχαν απώλειες, περίπου 10.000 Μαρωνίτες σφαγιάστηκαν στα χέρια του Δρούζων.

Υπό την απειλή της ευρωπαϊκής παρέμβασης οι Οθωμανικές αρχές αποκατέστησαν την τάξη. Παρ ‘όλα αυτά ακολούθησε Γαλλική και Βρετανική επέμβαση. Υπό περαιτέρω ευρωπαϊκή πίεση ο Σουλτάνος ​​συμφώνησε να διορίσει Χριστιανό διοικητή στο Λίβανο, του οποίου η υποψηφιότητα θα υποβαλόταν από το Σουλτάνο και θα εγκρινόταν από τις Ευρωπαϊκές δυνάμεις.

Στις 27 Μάη 1860 μια ομάδα των Μαρωνιτών επέδραμε σε χωριό Δρούζων. Ακολούθησαν σφαγές και από τις δύο πλευρές, όχι μόνο στο Λίβανο, αλλά επίσης στη Συρία. Στο τέλος είχαν σκοτωθεί 7.000 ως 12.000 άνθρωποι κάθε θρησκείας και πάνω από 300 χωριά, 500 εκκλησίες, 40 μοναστήρια και 30 σχολεία καταστράφηκαν. Οι επιθέσεις Χρστιανών σε Μουσουλμάνους στη Βηρυτό προκάλεσαν το Μουσουλμανικό πληθυσμό της Δαμασκού να επιτεθεί στην εκεί Χριστιανική μειονότητα με 5.000 ως 25.000 νεκρούς, συμπεριλαμβανομένων του Αμερικανού και του Ολλανδού προξένου, δίνοντας στο γεγονός διεθνή διάσταση.

Ο Οθωμανός υπουργός εξωτερικών Μεχμέτ Φουάντ Πασά ήρθε στη Συρία και επέλυσε τα προβλήματα αναζητώντας και εκτελώντας τους υπεύθυνους, συμπεριλαμβανομένου του κυβερνήτη και άλλων αξιωματούχων. Η τάξη αποκαταστάθηκε και έγιναν προεργασίες να δοθεί στο Λίβανο νέα αυτονομία για να αποφευχθεί η Ευρωπαϊκή παρέμβαση. Παρ ‘όλα αυτά, το Σεπτέμβριο του 1860 η Γαλλία έστειλε στόλο και η Βρετανία συμμετείχε για να αποφευχθεί η μονομερής παρέμβαση που θα μπορούσε να συμβάλει στην αύξηση της Γαλλικής επιρροής στην περιοχή σε βάρος της Βρετανίας.

Η Κρητική Επανάσταση, 1866–1869

Η Κρητική Επανάσταση, που ξεκίνησε το 1866, προέκυψε από την αδυναμία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας να εφαρμόσει μεταρρυθμίσεις για τη βελτίωση της ζωής του πληθυσμού και την επιθυμία των Κρητικών για ένωση με την Ελλάδα. Οι στασιαστές απέκτησαν τον έλεγχο όλου του νησιού, εκτός από τις πέντε πόλεις, όπου οι Μουσουλμάνοι είχαν οχυρωθεί. Ο Ελληνικός τύπος ισχυριζόταν ότι οι Μουσουλμάνοι είχαν σφαγιάσει Έλληνες, γεγονός που διαδόθηκε σε όλη την Ευρώπη. Χιλιάδες Έλληνες εθελοντές κινητοποιήθηκαν και εστάλησαν στο νησί.

Ιδιαίτερα γνωστή έγινε η πολιορκία της Μονής Αρκαδίου. Το Νοέμβριο του 1866 περίπου 250 Κρητικοί Έλληνες μαχητές και περίπου 600 γυναίκες και παιδιά πολιορκήθηκαν από περίπου 23.000 κυρίως Τουρκοκρητικούς βοηθούμενους από Οθωμανικά στρατεύματα και αυτό έγινε ευρύτερα γνωστό στην Ευρώπη. Μετά από μια αιματηρή μάχη με μεγάλο αριθμό θυμάτων και από τις δύο πλευρές, οι Έλληνες Κρητικοί τελικά παραδόθηκαν όταν τέλειωσαν τα πυρομαχικά τους, αλλά σκοτώθηκαν κατά την παράδοση.

Ατις αρχές του 1869 η εξέγερση κατεστάλη, αλλά η Υψηλή Πύλη προσέφερε κάποιες παραχωρήσεις, εισάγοντας αυτοδιοίκηση του νησιού και αυξάνοντας τα δικαιώματα των εκεί Χριστιανών. Αν και η Κρητική κρίση τελείωσε για τους Οθωμανούς καλύτερα από σχεδόν κάθε άλλη διπλωματική αντιπαράθεση του αιώνα, η εξέγερση, και κυρίως η κτηνωδία με την οποία κατεστάλη, οδήγησε σε μεγαλύτερη προσοχή του Ευρωπαίκού κοινού στην καταπίεση των Χριστιανών στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Αλλαγή ισορροπίας δυνάμεων στην Ευρώπη

Παρότι στην πλευρά των νικητών στον Κριμαϊκό Πόλεμο, η Οθωμανική Αυτοκρατορία συνέχισε να υποχωρεί σε ισχύ και κύρος. Η οικονομική πίεση στο θησαυροφυλάκιο ανάγκασε την οθωμανική κυβέρνηση να λάβει σειρά ξένων δανείων με τόσο υψηλά επιτόκια που, παρ ‘όλες τις δημοσιονομικές μεταρρυθμίσεις που ακολούθησαν, την οδήγησαν σε αδυναμία αποπληρωμής και οικονομικές δυσκολίες. Αυτό επιδεινώθηκε περαιτέρω από την ανάγκη στέγασης περισσότερων από 600.000Τσερκέζων Μουσουλμάνων, που εκδιώχθηκαν από τον Καύκασο από τους Ρώσους, στα λιμάνια της Μαύρης Θάλασσας της βόρειας Μικράς Ασίας και στα λιμάνια των Βαλκανίων Κωνστάντζα και Βάρνα, πράγμα που κόστισε πολύ σε χρήμα και κοινωνική αναταραχή στις οθωμανικές αρχές.[

Η Νέα Ευρωπαϊκή Συμφωνία

Η Ευρωπαϊκή Συμφωνία, που δημιουργήθηκε το 1814, κλονίστηκε το 1859, όταν η Γαλλία και η Αυστρία συγκρούστηκαν για την Ιταλία. Διαλύθηκε εντελώς ως αποτέλεσμα των πολέμων της Γερμανικής Ενοποίησης, όταν το Βασίλειο της Πρωσίας, με επικεφαλής τον Καγκελάριο Όττο φον Μπίσμαρκ, νίκησε την Αυστρία το 1866 και τη Γαλλία το 1870, αντικαθιστώντας την Αυστρουγγαρία ως κυρίαρχη δύναμη στην Κεντρική Ευρώπη. Η Βρετανία, εξαντλημένη από τη συμμετοχή της στον Κριμαϊκό Πόλεμο και απορροφημένη από το Ιρλανδικό ζήτημα και τα κοινωνικά προβλήματα που είχε προκαλέσει η Βιομηχανική Επανάσταση, επέλεξε να μην παρέμβει εκ νέου για την αποκατάσταση της ευρωπαϊκής ισορροπίας. Ο Βίσμαρκ δεν επιθυμούσε η διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας να δημιουργήσει αντιπαλότητες που θα μπορούσαν να οδηγήσει σε πόλεμο, οπότε αποδέχθηκε την προγενέστερη πρόταση του Τσάρου ότι έπρεπε να γίνουν διευθετήσεις σε περίπτωση που η Οθωμανική Αυτοκρατορία κατέρρεε, δημιουργώντας τη Συμμαχία των Τριών Αυτοκρατόρων με  την Αυστρία και τη Ρωσία, κρατώντας τη Γαλλία απομονωμένη στην ήπειρο.

Η Γαλλία αντέδρασε υποστηρίζοντας κινήματα αυτοδιάθεσης, ιδιαίτερα αν αφορούσαν τους τρεις αυτοκράτορες και το Σουλτάνο. Έτσι οι εξεγέρσεις στην Πολωνία κατά της Ρωσίας και οι εθνικές επιδιώξεις στα Βαλκάνια ενθαρρύνθηκαν από τη Γαλλία. Η Ρωσία εργάστηκε για να ανακτήσει το δικαίωμά της να διατηρεί στόλο στη Μαύρη Θάλασσα και ανταγωνίστηκε τους Γάλλους στην απόκτηση επιρροής στα Βαλκάνια, χρησιμοποιώντας τη νέα Πανσλαβική ιδέα ότι όλοι οι Σλάβοι έπρεπε να ενωθούν υπό τη Ρωσική ηγεσία. Αυτό θα μπορούσε να γίνει μόνο με την καταστροφή των δύο αυτοκρατοριών, όπου ζούσαν οι περισσότεροι μη Ρώσοι Σλάβοι, η Οθωμανική και εκείνη των Αψβούργων. Οι φιλοδοξίες και οι ανταγωνισμοί των Ρώσων και των Γάλλων στα Βαλκάνια συνέπιπταν στη Σερβία, που βίωνε τη δική της εθνική αναγέννηση και είχε φιλοδοξίες που εν μέρει συγκρούονταν με εκείνες των μεγάλων δυνάμεων.

Η Ρωσία μετά τον Κριμαϊκό Πόλεμο

 

Αλεξάντρ Γκορτσακόβ

Ο Κριμαϊκός Πόλεμος έληξε με ελάχιστες εδαφικές απώλειες για τη Ρωσία, που όμως αναγκάστηκε να καταστρέψει το Στόλο της Μαύρης Θάλασσας και τις οχυρώσεις της Σεβαστούπολης. Το διεθνές κύρος της Ρωσίας είχε τρωθεί και για πολλά χρόνια η εκδίκηση για τον Κριμαϊκό Πόλεμο έγινε ο κύριος στόχος της Ρωσικής εξωτερικής πολιτικής.

Αυτό όμως δεν ήταν εύκολο, καθώς η Συνθήκη Ειρήνης των Παρισίων περιλάμβανε εγγυήσεις της Οθωμανικής εδαφικής ακεραιότητας από τη Μεγάλη Βρετανία, τη Γαλλία και την Αυστρία. Μόνο η Πρωσία παρέμενε φιλική προς τη Ρωσία.
 
Ο νεοδιορισθείς Ρώσος καγκελάριος Αλεξάντρ Γκορτσακόβ εξαρτιόταν από τη συμμαχία με την Πρωσία και τον καγκελάριό της Μπίσμαρκ. Η Ρωσία υποστήριξε με συνέπεια την Πρωσία στους πολέμους της με τη Δανία (1864), την Αυστρία (1866) και τη Γαλλία (1870). Το Μάρτιο του 1871, χρησιμοποιώντας το συντριπτική Γαλλική ήττα και την υποστήριξη μιας ευγνώμωνος Γερμανίας, η Ρωσία πέτυχε τη διεθνή αναγνώριση της προγενέστερης καταγγελίας της του Αρθρου 11 της Συνθήκης Ειρήνης των Παρισίων, ώστε να αναβιώσει το στόλο της Μαύρης Θάλασσας.
 
Άλλες διατάξεις της Συνθήκης Ειρήνης των Παρισίων ωστόσο, παρέμεναν σε ισχύ, ειδικά το άρθρο 8 με εγγυήσεις της Οθωμανικής εδαφικής ακεραιότητας από τη Μεγάλη Βρετανία, τη Γαλλία και την Αυστρία. Ως εκ τούτου η Ρωσία ήταν εξαιρετικά προσεκτική στις σχέσεις της με την Οθωμανική Αυτοκρατορία, το συντονίζοντας όλες τις ενέργειές της με άλλες Ευρωπαϊκές δυνάμεις. Ένας Ρωσικός πόλεμο με την Τουρκία θα απαιτούσε τουλάχιστον τη σιωπηρή υποστήριξη όλων των άλλων Μεγάλων Δυνάμεων και η Ρωσική διπλωματία περίμενε την κατάλληλη στιγμή.

Βαλκανική κρίση του 1875–1876

Η κατάσταση της Οθωμανικής διοίκησης στα Βαλκάνια συνέχισε να επιδεινώνεται καθ’ όλο το 19ο αιώνα, με την κεντρική κυβέρνηση κατά καιρούς να χάνει τον έλεγχο σε ολόκληρες επαρχίες. Οι μεταρρυθμίσεις που επιβάλλονταν από Ευρωπαϊκές δυνάμεις δεν έκαναν πολλά για να βελτιώσουν τις συνθήκες του Χριστιανικού πληθυσμού, ενώ κατάφερναν να δυσαρεστούν μεγάλο μέρος του Μουσουλμανικού πληθυσμού. Η Βοσνία και Ερζεγοβίνη βίωσαν τουλάχιστον δύο κύματα της εξέγερσης του ντόπιου Μουσουλμανικού πληθυσμού, με την πιο πρόσφατη το 1850.

Η Αυστρία σταθεροποιήθηκε μετά την αναταραχή του πρώτου μισού του αιώνα και προσπάθησε να ενδυναμώσει τη μακροχρόνια πολιτική της επέκτασης εις βάρος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Στο μεταξύ, οι ονομαστικά αυτόνομες, ντε φάκτο ανεξάρτητες ηγεμονίες της Σερβίας και του Μαυροβουνίου επιζητούσαν επίσης να επεκταθούν σε περιοχές που κατοικούντο από συμπατριώτες τους. Τα εθνικιστικά και αλυτρωτικά συναισθήματα ήταν ισχυρά και ενθαρρύνονταν από τη Ρωσία και τους πράκτορες της. Παράλληλα, μια σοβαρή ξηρασία στη Μικρά Ασία το 1873 και πλημμύρες το 1874 προκάλεσαν λιμό και ευρεία δυσαρέσκεια στην καρδιά της Αυτοκρατορίας. Η πολύ μικρή γεωργική παράγωγη κατέστησε ανέφικτη τη συλλογή των αναγκαίων φόρων, γεγονός που ανάγκασε την Οθωμανική κυβέρνηση να κηρύξει πτώχευση τον Οκτώβριο του 1875 και να αυξήσει τους φόρους στις απομακρυσμένες επαρχίες, συμπεριλαμβανομένων των Βαλκανίων.

Βαλκανικές εξεγέρσεις

Η Εξέγερση της Ερζεγοβίνης

Μια εξέγερση εναντίον της Οθωμανικής κυριαρχίας άρχισε στην Ερζεγοβίνη τον Ιούλιο του 1875. Μέχρι τον Αύγουστο το σύνολο σχεδόν των Ερζεγοβίνης είχαν καταληφθεί και η εξέγερση είχε εξαπλωθεί στη Βοσνία. Με την υποστήριξη εθνικιστών εθελοντών από τη Σερβία και το Μαυροβούνιο, η εξέγερση συνεχίστηκε καθώς οι Οθωμανοί ενέπλεκαν όλο και περισσότερα στρατεύματα για να την καταστείλουν.

Bουλγαρική Εξέγερση

 

Θηριωδίες των βασιβουζούκων στη Μακεδονία

Η εξέγερση της Βοσνίας και Ερζεγοβίνης παρακίνησε σε δράση Βούλγαρους επαναστάτες με βάση το Βουκουρέστι. Το 1875 μια Βουλγαρική εξέγερση προετοιμάστηκε βιαστικά για να επωφεληθεί από την απασχόληση των Οθωμανών, αλλά ξεθύμανε πριν ξεκινήσει. Την άνοιξη του 1876 στα νοτιοκεντρικά βουλγαρικά εδάφη ξέσπασε μια άλλη εξέγερση, αλλά ακόμη πιο ανοργάνωτη από την προηγούμενη.

Ωστόσο οι Οθωμανοί, που στερούντο επαρκών τακτικών στρατευμάτων λόγω των προβλημάτων στη Βοσνία και Ερζεγοβίνη, αναγκάστηκαν να χρησιμοποιήσουν άτακτους βασιβουζούκους για να πατάξουν τους Βουλγάρους (11 Μαίου – 9 Ιουνίου 1876). Αυτοί οι άτακτοι ως επί το πλείστον προέρχονταν από τους Μουσουλμάνους κατοίκους των Βουλγαρικών περιοχών, πολλοί από τους οποίους ήταν Τσερκέζοι πρόσφυγες, εκδιωγμένοι από τον Καύκασο από τη Ρωσική Αυτοκρατορία, ή Τάταροι της Κριμαίας πρόσφυγες, εκδιωγμένοι κατά τον Κριμαϊκό Πόλεμο, ακόμη και Βούλγαροι. Οι βασιβουζούκοι κατέστειλαν την εξέγερση. Πέντε χιλιάδες από τις επτά χιλιάδες χωρικούς του Μπατάκ “θανατώθηκαν”. Σύμφωνα με ορισμένες πηγές, τόσο το Μπατάκ όσο και η Περούστιτσα, όπου η πλειοψηφία του πληθυσμού επίσης σφαγιάστηκε, δεν είχαν συμμετάσχει στην εξέγερση. Πολλοί από τους δράστες αυτών των σφαγών αργότερα παρασημοφορήθηκαν από την Οθωμανική ανώτερη διοίκηση. Οι σύγχρονοι ιστορικοί έχουν υπολογίσει τον αριθμό όσων σκοτώθηκαν κατά την καταστολή της εξέγερσης μεταξύ 3.000 και 10.000. Λόγω αυτών των επιθέσεων ο Βουλγαρικός στρατός προέβη σε βίαιες αδικαιολόγητες ενέργειες κατά των μεγάλων τουρκικών πληθυσμών. Συνέλαβε, βασάνισε και σκότωσε πολλούς από τους βασιβουζούκους στην Ευρώπη.

Share this

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή