Σάββας Πατσαλίδης | Δραματικές περιπέτειες: από το σανίδι στο ZOOM

by ΣΑΒΒΑΣ ΠΑΤΣΑΛΙΔΗΣ
  • Γράφει ο Σάββας Πατσαλίδης

Εδώ και αρκετά χρόνια ακούμε διαρκώς  βαρύγδουπες εξαγγελίες «θανάτων»: της ιστορίας, της θρησκείας, του μαρξισμού, του φροϋδισμού, του  έθνους, του καπιταλισμού, της ιδεολογίας, της μεταφυσικής, του Θεού, της ταυτότητας, του είδους, του γένους, της οικογένειας, του ανθρώπου. Παντού  πλανάται σαν φάντασμα πάνω από τα κεφάλια μας μια διάχυτη αίσθηση κάποιου τέλους, που γίνεται πιο έντονη σε ιδιαίτερες στιγμές, όπως λ.χ. η πρόσφατη (για πρώτη φορά: παγκόσμια) πανδημία η οποία πυροδότησε, μεταξύ άλλων, και έναν έντονο διάλογο με αφορμή τις διαδικτυακές  προβολές θεατρικών παραστάσεων (και δράσεων).

Ωφελούν ή ζημιώνουν την υπόθεση θέατρο; Ακυρώνουν ή προαναγγέλλουν την άφιξη ενός άλλου θεάτρου;  Πού πάει τελικά το γνώριμό μας δραματικό θέατρο; Η οντολογία του; Το “εδώ και τώρα” του. Μήπως σε ένα καινούργιο “Μετά” το “Μεταδραματικό”, που τόσο εύστοχα το προσδιόρισε ο Γερμανός θεωρητικός Λέμαν; Και αν “ναι”, πού μπορεί να είναι αυτό; “Μετά” το θέατρο ή “πριν” από το θέατρο ή σε “άλλο” θέατρο;

Πρακτικοί και θεωρητικοί του χώρου ανάλωσαν και συνεχίζουν να αναλώνουν χρόνο επιχειρηματολογώντας γύρω από ένα θέμα που κάθε άλλο παρά καινούργιο είναι. Θέατρο και τεχνολογία διένυσαν όλους αυτούς τους αιώνες μαζί, σε μια σχέση αγάπης/μίσους (ή επιφύλαξης). Από τη μια οι τεχνοφοβικοί (ή οι πιο επιφυλακτικοί) και από την άλλη οι τεχνοφιλικοί (ή οι πιο ενθουσιώδεις) σε έναν μόνιμα ανοικτό και ενίοτε πυρακτωμένο διάλογο.  Και επειδή η λέξη κλειδί σε αυτή τη συζήτηση ήταν και εξακολουθεί να είναι η «τεχνολογία», οφείλουμε να δώσουμε έναν πρόχειρο ορισμό για να δούμε σε ποια όρια θα κινηθούμε.

Σύμφωνα με τους ειδικούς, ο ορισμός της τεχνολογίας είναι τόσο δύσκολος όσο και ο ορισμός της πολιτικής. Οι περισσότεροι δέχονται την τεχνολογία ως μέρος της ανθρώπινης προσπάθειας να οργανώσει τον κόσμο ώστε να μπορεί να λύνει προβλήματα και να προχωρά σε νέες κατακτήσεις. Είναι, δηλαδή, μέρος μιας δημιουργικής πορείας στην οποία εμπλέκεται η ανθρώπινη εφευρετικότητα και γνώση. Απλώς, όσο αυτή αναπτύσσεται άλλο τόσο πυκνώνουν και οι φωνές εκείνων που προειδοποιούν για τους κινδύνους που ενέχει αυτή η ανάπτυξη. Μια πολύ γρήγορη ματιά στην ιστορική διαδρομή αυτών των σχέσεων θα βοηθήσει τη συζήτησή μας.

Ιστορικά εν συντομία

Όταν πρωτοεμφανίστηκαν στην αρχαία σκηνογραφία οι περίακτοι –περιστρεφόμενες μηχανές με τρεις όψεις και με διαφορετική στην καθεμιά τους διακόσμηση– και αργότερα οι μηχανισμοί για τους  «από μηχανής θεούς»–ένας συνδυασμός γερανού, τροχαλιών και σχοινιών– η υποδοχή τους δεν ήταν ιδιαίτερα θερμή, γιατί, σύμφωνα με τους μελετητές, αποσπούσαν την προσοχή του κόσμου, η οποία ήταν πιο πολύ στραμμένη στην ακουστική (στην ποίηση) και λιγότερο στην όψη. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο που ο Αριστοτέλης, αξιολογώντας στην Ποιητική του το αρχαίο δράμα, επιλέγει να τοποθετήσει την όψη τελευταία ανάμεσα στα σημαντικά συστατικά του.

Αντίθετα, οι  Ρωμαίοι, φανατικοί θιασώτες του μεγάλου θεάματος,  θα αποδειχτούν πιο φιλικοί προς την τεχνολογία. Τους γοήτευαν τα έντονα εφέ, ο πλούσιος οπτικός ρεαλισμός, βουνά να  διαλύονται και καταιγίδες να σαρώνουν τα πάντα. Όταν κατά την ύστερη Αναγέννηση τα θέατρα άνοιξαν και πάλι στην Αγγλία, μετά το κλείσιμό τους από τους Πουριτανούς (μέσα του 17ου αιώνα), θα γνωρίσουν στον κόσμο μια άλλη μορφοδομή στέγασης της δραματικής τέχνης: τον κλειστό χώρο. Χρειάστηκε και πάλι  χρόνος για να δεχτεί ο κόσμος αυτή την τεράστια αλλαγή.

Όμως οι σχέσεις θεάτρου και τεχνολογίας δεν ήταν ποτέ τόσο έντονες όσο τον 19ο αιώνα. Η είσοδος της μηχανής στη ζωή του ανθρώπου και δη στoν εργασιακό χώρο, θα ανατρέψει τα πάντα και πρωτίστως τις σχέσεις του εργάτη με το παράγωγο των προσπαθειών του.  Από δημιουργός περνά σιγά-σιγά  στον ρόλο του παθητικού διεκπεραιωτή/εκτελεστή. Η μηχανή  παροπλίζει τη δημιουργική του φαντασία –αφού επιβάλλει την τυποποίηση και του αφαιρεί την δυνατότητα της πρωτοβουλίας– και ταυτόχρονα  μειώνει τις θέσεις εργασίας και επιφέρει συρρίκνωση  του μεροκάματου.

Η “αυτοματοποιημένη” εργασία. Ο άνθρωπος “ρομπότ”.

Αλλά και πέρα από τον καθαρά εργασιακό χώρο, η εκβιομηχάνιση θα επηρεάσει και τις σχέσεις του ανθρώπου με τη Φύση. Ειδικά στο θέατρο, οι θιασώτες της προόδου μέσω των μηχανών θα αντιμετωπίσουν τη Φύση ως καθαρή ύλη, ένα «χαμένο παράδεισο» που έκρυβε αλήθειες και ουσίες  που θα μπορούσαν να μεταμορφωθούν ή να αποδοθούν σκηνικά μέσα από τις επιδόσεις του τεχνολογικού εξοπλισμού των θεάτρων. Εξ ου και η μεγάλη δημοτικότητα έργων μυστηρίου, υπερφυσικών φαινομένων, ιπποτικών μύθων, επικών μελοδραμάτων, γοτθικών ιστοριών και των ανάλογων συνοδευτικών σκηνογραφιών τους.

Η μηχανή, με άλλα λόγια, όχι μόνο θα εκμεταλλευτεί τη Φύση προκειμένου  να τη μετατρέψει σε “αγαθό” προς πώληση, αλλά η ίδια προβάλλεται από τους χειριστές της ως το όχημα που οδηγεί στην αλήθεια, στο αυθεντικό μέσα από την επανεμφάνιση, την (ανα)παράσταση της Φύσης. Κάπως έτσι η μηχανή, με  τις ιδιαίτερα ισχυρές αναπαραγωγικές δυνατότητές της,  μετατρέπει τη Φύση σε εμπόρευμα, σε συστατικό της  πολιτιστικής βιομηχανίας.

Αρκετές δεκαετίες αργότερα, στα χρόνια του μοντερνισμού, οι σχέσεις αυτές πάλι θα πυροδοτήσουν συζητήσεις και αντιπαραθέσεις. Οι εξπρεσιονιστές , πιο πολιτικοποιημένοι και καινοτόμοι, καταφεύγουν στην τεχνολογία για να κάνουν θέαμα τόσο τα κοινωνικά τεκταινόμενα όσο και τους κινδύνους που κρύβει η εκβιομηχάνιση.  Αντίθετα, οι Φουτουριστές την αγκαλιάζουν, για να στηρίξουν τις απόψεις τους για τον πόλεμο αλλά και τη σημασία της μηχανής στην εξέλιξη του ανθρώπου.

Φεστιβάλ μεταλικού κοστουμιού, Bauhaus

Το αποκορύφωμα των αρνητικών αντιδράσεων στην τεχνολογία θα προκαλέσει η Ατομική Βόμβα , με την οποία ουσιαστικά κλείνει η Β΄ Βιομηχανική επανάσταση. Η εμπλοκή των επιστημόνων στην κατασκευή του φονικότερου όπλου στην ιστορία του ανθρώπου, θα προκαλέσει έντονες συζητήσεις ως προς το ποιος ελέγχει και με ποιο σκοπό τα τεχνολογικά επιτεύγματα του ανθρώπου.

Αυτό θα συνεχιστεί και θα ενταθεί αργότερα με τη συζήτηση για την καταστροφή των δασών, την τρύπα του όζοντος, τη μόλυνση του περιβάλλοντος, την άνοδο της θερμοκρασίας κ.λπ. , όλα αυτά που μας απασχολούν σήμερα και τα οποία θα βρουν τη θέση τους σε διάφορα θεάματα, κυρίως στον κινηματογράφο, όπως οι ταινίες The Teminator και Blade Runner, μεταξύ πολλών άλλων.

Τα άγνωστα όρια της τεχνολογίας

Η βασική διαφορά ανάμεσα στη μηχανή, το βασικό σύμβολο των  δύο πρώτων βιομηχανικών επαναστάσεων και στην υψηλή τεχνολογία, το σύμβολο των επόμενων δύο,  έγκειται στο γεγονός ότι η μεν μηχανή ήταν μια εφεύρεση από πολλές απόψεις ελέγξιμη, υπό την έννοια ότι ο άνθρωπος γνώριζε μέχρι πού μπορούσε να φτάσει το εκτόπισμά της, ενώ αντίθετα στη δεύτερη περίπτωση  όχι.  Η τεχνολογία μπορεί να βασίζεται και αυτή σε αυστηρά προγραμματισμένες μηχανές όμως οι δυνατότητές της διαρκώς ξαφνιάζουν, και τούτο γιατί στο επίκεντρο της βρίσκεται διαρκώς η  έννοια “Άνθρωπος”.  Τι είναι και τι μπορεί να γίνει; Τα ευρήματα της  γενετικής μηχανικής,  της βιοτεχνολογίας, της μοριακής βιολογίας, της νανοτεχνολογίας, δεν έχουν αφήσει τίποτα στην Τύχη ή στον Θεό. Στη συνάντηση του ανθρώπινου και του μη ανθρώπινου  η λέξη που κυριαρχεί πλέον είναι: προγραμματισμός. Όλα δείχνουν δυνάμει εφικτά. Τεχνολογίες που αναστέλλουν τη γήρανση. Ψυχοτροπικά φάρμακα που βελτιώνουν τη μνήμη, την ευφυία, την αντοχή, την αυτο-εκτίμηση και τις πνευματικές αντοχές (τρανσουμανισμός). Χημικές ουσίες που κατασκευάζουν υπερ-σώματα (βλ. bodybuilding). Πλαστικές επεμβάσεις που αντικαθιστούν το πραγματικό σώμα. Εκκλησίες μετα-ανθρωπιστών που αντικαθιστούν τον Θεό-πνεύμα με ένα Θεό μαθηματικό, ένα  υπερ-ευφυές  Υπέρτατο Ον, παράγωγο της Τεχνητής Νοημοσύνης. Μελέτες που αφορούν την ηθική πέρα από τον άνθρωπο (βλ.  φιλοσοφικός μετα-ουμανισμός). Υπολογιστές σε θέση να κερδίσουν τον άνθρωπο σε ένα σκακιστικό αγώνα. Προσθετικά μέλη του σώματος σε θέση να επιτύχουν πολύ καλύτερες επιδόσεις από το φυσικό σώμα ή να συνταιριάξουν απόλυτα με αυτό.  Εικονικοί εαυτοί πιο άνετοι και πιο πραγματικοί από τους πραγματικούς.  Μνήμες αποθηκευμένες σε κάποιο σύννεφο.

Τι άλλο μένει, διατείνονται οι φίλοι της τεχνολογίας, προκειμένου να πειστούμε  ότι το  παλιό ουμανιστικό  μοντέλο ολοκλήρωσε τον κύκλο του και ήρθε η ώρα να αναθεωρηθεί; Η άποψη του Καρτέσιου γύρω από την έννοια του Υποκειμένου («σκέφτομαι άρα υπάρχω») δεν είναι πια απόλυτα πειστική, μας λένε, δεδομένου ότι, από τη στιγμή που το ανθρώπινο σώμα δεν είναι η απόλυτη αποθήκη πληροφοριών, είμαστε πλέον αναγκασμένοι να μιλάμε για διάσπαση του ενός και μοναδικού Εγώ σε  πολλά Εγώ.
Επίσης, πρέπει να δεχτούμε, μας υπενθυμίζουν οι μετα-ανθρωπιστές, ότι  η συμπόρευση του ανθρώπου με την υψηλή τεχνολογία έχει και ένα άλλο τίμημα, που είναι  το μοίρασμα της κυριαρχίας επάνω στη Φύση και την κοινωνία.  Όπως αυτός έχει δικαιώματα έτσι έχουν και τα ζώα και άλλοι οργανισμοί. Και σύμφωνα με αυτά τα δεδομένα, απαιτούνται νέες κοινωνικές δομές, πέρα από τις εγγενείς ανθρώπινες ή βιολογικές αφετηρίες, ικανές  να φιλοξενήσουν τον νέο κόσμο που βρίσκεται προ των πυλών.

Γενικά, αυτό που πρεσβεύουν οι πιο σύγχρονοι θιασώτες της τεχνολογίας είναι ότι δεν υπάρχουν ουσιαστικές διαφορές ανάμεσα σε έναν κατασκευασμένο μηχανισμό και έναν βιολογικό μηχανισμό, ανάμεσα στην τελεολογία ενός ρομπότ φέρ’ ειπείν και τους στόχους ενός ανθρώπου. Η ανθρώπινη ζωή, υποστηρίζεται,  είναι (και ήταν πάντα) ένας συνεχής αγώνας συμβίωσης με τα εργαλεία που ο ίδιος ο άνθρωπος δημιουργεί και χρησιμοποιεί. Ο άνθρωπος εξελίσσεται ταυτόχρονα με τις μηχανές που ανακαλύπτει.

Βέβαια βρισκόμαστε  ακόμη στα πρώτα στάδια αυτής της εξέλιξης και  είναι φυσικό να μην μπορεί κανείς να προβλέψει με σιγουριά πού βρίσκονται τα όρια, δηλαδή ο  βαθμός αυτονόμησης των νέων επιτευγμάτων του ανθρώπινου νου που πλέον αγγίζουν, για πρώτη φορά, πολύ ευαίσθητες περιοχές όπως η συνείδηση, η λογική, η ταυτότητα, και φυσικά όλα μαζί την έννοια της  ίδιας της δημοκρατίας: πώς θα λειτουργήσει;  Πρόκειται για ένα μείζον ζήτημα, γιατί μέχρι τώρα όλοι οι πολιτικοί θεσμοί βασίζονταν στην κοινή βιολογική μας κληρονομιά η οποία, πέρα από τις όποιες διαφοροποιήσεις και τις ελλείψεις της,  είχε ορισμένα όρια που περίπου μας υποδείκνυαν κοινούς τρόπους δράσης και αντίδρασης. Και είναι λογικό να διερωτηθεί κάποιος: Τι θα γίνει εάν αρχίσουμε να φτιάχνουμε ανθρώπους-προκάτ, κλώνους σε ρόλο δούλων, κλώνους ως η εκλεκτή φυλή, κλώνους πολεμιστές, κλώνους καθηγητές, κλώνους ηθοποιούς κ.λπ;

Σε αναζήτηση απαντήσεων

Βιώνουμε μια μεταβατική περίοδο συνεχών αλλαγών, στη δίνη των οποίων προσπαθούμε να βρούμε  τους ηθικούς, οικονομικούς, επιστημολογικούς και λειτουργικούς  κώδικες, προκειμένου να προχωρήσουμε. Δεν είναι της στιγμής να πούμε ποιος έχει δίκιο τελικά σε αυτή τη διελκυστίνδα απόψεων. Ούτε κατά πόσο αληθεύει η άποψη που λέει ότι ιδιαίτερες στιγμές σαν κι αυτή είναι που γεννούν τις επαναστάσεις. Μόνο ο χρόνος θα δείξει κατά  πόσο ο τεχνολογικός πολιτισμός θα ενισχύσει ή θα ακυρώσει  τις φυσικές ιδιότητες του ανθρώπου, οι οποίες, στα μάτια των ουμανιστών,  τον κάνουν άξιο του ονόματός του. Το μόνο βέβαιο είναι ότι οδεύουμε προς έναν κόσμο ακόμη πιο σύνθετο ως προς τα συστατικά του, πιο δια-πολιτισμικό, πιο διεπιστημονικό και σαφέστατα πιο δια-καλλιτεχνικό, ένα κόσμο χωρίς τίποτα το δεδομένο, πολλώ δε μάλλον «καθαρό».

Υπογραμμίζω τη λέξη «καθαρότητα»  γιατί σε όλη αυτή τη συζήτηση που γίνεται στις μέρες της πανδημίας ένα από τα επιχειρήματα που ακούμε  έχει να κάνει με την «καθαρότητα» της οντολογίας του ζωντανού θεάτρου και πως για 2500 χρόνια το βοήθησε να επιβιώσει  κάτω από πολύ αντίξοες συνθήκες. Και είναι αλήθεια. Απλώς διερωτώμαι εάν θα μπορέσει να επιδείξει την ίδια ανθεκτικότητα και τώρα, εγκλωβισμένο όπως είναι σε μια τεχνολογικά πολύ προχωρημένη πραγματικότητα, όπου  ακόμη και η ίδια η οντολογία της ανθρώπινης ύπαρξης δοκιμάζεται και μεταβάλλεται ποικιλοτρόπως.

Ενδεικτικές αυτής της αβεβαιότητας θεωρώ ότι είναι και οι συνεχείς (μεταμοντέρνες) ερωτήσεις που ταλανίζουν επιστήμονες και καλλιτέχνες του τύπου: τι είναι φύλο, φυλή, ταυτότητα, και φυσικά θέατρο, αλλά και μίμηση, δράμα, συμμετοχή;  Όλα δείχουν να βρίσκονται  στη διαδικασία αποδόμησης και ακτινογράφησής τους. Κι αν τα επαναφέρουμε τώρα είναι γιατί ο διάλογος που ξέσπασε, με αφορμή τις αναρίθμητες διαδικτυακές προβολές θεατρικών παραστάσεων και  δράσεων, έφερε ξανά στην επιφάνεια ζητήματα που για πολλούς είχαν προ πολλού απαντηθεί, όπως για παράδειγμα, κατά πόσο είναι θέατρο όλα αυτά που βλέπουμε στις οθόνες μας; Κατά πόσο πρέπει ή δεν πρέπει να εκτίθεται διαδικτυακά το θέατρο, κατά πόσο η διαδικτυακή του παρουσία ακυρώνει την οντολογία του, τη ζωντάνια του, το «εδώ και τώρα» της ύπαρξής του; Κατά πόσο κερδίζει φίλους προβάλλοντας παραστάσεις κάθε άλλο παρά άρτιες κ.λπ. Όπως  επίσης εξίσου έντονες ήταν και οι συζητήσεις που ξέσπασαν με αφορμή  την απόφαση πολλών φετσιβάλ να περάσουν στην ψηφιακή υλοποίηση μεγάλου μέρους του προγράμματός τους. Απόφαση με ευάριθμα θετικά στοιχεία, όμως με πολλαπλάσια αρνητικά. Όντας ανέτοιμα να αντιμετωπίσουν μια τέτοια ριζοσπαστική αλλαγή της φιλοσοφίας τους, μοιραία παρέδωσαν στο  κοινό ένα θαμπό και στο σύνολό του ανούσιο πρόγραμμα που έδειξε ότι το πέρασμα από το ένα είδος (του ζωντανού θεάματος) στο άλλο δεν γίνεται στο πόδι ούτε κάτω από πίεση. Θέλει πολλή μελέτη, προετοιμασία, όραμα, προσπάθεια και πειραματισμό. Στοιχεία που απουσίαζαν από αυτά που είδαμε και εξακολουθούμε να βλέπουμε.

Από την άλλη, όμως,  κανείς δεν μπορεί, με αφορμή αυτή την ποιοτικά επισφαλή εμπειρία, να καταλήξει σε αφοριστικά συμπεράσματα.  Το αντίθετο, θα έλεγα. Ήταν μια πολύ σημαντική προσφορά (θα την έλεγα ακόμη και «παρέμβαση»), γιατί πυροδότησε έναν ευεργετικό διάλογο ο οποίος εκτιμώ πως θα συνεχιστεί, γιατί απλούστατα  η διαδικτυακή δυναμική, όσο και να μην αρέσει σε πολλούς,  δεν είναι κάτι παροδικό ή κάτι  που μπορεί να αγνοηθεί. Είναι προέκταση της ίδιας της  ζωής μας, συνεπώς έχει μέλλον.

Σχολιάζοντας  το θέμα είχα γράψει σε ένα άλλο άρθρο μου ότι όλο αυτό τον καιρό της πανδημίας ζούμε μια «πρόβα τζενεράλε» της Επόμενης Μέρας.  Ζούμε το αύριο που είναι σήμερα. Με αυτό δεν ισχυρίζομαι ότι μόλις κοπάσει η πανδημία και  επιστρέψουμε στην ομαλότητα θα γίνουν κοσμογονικές αλλαγές στο θέατρο. Όχι. Τα θέατρα (αυτά που θα επιβιώσουν της κρίσης) θα συνεχίσουν να κάνουν αυτό που έκαναν πάντα. Όμως, ο σπόρος έχει πέσει. Μένει να δούμε τι θα θερίσουμε ή μάλλον καλύτερα τι θα θερίσει η γενιά μετά τους millennials. Δηλαδή, σε λίγα χρόνια και κάτω από ένα αλλιώτικο καθεστώς επιβίωσης.

Τέλος οι βεβαιότητες

Όπως αναφέρεται πιο πάνω, μέχρι τώρα ο άνθρωπος (είτε απλός πολίτης είτε καλλιτέχνης ή οτιδήποτε άλλο) ένιωθε κατά κάποιον τρόπο ασφαλής (ακόμη και όταν διαφωνούσε) κάτω από τον τρούλο της νευτώνειας κοσμοαντίληψης.  Οι βεβαιότητες του Ορθού Λόγου περίπου του διασφάλιζαν μια πιο καθαρή εικόνα του Είναι και του Φαίνεσθαι των πραγμάτων και κυρίως του «Εγώ» του. Στο θέατρο, για παράδειγμα, ο Άνθρωπος ήταν πάντα στο επίκεντρο των δρωμένων, παλεύοντας με τα ελαττώματα και τα πλεονεκτήματά του, τους δαίμονες και τα κρίματά του, στα όρια  μιας πλοκής διαρθρωμένης με τέτοιο τρόπο που οδηγούσε με μαθηματική ακρίβεια κάπου (συνήθως σε μια τελική και λογική αυλαία).

Σήμερα, οι συνθήκες και τα επιτεύγματα της υψηλής τεχνολογίας έχουν αποψιλώσει τις γραμμικές τακτοποιήσεις αυτής της κοσμοαντίληψης, ρίχνοντας καλλιτέχνες και πολίτες-θεατές σε μια θάλασσα ταραχώδη, μια θάλασσα θραυσμάτων, κερματισμένων ιστοριών και πολλαπλών Εγώ, όπου όλα είναι δυνάμει πιθανά.

Τα νέα επικοινωνιακά και οικονομικά μοντέλα που καλλιεργούνται,  ήδη έχουν αρχίσει να αφήνουν βαθιά το αποτύπωμά τους στο «εδώ και τώρα» και της θεατρικής εμπειρίας, αυτό που λέμε την οντολογία του είδους, τη «ζωντάνια» του και τη λειτουργία του. Και όπως συμβαίνει συνήθως, οι νέοι είναι αυτοί που θα κληθούν να αναμετρηθούν μετωπικά με όλα αυτά, συν τη διαχείριση μιας οικονομικής κρίσης που προμηνύεται θυελλώδης.

Ελληνική θεατρική αγορά: χθες, σήμερα, αύριο

Όλοι (ή σχεδόν όλοι), τασσόμαστε υπέρ του αιτήματος  “Support art workers”, όμως ας είμαστε ρεαλιστές. Ηλίου φαεινότερο ότι η κρατική στήριξη του θεάτρου μέσω των επιχορηγήσεων δεν θα είναι (ποτέ δεν ήταν —παγκοσμίως, πλην εξαιρέσεων —βλ. Γερμανία και Ολλανδία) αρκετή για να κρατήσει για πολύ αυτό τον ζωτικό χώρο ενεργό και κυρίως δημιουργικό.

Στα καθ’ ημάς, φέτος (2020) δόθηκαν 2 εκατομμύρια ευρώ, τα περισσότερα που δόθηκαν τα τελευταία χρόνια στις επιχορηγήσεις, όμως αυτό δεν είναι τίποτε περισσότερο από πρόσκαιρη επούλωση κάποιων πανδημικών πληγών. Προφανώς και δεν είναι η ποθητή, πολλώ δε μάλλον η ανθεκτική, θεραπεία. Ως έχουν (και ως είχαν πάντοτε)  τα πράγματα στον τόπο μας, τη θεραπεία του οικονομικά (και όχι μόνο) νοσούντος ελεύθερου θεάτρου είθισται να τη «συνταγολογούν» πρωτίστως οι ίδιοι οι καλλιτέχνες και οι παραγωγοί με τις επιλογές τους. Κι αν κάνω ειδική μνεία στο ελεύθερο θέατρο, δεν είναι μόνο γιατί πιστεύω στη σπουδαιότητά του αλλά και γιατί θέλω να το διαφοροποιήσω από το κρατικό, την επιβίωση του οποίου, ούτως ή άλλως, διασφαλίζει το ίδιο το κράτος.

Αυτή τη στιγμή ο αριθμός των ηθοποιών που είναι εγγεγραμμένοι στο ΣΕΗ πρέπει να ξεπερνά τις 5000. Υπολογίζεται ότι άλλοι τόσοι περίπου είναι στην αγορά, χωρίς να είναι εγγεγραμμένοι στο σωματείο τους. Από όλους αυτούς περίπου 1500-2000 “art workers” (καλλιτέχνες και συνεργάτες), θα καταλήξουν, όπως γίνεται πάντα, στα κρατικά θέατρα, και δευτερευόντως στους μεγάλους πολιτιστικούς φορείς, όπως είναι η Στέγη Ιδρύματος Ωνάση και το Κέντρο Πολιτισμού Ι.Σ. Νιάρχος, καθώς και το Φεστιβάλ Αθηνών/Επιδαύρου.

Ειδικά για φέτος και του χρόνου (2020-2022) εκείνο που κανείς δεν μπορεί να προβλέψει με σιγουριά είναι η εργασιακή κατάσταση που θα διαμορφωθεί με το πέρας της πανδημίας. Τα σημάδια δείχνουν πως θα δυσκολέψει πάρα πολύ. Κάποιοι θα δούμε να εγκαταλείπουν το επάγγελμα απογοητευμένοι, κάποιοι θα στραφούν στην τηλεόραση ή στον κινηματογράφο, στο ραδιόφωνο, στη διαφήμιση ή  στη διδασκαλία, κάποιοι (μάλλον οι περισσότεροι) θα παραμείνουν και θα συνεχίσουν να εργάζονται υπό καθεστώς άγριας εκμετάλλευσης (με 25-30 ευρώ την παράσταση ή με ποσοστά ανύπαρκτα ή χωρίς ένσημα κ.λπ.),  κάνοντας παράλληλα και άλλες δουλειές του ποδαριού  για να επιβιώσουν, ορισμένοι, οι πιο γνωστοί (σκηνοθέτες,  ηθοποιοί, σκηνογράφοι κ.λπ), θα συνεχίσουν να εμφανίζονται σε όλες τις μεγάλες παραγωγές, καμιά φορά σε 5 ακόμη και σε 6, πολύ συχνά ελέγξιμης ποιότητας, και κάποιοι ίσως αποτολμήσουν να επιστρέψουν στο καθεστώς της ομάδας, ιδέα που απαξιώθηκε όταν μπήκαν όλα τα «Εγώ» στην πιάτσα, διεκδικώντας μερίδιο από μια θεατρική πίττα πάρα πολύ μικρή για να ικανοποιήσει τους πάντες. Οι νέες συνθήκες ενδέχεται να κάνουν πιο δελεαστική την έννοια του ensemble, τόσο σε επίπεδο αισθητικής αλλά και βιώσιμης λειτουργίας.

Ωστόσο, το  πιο σημαντικό, κατά τη γνώμη μου,  είναι ότι θα δούμε να ενισχύεται ακόμη πιο πολύ η λογική των «θεατρικών τραστ», δηλαδή η πιεστικότερη άλωση του χώρου από δυο-τρεις μεγάλες θεατρικές επιχειρήσεις, οι οποίες θα επιβάλλουν τους όρους τους και τη θεατρική τους λογική και αισθητική. Κι όχι μόνο στην Ελλάδα. Αυτό είναι ήδη μια πραγματικότητα σε πολλές θεατρικές κοινότητες στον κόσμο, όπου παρατηρούμε τον σταδιακό μαρασμό των μικρών και ανεξάρτητων θεάτρων, που —ας σημειωθεί αυτό— είναι και ο βασικός χώρος δημιουργίας, πειραματισμού και απασχόλησης του 80% περίπου του εγχώριου θεατρικού δυναμικού.

Η ίδια λογική τείνει να κυριαρχήσει και στα φεστιβάλ, τα οποία σιγά-σιγά κινδυνεύουν να μετατραπούν σε «εκθεσιακούς χώρους», κάτι σαν σούπερμαρκετ καλλιτεχνικών προϊόντων, των οποίων η ευρεία κυκλοφορία και αναπόφευκτη εμπορευματοποίηση εκ των πραγμάτων θα συνεχίσει να ενισχύει περαιτέρω την αισθητική ομοιομορφία, με άλλα λόγια την παγκόσμια θεατρική «τάξη», και παράλληλα την ολοένα και μεγαλύτερη εξάρτηση από ποικίλους οικονομικούς παράγοντες.

Και έρχομαι σε ένα τελευταίο, τη στροφή και προς  το διαδικτυακό θέατρο, που μολονότι αμφισβητείται έντονα για την ώρα, δεν παύει να είναι μια επιλογή υποσχόμενη, αρκεί βέβαια κάποιος να εκμεταλλευτεί με φαντασία και θάρρος τις κρυμμένες δυνατότητές της. Δεν θεωρώ ότι είναι μια επιλογή που αναγγέλλει, όπως ορισμένοι (οι περισσότεροι)  ισχυρίζονται, τον «θάνατο του θεάτρου» αλλά μάλλον τη γέννηση και ενός «άλλου» θεάτρου, δηλαδή μιας άλλης πηγής απασχόλησης και δημιουργίας.

Ήδη υπάρχει μια στρατιά από νέους που είναι έτοιμοι να μετακομίσουν, νέοι που κινούνται μακριά από τις προδιαγραφές του δραματικού θεάτρου, νέοι  που σπουδάζουν κινηματογράφο ή video art για το θέατρο, που καλλιεργούν σε βάθος μιαν άλλη σχέση με τη ψηφιακή τεχνολογία, που βλέπουν άλλες δυνατότητες, πιο κοντά στη δική τους «καλωδιωμένη»  ζωή. Νέοι που αντιλαμβάνονται διαφορετικά την έννοια και της δημιουργίας και της συμμετοχής, αλλά και της έννοιας της μίμησης, «τι είναι πραγματικό και τι όχι». Γι’ αυτούς τους νέους, τους οικονομικά παροπλισμένους και τεχνολογικά ενημερωμένους, η ψηφιακή λύση δεν φοβίζει, γιατί απλούστατα είναι ο οικείος τους χώρος, ο κόσμος τους, ο «αληθινός» τους κόσμος.

Νέοι και διαδικτυακό θέατρο

Όπως περίπου συνέβη με την εμφάνιση στην αγορά της κινηματογραφικής μηχανής χειρός (που εισήγαγε ο Γάλλος ανθρωπολόγος Jean Rouch για να φτιάξει το φιλμ Εγώ ένας μαύρος [Moi Un Noir]), η διάδοση της οποίας έδινε στον καθένα τη δυνατότητα να γυρίσει μια ταινία μυθοπλασίας ή ένα ντοκιμαντέρ, έτσι μπορεί να συμβεί και με το θέατρο στο διαδίκτυο. Όσο θα πέφτουν οι τιμές στα software/hardware και όσο θα ενισχύεται το φιλικό τους περιβάλλον και η πλανητική δικτύωσή τους (κυβερνοχώρος), τόσο πιο πολύ θα απλώνεται και θα δελεάζει κόσμο και κοσμάκη και κυρίως τους οικονομικά πιο ευάλωτους, ήτοι τους μικρούς ανεξάρτητους θιάσους ή καλλιτέχνες που εδώ και χρόνια κάνουν θέατρο όπου βρουν και συνήθως για 3-4 παραστάσεις κι όποιος προλάβει (ή όποιος προσκληθεί) —εξού και οι 1500 παραστάσεις τον χρόνο.

Είναι πολύ σημαντικό το γεγονός ότι  το διαδίκτυο προσφέρει ζωτικό χώρο σε όλους αυτούς να παρουσιάσουν τη δουλειά τους, χωρίς να υποστούν την οικονομική αιμορραγία που ενέχει η ενοικίαση πραγματικού θεατρικού χώρου ή η σκηνική επένδυση μιας παραγωγής (κοστούμια, φωτισμός, σκηνογραφία κ.λπ).  Η τεχνολογία, με τα νέα  μέσα που διαθέτει, προσφέρει εξαιρετικές λύσεις, ορισμένες  μάλιστα και σε τρισδιάστατη εκδοχή, με συγκριτικά ελάχιστο οικονομικό κόστος. Ακόμη:

Η  εμβέλεια του διαδικτύου, αποτέλεσμα του περάσματος από την κοινωνία των πολιτών στην πολιτεία των ψηφιακών κοινωνιών, είναι ένας ακόμη υπολογίσιμος  παράγοντας, δεδομένου ότι απαλλάσσει τους καλλιτέχνες από τα έξοδα διαφήμισης, παρέχοντάς τους τη δυνατότητα πλατιάς διασποράς και διακίνησης του καλλιτεχνικού προϊόντος,  η οποία, όταν είναι σωστά μεθοδευμένη, μπορεί να φτάσει παντού, εννοείται και σε άτομα που για ποικίλους λόγους (απόστασης, υγείας κ.λπ)  δεν είδαν ποτέ ή δεν μπορούν να δουν θέατρο.

Το «εδώ και τώρα» του θεάτρου, που όντως αποτελεί το ύψιστο πλεονέκτημα του ζωντανού θεάματος,  με τη διαμεσολάβηση της τεχνολογίας και τη δυνατότητά της να υπερβαίνει χωροχρονικά όρια και να αγκαλιάζει όλο τον πλανήτη, μπορεί να μεταλλαχθεί σε ένα ενδιαφέρον θέαμα του «παντού». Το πώς συμμετέχει κανείς σε αυτή τη διεύρυνση των οριζόντων της θεατρικής δράσης/εμπειρίας, εννοείται ότι επαφίεται στη φαντασία των καλλιτεχνών, τα έργα (ή σενάρια) που έχουν στη διάθεσή τους και στην τεχνολογική τους κατάρτιση.

Δεν είμαι ο αρμόδιος να προτείνω ιδέες που άπτονται του χώρου της τεχνολογίας, όμως από ό,τι γνωρίζω έχουν ήδη δοκιμαστεί επικοινωνιακές/συμμετοχικές λύσεις, όπως για παράδειγμα η δυνατότητα που δίνεται στο κοινό να αλλάξει με την ψήφο του, μέσω smartphones ή ζωντανών chats, το τέλος ενός έργου ή να παρεμβαίνει κατά τη διάρκεια της παράστασης, επηρεάζοντας την εξέλιξη και αξιολόγησή της κ.λπ. Και όλα αυτά σε πραγματικό χρόνο, με θεατές απ’ όλο τον κόσμο να συμμετέχουν σε ένα εικονικό περιβάλλον. Κάπως έτσι το διαδίκτυο από τόπος αναζήτησης πληροφοριών μετατρέπεται  και σε τόπο συνάντησης, προσφέροντας μια πολυφωνική, πολυφυλετική, πολυπολιτισμική και πολυχωρική εμπειρία, με μια δική της «καλειδοσκοπική» αντίληψη περί δημοκρατίας, περί τέχνης, περί συμμετοχής, περί γραφής, περί αυθεντικότητας.

Ο γνωστός θεωρητικός Χανς-Τίες Λέμαν κατέφυγε στον όρο μεταδραματικό μοντέλο, προκειμένου να υπογραμμίσει αφενός την απομάκρυνση του θεάτρου από τα γνώριμα δραματικά εργαλεία του και αφετέρου την πιο έντονη παρουσία του στοιχείου της διαμεσολάβησης, ήτοι την έλλειψη «αυθεντικότητας», με ακραία εκδοχή  το cyborg, τον άνθρωπο-μηχανή. Στέκομαι ειδικά στην πολυσυζητημένη λέξη «αυθεντικότητα» για ένα τελευταίο σχόλιο.

Μύθοι τότε και τώρα

Το θέατρο ήταν η πρώτη καλά μελετημένη «μηχανή» που σκαρφίστηκε ο άνθρωπος ώστε να αναπαραγάγει/αναπαραστήσει τη Φύση και τα ανθρώπινα πάθη και παθήματα. Ακολουθώντας την πορεία εξέλιξης αυτής της «μηχανής» βλέπει κανείς πως σε όλες τις φάσεις της ο απώτερος στόχος ήταν  η όσο γίνεται πιο πιστή απόδοση του πραγματικού (ή κάποιου «πραγματικού»). Αποκορύφωμα της τροχιάς αυτής η Πρώτη Βιομηχανική Επανάσταση, όπου πλέον η θεατρική μηχανή θα μετατραπεί στο κυρίαρχο σύμβολο, σε μια δεσπόζουσα «αφηγηματική» δύναμη που παρήγαγε και επέβαλλε τους δικούς της μύθους που συνόδευαν τα εύσημα του «αυθεντικού».

Σταδιακά αυτή η μηχανή αναπαραγωγής «αυθεντικών πραγματικοτήτων» θα παραχωρήσει την πρωτοκαθεδρία στην υψηλή τεχνολογία, η οποία αναλαμβάνει (από το 1970 και μετά)  τη διασπορά των δικών της εκδοχών του χρόνου, του χώρου, της Φύσης και μαζί εννοείται και της ανθρώπινης φύσης αλλά και της θεατρικής.

Wagner, “Huldigungsmarsch“

Βάγκνερ: ο καλλιτέχνης που οραματίστηκε μια τέχνη “κυκλωτική”, “ολιστική”.

Όπως οι πάλαι ποτέ μηχανές του θεάτρου δημιουργούσαν περιβάλλοντα συμμετοχικής εμπειρίας έτσι και τώρα η ψηφιακή τεχνολογία δημιουργεί τις προϋποθέσεις μιας νέας επικοινωνιακής και χωροχρονικής αντίληψης. Με καλλιτέχνες όπως ο Ρομπέρ Λεπάζ, οι Fura dels Βaus, ο Ρόμπερτ Γουίλσον, ο   Ίβο βαν Χόβε, ο Σάιμον Μακμπέρνι, ο Τζωρτζ Κόουτς, ο Ντέιβιντ Σαλτζ, έχουμε, κατά κάποιον τρόπο, μια επιστροφή του οράματος του μοντερνιστή Βάγκνερ  για μια τέχνη πολιορκητική, μια τέχνη «πανδημική», ικανή να μεταθέσει τον δέκτη από το «εδώ και τώρα» στο «αλλού» και στο «παντού», εκεί όπου ο χώρος και ο χρόνος δεν έχουν τερματικά ούτε αφετηρίες παρά μόνο ένα συνεχές οπουδήποτε, οποτεδήποτε.

Τώρα, πού θα οδηγηθεί τελικά το θέατρο  μέσα από αυτή την ολοένα και πιο συχνή συνάντησή του με την υψηλή τεχνολογία, τι έργα και τι σώματα θα φιλοξενήσει, τι φαινόμενα και τι πλάσματα θα «κατασκευάσει», είναι ακόμη θαμπό, όπως θαμπά είναι τα όρια του υπό εξέλιξη ανθρωπίνου σώματος. Και είναι θαμπά γιατί το θέατρο βρίσκεται σε μια φάση όπου θέλει να τα γνωρίσει όλα αυτά προκειμένου να κινηθεί μαζί με αυτά και πέρα από αυτά.

Προφανώς και δεν είναι εύκολη αυτή η (μετα-)κίνηση, γιατί για πρώτη φορά οι αναπαραγωγικές δυνατότητες της θεατρικής μηχανής δοκιμάζουν τις αντοχές των οντολογικών της συστατικών. Και αυτό  απαιτεί νέες και ευέλικτες τεχνικές, νέους τρόπους σκέψεις, νέες δραματουργίες με τη λογική του  ZOOM (μεταξύ άλλων) κατά νου, νέους μύθους, νέες υποκριτικές μεθόδους και πρωτίστως μια νέα φιλοσοφία που να αφορά τον Άνθρωπο, τη Φύση, το  Είναι και το Φαίνεσθαι.

Όλα είναι πια θέμα μιας νέας κοσμοθεωρίας και ΖΟΟΜ-επικοινωνίας ανάμεσα στα ανθρώπινα που έχουν κατακτηθεί και τα μη  ανθρώπινα που είναι να κατακτηθούν. Το μόνο βέβαιο είναι ότι όσο θα βελτιώνεται η τεχνολογία άλλο τόσο θα πυκνώνουν και οι σχέσεις του θεάτρου μαζί της, που σημαίνει άλλο τόσο το θέατρο θα πειραματίζεται και πιο έντονα με τις δυνατότητες της  εικονικής του εξαφάνισης.

Όχι στη συγκρουσιακή λογική

Εκείνο που θέλω να τονίσω είναι ότι στη συνάντηση θεάτρου και υψηλής τεχνολογίας δεν χωράει ούτε το φοβικό σύνδρομο μπροστά στο τεχνολογικό άγνωστο ούτε ο τεχνολογικός μεγαλοϊδεατισμός. Δεν έχει θέση ο μανιχαϊσμός και η συγκρουσιακή λογική. Το θέατρο δεν θα πάψει ποτέ (και ευτυχώς) να λειτουργεί με βάση τα δοκιμασμένα υλικά του «εδώ και τώρα». Όμως, το θεωρώ ως μια απόλυτα φυσιολογική μετεξέλιξη,  ένα μέρος του θεάτρου (κυρίως των νέων)  να στραφεί και στη διαδικτυακή εκδοχή του, εκμεταλλευόμενο μια κυριολεκτική πλανητική πρόσβαση που μπορεί να επηρεάσει την καθημερινότητα του ανθρώπου.

Καθώς η τεχνολογία θα αναπτύσσεται και θα ανακαλύπτει τις ανεξερεύνητες  δυνατότητές της θα αναπτύσσεται ταυτόχρονα και το διαδικτυακό/ψηφιακό θέατρο και θα ανακαλύπτει τις δικές του τεχνικές στην προσπάθεια να μάθει ποιοι είμαστε μέσα σε αυτό τον κόσμο της υψηλής τεχνολογίας, γιατί κατά βάθος γνωρίζουμε ελάχιστα πράγματα γύρω από τις βιολογικές μας δυνατότητες.

Συμπέρασμα

Όπως το κλασικό θέατρο έτσι και το θέατρο της ψηφιακής πραγματικότητας θέλει και αυτό με τη σειρά του να ξανασκεφτεί την έννοια Άνθρωπος, την έννοια «επικοινωνία» και «συμμετοχή». Από αυτή την άποψη δεν είναι αντι-ουμανιστικό αλλά βαθύτατα ανθρωποκεντρικό, απλώς τα εργαλεία δραματοποίησης του ανθρωπίνου δράματος διαφέρουν.

Ασφαλώς ο κίνδυνος του κακού θεάματος υπάρχει, είτε σε ζωντανή είτε σε ψηφιακή/διαδικτυακή εκδοχή. Όλα εξαρτώνται από τις προθέσεις και τις ικανότητες  του κάθε καλλιτέχνη.  Το θέμα είναι να βλέπει την τεχνολογία ως προέκταση του Ανθρώπου, δηλαδή ως υπηρέτη του και όχι ως αφεντικό του ή αντίπαλό του.

Πολλές οι ερωτήσεις και οι απορίες και ελάχιστες οι απαντήσεις και οι βεβαιότητες. Και όπως συμβαίνει συνήθως, ο χρόνος, ο μόνος σίγουρος κριτής, θα αξιολογήσει την κατάληξη.
Εκείνο που αξίζει να διερωτηθεί κανείς τελικά είναι κατά  πόσο, σε μια εποχή όπου ο άνθρωπος εμφανίζεται ως κάτι “κατασκευασμένο”–χωρίς αυτό να τον ακυρώνει ως Άνθρωπο– και το θέατρο (μια “κατασκευή” του Ανθρώπου) μπορεί να μεταμορφώνεται σε οτιδήποτε επιθυμεί ή φαντάζεται και να εξακολουθεί να λέγεται θέατρο;

The following two tabs change content below.

ΣΑΒΒΑΣ ΠΑΤΣΑΛΙΔΗΣ

Καθηγητής θεατρολογίας στο ΑΠΘ, στο Ανοικτό Πανεπιστήμιο και στη Δραματική Σχολή του ΚΘΒΕ. Από το 1984 μέχρι σήμερα έχει συνεργαστεί με διάφορα έντυπα με την ιδιότητα του θεατρικού κριτικού. Έχει δημοσιεύσει 13 βιβλία για το θέατρο και έχει επιμεληθεί άλλα τόσα. Πρόσφατα εξέδωσε τη βραβευμένη δίτομη μελέτη του Θέατρο, Κοινωνία, Έθνος (University Studio Press 2010, σσ. 1.500). Συνεπιμελητής του αφιερώματος του περιοδικού Gramma στο νεοελληνικό θέατρο, 2016. Είναι πρόεδρος της Ελληνικής Ένωσης Κριτικών Θεάτρου και Παραστατικών Τεχνών και αρχισυντάκτης του περιοδικού της Διεθνούς Ένωσης Κριτικών Θεάτρου, Critical Stages (www.critical-stages.org).

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή