Σάκης Παπαδημητρίου: “Η μουσική θύμιζε πάρτυ” | Διήγημα

Ένιωθε πολύ μεγάλος για πάρτυ, ρομαντικές βόλτες, υπομονετικά καρτέρια, τηλεφωνήματα, αλλά και πολύ μικρός για αφοσίωση, για απομόνωση. Η ζωή τον τραβούσε και τον απωθούσε ταυτόχρονα

by Times Newsroom 1

ΣΑΚΗΣ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

Η μουσική θύμιζε πάρτυ

ΓΥΡΙΣΕ αργά σπίτι. Ξεντύθηκε μηχανικά κι έπεσε να κοιμηθεί. Τότε αντιλήφθηκε ότι κάπου στην πολυκατοικία, στο τέταρτο ή πέμπτο πάτωμα, είχαν πάρτυ. Η μουσική χτυπούσε στο πίσω μέρος της αντικρινής πολυκατοικίας κι έφτανε με μεγαλύτερη ένταση στο δωμάτιό του. Ανέβαινε ανακατεμένη με φωνές αντρικές και γυναικείες· οι γυναικείες ξεχώριζαν κάπως – σκληρές τσιρίδες. Κάθε τόσο ακούγονταν δυνατά χτυπήματα ποδιών και ομαδικές φωνές. Σκέφτηκε να κλείσει τη μπαλκονόπορτα αλλά έκανε ζέστη. Γύρισε το κορμί του προς τον τοίχο και προσπάθησε να μην προσέχει τη μουσική.

Το ένα κομμάτι διαδεχόταν το άλλο, ο ένας ρυθμός τον άλλο. Τα σιγανά υπερτερούσαν. Ήταν αργά πια και τα πνεύματα ησύχαζαν. Το σαξόφωνο σκορπούσε γύρω τον ερεθιστικό του ήχο. Του ’ρθαν στο νου σκηνές από παλιά πάρτυ. Δε θυμόταν κανένα συγκεκριμένο· έτσι αόριστα η μουσική του θύμιζε πάρτυ.

Ήταν αλλιώς τότε στο γυμνάσιο. Μαζεύονταν νωρίς-νωρίς το απόγευμα και χόρευαν αδιάκοπα ώς το βράδυ. Συναντιόνταν και καθημερινές ακόμα στο δρόμο και αποφάσιζαν να συγκεντρωθούν σε κάποιο σπίτι για να χορέψουν. Έτσι ξαφνικά, δίχως προσκλήσεις και ετοιμασίες. Τα κορίτσια τούς μάθαιναν να χορεύουν. Εκείνοι ερεθίζονταν με το παραμικρό σφίξιμο. Κάθε τόσο έβγαιναν στο μπαλκόνι να πάρουν δήθεν αέρα. Εκεί έσιαχναν τα παντελόνια τους να μη φαίνεται τίποτα το ύποπτο. Ήταν αδέξιοι και ντρέπονταν να κουνήσουν τα πόδια τους. Στα σιγανά κάπως τα κατάφερναν· στα γρήγορα όμως μόνο δυο τρεις είχαν πάρει τον αέρα. Θυμόταν που προετοιμαζόταν από μέρες πριν. Έκανε πρόβες στο σπίτι ενός φίλου του πώς θα ζητούσε τις κοπέλες στο χορό, πώς θα τις έπιανε, πώς θα τις έσφιγγε. Ο ένας έκανε την ντάμα για να εξασκηθεί ο άλλος. Εκεί που δυσκολευόταν πάντα ήταν η κουβέντα. Ζητούσε μια σε χορό, μάθαινε το όνομά της, έλεγε το δικό του και μετά δεν έβρισκε τι να της πει ώς το τέλος του χορού. Τουλάχιστον να είχε το θάρρος να τη σφίξει πιο πολύ πάνω του ή να της ψιθυρίσει κάτι στ’ αυτί. Δεν το ’βρισκε όμως σωστό να τη σφίξει αμέσως, ούτε του άρεζε να κάνει ψευτοκοπλιμέντα. Αλλά και όταν γνωριζόταν με καμιά κάπως περισσότερο και είχε κάτι να πει, πάλι μετά το χορό κόμπιαζε. Το λιγόλεπτο πλησίασμά τους δεν έφερνε κανένα αποτέλεσμα. Τον έπιανε η αμηχανία, σκάλιζε καπάκια από δίσκους ή έπινε συνέχεια και από λίγο. Σχεδόν ποτέ δεν τα κατάφερνε να κρατήσει μια κοπέλα για πολλή ώρα δίπλα του. Άφηνε μεγάλα διαλείμματα σιωπής ή κοιτούσε αφηρημένα αλλού· φαίνεται ότι αυτό τον έκανε ιδιαίτερα βαρετό στα κορίτσια. Έπειτα ήταν και ντροπαλός. Το ’ξερε καλά αυτό. Έβλεπε τους φίλους του να κανονίζουν ραντεβού με τις κοπέλες ενώ αυτός το μόνο που πετύχαινε ήταν να συζητήσει λίγο περισσότερο με καμιά. Δεν μπορούσε να καταλάβει πώς ήταν δυνατό από το ένα λεπτό στο άλλο να αλλάξει ύφος ομιλίας και εκεί που χόρευε με μια γνωστή να της αρχίσει τα υπονοούμενα και τα πονηρά. Κι όταν ακόμα τα ίδια τα κορίτσια σφίγγονταν πάνω του, πάλι δεν μπορούσε να ’ναι βέβαιος ότι δεν το ’καναν για να τον πειράξουν. Θυμήθηκε ένα τετράδιο με χοντρό πράσινο εξώφυλλο που ’χε για να σημειώνει τα πάρτυ που πήγαινε, την ημερομηνία και τους καλεσμένους. Από τη μια στήλη έγραφε τα αγόρια και από την άλλη τα κορίτσια – όλους με τα μικρά τους ονόματα. Πρώτα έγραφε τα “ζευγάρια”, ή που νόμιζε πως ταίριαζαν, και τέλος αυτούς που δεν είχαν ιδιαίτερες σχέσεις. Καμιά φορά σημείωνε με ποιες χόρεψε και πόσους χορούς, τι είπαν και άλλα παρόμοια. Ακόμα, είχε ένα άλμπουμ με φωτογραφίες από τα πάρτυ. Είχε καθαρά στο νου του τη φωτογραφία που ο Άγγελος, ο Παυλάκης κι αυτός σχημάτιζαν μια πυραμίδα κι έφταναν το ταβάνι. Ή την άλλη στάση στην πόρτα, που φαίνονταν μόνο τα κεφάλια τους, ή τις ομαδικές φωτογραφίες από τα καρναβάλια, ή εκείνη που κοιτούσε λοξά κι έμοιαζε κωμικός του κινηματογράφου κι άλλες πολλές.

Οι αναμνήσεις του ταράχτηκαν από ένα γρήγορο ρυθμό που άρχισε να παίζει δυνατά το πικάπ. Το είχαν στο ζενίθ γιατί ο ήχος έβγαινε βραχνός, με τριξίματα. Για μια στιγμή τού πέρασε από το νου να κατέβει στο διαμέρισμά τους και να σταματήσει απότομα τη μουσική. Να σπάσει όσες πλάκες βρεθούν μπροστά του, να διώξει τους καλεσμένους, να ησυχάσει επιτέλους. Ευτυχώς οι αργοί ρυθμοί επανήλθαν.

Ζωγραφίστηκε αχνά εμπρός του η μορφή της κοπέλας του, όπως όταν ήταν πολύ κοντά τα πρόσωπά τους. Τον κορόιδευε επειδή δεν μπορούσε να χορέψει μαζί της. Κι αυτός που είχε τόσο πολύ το ρυθμό μέσα του δεν κατάφερνε να επιβληθεί στα πόδια του και να κινηθεί με τη μουσική. Σταματούσε κάθε τόσο, άφηνε ελεύθερο το κορμί του, μακριά από το ρυθμό, και την κοιτούσε στα μάτια. Όλο υποσχόταν να χορέψει κανονικά μαζί της, σαν να ’ταν μια οποιαδήποτε άλλη κοπέλα, αλλά μετά από λίγο το ξεχνούσε, κι αυτή γελούσε μαζί του. Αισθανόταν το πρόσωπό της μαλακό, θερμό, να ακουμπά στο δικό του, το μάγουλό της να τρίβεται στο δικό του, τα χείλη τους να πλησιάζουν. Τον έπιανε μια ξαφνική τρεμούλα όταν ακουμπούσαν λίγο οι άκρες από τα χείλη τους. Κρυφές δυνάμεις τον διαπερνούσαν, κύματα πηγαινοέρχονταν μέσα του και ύστερα έμενε πάλι άδειος, συνέχιζε το χορό δίχως ενδιαφέρον.

Για μια στιγμή ξεχώρισε ένα παλιό γνωστό κομμάτι, το Tenderly. Του θύμισε το πάρτυ του Ρήγα, όταν η φίλη του χόρευε συνέχεια μ’ έναν άλλο. Είχε βγει στο μπαλκόνι για να της δώσει να καταλάβει ότι είχε θυμώσει. Μπορεί πάλι να το ’κανε για να δείξει τάχα αδιαφορία. Ήρθε και τον βρήκε σε λίγο. Τη συγχώρεσε με τη ματιά του. Τώρα θυμόταν πόσο πονηρό ήταν το βλέμμα της, πόσο γελοία ήταν η στάση του απέναντί της. Μπορεί πάλι και να είχε κάνει λάθος.

Μετά το γυμνάσιο τα πάρτυ αραίωσαν, διαλύθηκε η παλιά παρέα. Αρκετοί έφυγαν για σπουδές στο εξωτερικό. Οι υπόλοιποι σκορπίστηκαν στις διάφορες σχολές του πανεπιστημίου. Δε βρίσκονταν μαζί κάθε μέρα όπως άλλοτε. Πήγαιναν πότε-πότε σινεμά ή μαζεύονταν σε καμιά ταβέρνα να πιούν μαζί. Εκεί, στις φιλικές συγκεντρώσεις δίχως κοπέλες και ξένους ζεσταίνονταν πάλι μεταξύ τους. Σε πάρτυ δεν τους καλούσαν πια ούτε μια φορά στους τρεις μήνες. Έτσι λιγόστεψε η επαφή με τους παλιούς φίλους, περιορίστηκαν οι ευκαιρίες για καινούργιες γνωριμίες. Οι συμμαθήτριες του γυμνασίου άρχισαν να αρραβωνιάζονται και να παντρεύονται ή έκαναν παρέα με μεγάλους. Τα νέα πρόσωπα στο πανεπιστήμιο δεν τον τραβούσαν.Πήγαινε στις παραδόσεις πολλές φορές δίχως να ανταλλάξει καμιά κουβέντα με τους συμφοιτητές του. Καταλάβαινε πως η απομόνωσή του δεν τον οδηγούσε πουθενά. Έκανε μερικές απελπισμένες εξόδους. Γνώρισε μια μικρή μαθήτρια. Του άρεσε η φρεσκάδα και η αγνότητά της, ή τουλάχιστον έτσι νόμισε. Αισθανόταν μια ικανοποίηση (πώς αλλιώς να ονομάσει το συναίσθημά του αυτό) να μεταδίνει κάτι σ’ έναν άλλο. Δοκίμασε να κάνει μια μετάγγιση του εαυτού του μέσα της. Δεν άντεξαν. Το παιχνίδι ήταν άχαρο. Υπερείχε δίχως να το θέλει. Τον πρόδινε η τεχνική του. Ύστερα από ένα μήνα κουράστηκε. Ένιωθε πολύ μεγάλος για πάρτυ, ρομαντικές βόλτες, υπομονετικά καρτέρια, τηλεφωνήματα, αλλά και πολύ μικρός για αφοσίωση, για απομόνωση. Η ζωή τον τραβούσε και τον απωθούσε ταυτόχρονα.

Η μουσική ερχόταν πιο αχνά τώρα. Φαίνεται, κάποιος θα τους είχε κάνει παρατήρηση από το διπλανό σπίτι. Ίσως και να τέλειωναν πια.

  • Σάκης Παπαημητρίου: Η μουσική θύμιζε πάρτυ (Πεζά 1960-1973, εκδόσεις Διαγώνιος)

____________________________________________________________________________________________________

Ο Σάκης Παπαημητρίου γννήθηκ στην Καβάλα. Σπούδασε Νομικά στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Από το 1975, συνεργάτης στο ραδιόφωνο της ΕΡΤ. Παράλληλες δράσεις: Διοργάνωση μουσικών εκδηλώσεων. Συναυλίες σόλο πιάνο ή με διάφορα σχήματα στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Σύνθεση μουσικής για το θέατρο. Δώδεκα δίσκοι.Εργογραφία:

Πεζογραφία

  • Το δωμάτιο (Αφηγήματα), Διαγώνιος, Θεσσαλονίκη 1965
  • Το ασανσέρ (Αφηγήματα), Διαγώνιος, Θεσσαλονίκη 1969
  • Η παρακαμπτήριος (Αφηγήματα), Διαγώνιος, Θεσσαλονίκη 1975
  • Κωδικοπληκτρονικά (Αφηγήματα), Διαγώνιος, Θεσσαλονίκη 1978
  • Πεζά 1960-1973, Διαγώνιος, Θεσσαλονίκη 1980
  • Περίοδος δειγματισμού (Αφηγήματα), Απόπειρα, Αθήνα 1989, ISBN 960-7034-19-8
  • Μικροπαραβιάσεις (Αφηγήματα), Απόπειρα, Αθήνα 1997 ISBN 960-7034-98-8

Μελέτες-Δοκίμια

  • Εισαγωγή στην τζαζ, Διαγώνιος, Θεσσαλονίκη 1963
  • Σκέψεις για τη σύγχρονη μουσική, Διαγώνιος, Θεσσαλονίκη 1968
  • Θέματα και πρόσωπα της σύγχρονης τζαζ, Διαγώνιος, Θεσσαλονίκη 1974
  • Ο πεζογράφος Γέρζυ Κοζίνσκι, εκδ. σειρά Αυτοσχεδιασμός, Θεσσαλονίκη 1979
  • Σκέψεις για τη σύγχρονη μουσική, Νέα έκδοση με συν και πλην, εκδ. σειρά Αυτοσχεδιασμός, Θεσσαλονίκη 1979
  • Το άλλο πιάνο, Εκδ. Συν και Πλην, Θεσσαλονίκη 1983
  • Χωρίς αναλόγιο, Εκδ. Συν και Πλην, Θεσσαλονίκη 1984
  • Λέοναρντ Μπέρνστάιν, University Studio, Θεσσαλονίκη, 1994
  • Εισαγωγή στη τζαζ / Σκέψεις για τη σύγχρονη μουσική, Univercity Studio, Θεσσαλονίκη 1994

Μεταφράσεις έργων του σε ξένες γλώσσες

  • Το ασανσέρ, Τhe lift. Μτφρ. Gillian Tweed, Διαγώνιος, Θεσσαλονίκη 1972,
  • Η παρακαμπτήριος, La Deviation. Μτφρ. Loukia Gantina, Διαγώνιος, Θεσσαλονίκη 1973

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή