Σχέδιο για μιαν εισαγωγή στο χώρο του Αιγαίου

by Times Newsroom 1

Οδυσσέας Ελύτης,

Από το βιβλίο του Έν λευκώ, εκδόσεις Ίκαρος 1992, σ.17-23

ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΗ ΡΑΧΗ ΤΗΣ ΣΕΡΙΦΟΣ, όταν ανεβαίνει ο ήλιος, τα πυροβόλα όλων των μεγάλων κοσμοθεωριών παθαίνουν αφλογιστία. Ο νους ξεπερνιέται από μερικά κύματα και λίγες πέτρες-κάτι παράλογο ίσως, παρ’ όλα αυτά ικανό να φέρνει τον άνθρωπο στις πραγματικές του διαστάσεις. Επειδή, τι άλλο θα του ήτανε πιο χρήσιμο για να ζήσει; Αν του αρέσει να ξεκινά λάθος, είναι γιατί δε θέλει ν’ ακούσει. Ερήμην του το Αιγαίο λέει και ξαναλέει, εδώ και χιλιάδες χρόνια, με το στόμα του φλοίσβου, σ΄ ένα μήκος ακτών απέραντο: αυτός είσαι! Και το επαναλαμβάνει το σχήμα του φύλλου της συκιάς επάνω στον ουρανό, τον συλλαμβάνει και κλείνει τη γροθιά του το ρόδι ώσπου να σκάσει, το κανοναρχάνε τα τζιτζίκια ώσπου να γίνουν διάφανα. Ο Θάνατος μπορεί να είναι λιγότερο ή περισσότερο σωστός, θέλω να πώ λιγότερο ή περισσότερο ένας χαμός ανεπανόρθωτος, ανάλογα με τον τρόπο πού θα τον δεχτείς. Η δύναμη κι ο αριθμός ανέκαθεν μας εμποδίσανε ν’ αποδεχτούμε τη μόνη δικαιοσύνη, πού είναι μια «ακριβής στιγμή», ή τη μόνη ηθική, που δεν είναι παρά μια συνεχής αναγωγή στο πιο απλουστευτικό είναι μας.     

Την απέραντη απόσταση που χωρίζει ένα κυκλαδικό ειδώλιο από ένα βότσαλο μας είναι αδύνατον να την επιμετρήσουμε με την ίδια ευκολία πού το κάνουμε για ολόκληρες εκατονταετίες φωτός. Αλλ’ αυτό ακριβώς αποτελεί και την αχίλλειο πτέρνα μας ΄ και γι’ αυτό συναγωνιζόμαστε απεγνωσμένα τη γνώση. Όμως το μερίδιο των θεών, αν υπάρχει κάπου έξω απ’ τις θρησκείες, είναι βέβαια μια χάρις. Ένας γλάρος με ζυγιασμένα φτερά πάνω από μιάν απέραντη κυανή έκταση. Προσποιούμαστε ότι τον σβήνουμε, ότι βρήκαμε αυτόν το σβηστήρα. Και ύστερα; Εκείνος, την επαύριο της οριστικής μας απώλειας, συνεχίζεται. Δυό άγνοιες πού δεν αγγίζονται αλλά πού θα μπορούσαν αυτοστιγμεί να γεννήσουν το φως’ τι κρίμας!     

Είναι αλήθεια ότι το φως συμβαίνει ν’ αναπηδά από την ύστατη ένταση του μαύρου; Με άλλον τρόπο το επιβεβαιώνει και ο έρωτας. Όταν δύο γυμνά σώματα μιλούν, κάτι από το ανεκδοτολογικό μέρος της ιστορίας τους -το αφόρητο- ξεγράφεται. Το φιλί, πού δεν εξελίχθηκε ουδέ κατ’ ελάχιστον από καταβολής κόσμου, τυχαίνει να είναι το πιο καινούργιο και αμεταχείριστο πράγμα, που διαθέτουμε. Σίγουρα, κάποια ερωτική ιστορία ερωτική, με διαστάσεις θεϊκές, θα προηγήθηκε από τους τεκτονικούς παλμούς και τις ανακατατάξεις των υδάτων, όταν γεννήθηκε το ελληνικό αρχιπέλαγος. Τον παραλογισμό που κλείνουν για μας οι μύθοι, κάποτε η ίδια η φύση τον ανατρέπει. Τότε μόνον αναλογιζόμαστε ότι, παρ’ όλα αυτά, εμείς οι ίδιοι είναι που, παρά τη θέλησή μας ίσως, τους δημιουργήσαμε. Απομένει να μάθουμε: αυτό το φως, αυτές οι συστάδες των νησιών, τι είναι; Ονειρευόμαστε;

ΤΑΞΙΔΕΥΟΝΤΑΣ ΝΟΕΡΑ προς την Πάτμο και την Ανατολία ο Holderlin συνέλαβε, απ’ τα βάθη της Σουαβίας του, πολύ πιο καθαρά το χρυσό όραμα παρ’ ό,τι ο σημερινός επιβάτης του jet από τα 11.000 πόδια του ύψους του. Όχι, διόλου μερικές χελώνες επάνω στο νερό, aber Es rauschen aber um Asias Tore Hinziehend da und dortIn ungewisser Meeresebene Der schattenlosen Strassen genug, Doch kennt die Inseln der Schiffer.

Το θεϊκό άγγιγμα είναι πού δεν του διέφυγε. Η μαγεία έχει τον τρόπο της. Ακόμη και πάνω στα τείχη της επιστήμης, ξέρει κάποτε ν’ ανοίγει μια πόρτα για ν’ ανασάνουμε. Τέτοια πόρτα μπορεί να ‘ναι και μια σκέτη εγκυκλοπαίδεια. Άς την ανοίξουμε: αρκεί ν’ αυξηθεί ή να λιγοστέψει κατά πενήντα ή εκατό μόλις μέτρα η στάθμη των νερών, και το πιο θαυμαστό, το πιο κινητικό της ύλης κατόρθωμα θα συντελεστεί κάτω απ’ τα μάτια μας, και βέβαια θα βρει τις αντιστοιχίες του-αρκεί να ‘μαστε δεκτικοί-και στο πνεύμα.      

Μια πικασσιανής δύναμης μεταμόρφωση στις γραμμές και στους όγκους χωρίζει ένα νησί σε δύο, συνενώνει άλλα τρία σε ένα, δημιουργεί καινούργιες μονάδες, εξαφανίζει παλαιές. Πορθμοί και ισθμοί αναφαίνονται, ράχες μ’ ερυθροπράσινα, φρέσκα ίχνη ενάλιου βίου απλώνονται στον ήλιο. Με λίγα λόγια ό,τι ένας ζωντανός οργανισμός προσφέρει (μαζί με την ταραχή των αισθημάτων του), μεταφερμένο κατ’ αναλογίαν στο φυσικό κόσμο. Η αντίθετη μεριά βγάζει μακριά. Θα την ιδούμε.     

Η σκέψη των Ιώνων, η πρώτη λυρική φωνή στην ποίηση, η υπακοή του μαρμάρου στον ανθρώπινο χάδι, το τρίγωνο των βουνών κατεβασμένο στο αρχιτεκτόνημα, ο Σωκράτης, ο Ιησούς, όλα ή σχεδόν όλα γύρω από το σχολείο αυτής της θάλασσας. Τι συμβαίνει λοιπόν; Αν σκεφτόμαστε όπως οι εκατομμυριούχοι, το φαινόμενο είναι αμελητέο και ο κόσμος ασφαλώς πολύ μεγάλος για να τα συζητάμε αυτά. Όμως η σελήνη των ηλεκτρονικών εγκεφάλων φοβούμαι ότι θα εξακολουθεί να είναι, είτε το θέλουμε είτε όχι, κατώτερη απ’ τη σελήνη της Σαπφώς, πού η αχτίδα της, έτσι καθώς μας σημαδεύει απ’ τα βάθη ενός ελαιώνα της Μυτιλήνης, μας επιτρέπει να βρεθούμε πιο κοντά στον εαυτό μας, σ’ εκείνα που αγαπούμε –όττω τις έραται, που έλεγε και η ποιήτρια. Μια ρήση απλή, που πήρε την ισχύ φυσικού νόμου σ’ αυτήν την περιοχή κι επέζησε στην ψυχή των νησιωτικών, βρίσκοντας χίλιους τρόπους να εκδηλωθεί. Κυρίως από την άποψη της ένστικτης, της ασύνειδης χειρονομίας, που ξέρει να ταυτίζει το χρήσιμο με το ωραίο, αλλά συνάμα και το ωραίο με το ηθικό, στην πιο ριζοσπαστική τους έννοια.     

Η παράλληλη και ταυτόχρονη ανύψωση του ταπεινού σε θεϊκό μέγεθος και η κατάβαση του θεϊκού στο απτό και το καθημερινό, χωρίς να σημειώνεται η παραμικρότερη λαθροχειρία. Χρειάστηκε γι’ αυτό μια ισχυρή αντίσταση στο χριστιανικό υπερεγώ που σχηματίσανε με τις προσχώσεις τους οι δεισιδαίμονες μέσοι αιώνες.     

Ανάμεσα στα ευρήματα των αρχαιολογικών ανασκαφών που εμείς οι σημερινοί Ευρωπαίοι παραλείψαμε να περισυλλέξουμε και να μελετήσουμε είναι και μερικές έννοιες πού κείτονται στο ίδιο χώμα μαζί με τα παράγωγα της τέχνης τους. Η ταπεινοφροσύνη π.χ., που απέβαλε την οξεία και καθαρή ευωδία των μυριστικών χόρτων για να περιχυθεί με λιβάνι, μας κληροδοτήθηκε ανεξέλεγκτα κι απόμεινε μέσα μας με την αφή του γυμνού πέλματος δούλου πάνω στις πλάκες περισσότερο, παρά με την υπερηφάνεια πατούσας που συνάζει σοφία στην άμμο. Παρ’ όλα αυτά, ένας δείκτης αόρατος κατάφερνε σ’ αυτή τη γωνιά να στρέφεται ολοένα προς το ορθό (θα τολμούσα να πώ, προς το υγιές), με την πεισματική δύναμη μαγνητικής βελόνας προς τον Βορρά. Την ασύλληπτη σε κάθε στιγμή λειτουργία της αόρατης μηχανής, που στα μέρη της- τόσο μακριά όσο είναι ο ήλιος και τόσο βαθιά όσο είναι οι φλέβες της γης ή τα ρέματα των βυθών-βρίσκονται σε πλήρη και αρμονική ανταπόκριση, τη διαπιστώνεις αρκεί ν’ αποσυνδέσεις νοερά εκείνο που ονομάζουμε αμεσότητα. Όσο είναι δυνατόν. Όσο το επιτρέπουν οι περιορισμένες μας-αλίμονο-διανοητικές δυνατότητες. Εκτός πιά κι αν, σε τέτοιες στιγμές, η ποιητική λεγόμενη θεώρηση (πού δεν είναι μια σκέτη ανάλυση αλλά συνίσταται στη μετατόπιση από το λογικό στο υπερβατικό καθώς και στην ανεύρεση των αναλογιών ανάμεσα στα αισθήματα και στις πράξεις) ανακτά όλη της την πρωταρχική σημασία.      

Μη λησμονούμε ότι μόνον έτσι ένας Πυθαγόρειος έφτασε στο σημείο να πεί ότι το τετράγωνο είναι η φωτιά, ο κύβος η γη, το οκτάεδρο οι άνεμοι, και το δωδεκάεδρο ο σύμπας κόσμος.    

ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΠΟΛΥΠΟΔΕΣ των κρητικών αγγείων ή τα φτερόψαρα των πρόσφατων τοιχογραφιών της Σαντορίνης, από τα γυμνά στήθη των μινωικών γυναικών ή τις τρίαινες των ψηφιδωτών της Δήλου, από το θαλασσινό ανάμεσα σε δύο κολόνες άνοιγμα κάποιου ναού ή το γεωμετρικό καθήλωμα ενός αυλητή σε μάρμαρο παριανό, ξεσηκώνεται, σαν αέρας ελαφρότατου γραιγολεβάντε, κάποια αίσθηση «άγια», όπως θα λέγαμε πρωθύστερα, που χωρίς καμιά δυσκολία έρχεται να καθίσει, σαν να μη συνέβαινε τίποτα, στον ασβέστη των εξωκλησιών, στα μελαμψά πρόσωπα των οσίων της Ορθοδοξίας, στις αψιδωτές καμάρες των σπιτιών της Σίφνου ή της Αμοργού, στα μπλε και στα κίτρινα της πιο φτωχής ψαρόβαρκας. Η απαρίθμηση φαίνεται αυθαίρετη, κουραστική. Ως ένα σημείο είναι, άλλωστε, σκόπιμα σπρωγμένη, ώστε να δείξει κάτι που συντελείται πολύ πιο μυστικά στις ψυχές μιάς κοινότητας όπου οι φυσικές δυνάμεις, συγκρατημένες δώθε και κείθε από την υπερβολή (τη μεγάλη μάστιγα των πολιτισμών μας), έχουνε πάντοτε την τελευταία λέξη- θέλω να πώ, μας δίνουνε να καταλάβουμε με ποιόν τρόπο γίνεται να ηττάται ο χρόνος.      

Ήλιος από αφομοιωμένη αγάπη, αλλ’ αεί άγριος; Δεν αρκεί. Στο βάθος δεν πρόκειται παρά για μια όψη του φαινομένου. Η άλλη, που μας παρουσιάζεται σαν άμεση αντανάκλαση τη ίδιας της αίσθησης από τα έργα τέχνης στα έργα της ζωής, πράξεις και αντιδράσεις στα καθημερινά συμβάντα, όσα θα ονομάζαμε «αγωγή» ή «συμπεριφορά ανθρώπινη» είναι ακόμα πιο εντυπωσιακή όσο και πιο δυσδιάκριτη. Αυτό το «τανάπαλιν» είναι που, αν το διαδράμεις ως την άλλη του άκρη, βλέπεις.

Enfin o bonheur, o raison, j’ ecartai du ciel l’ azur, qui est du noir, et je vecus, etincelle d’ or de la lumiere nature.

Κάποτε, όταν έγραψα ότι, βουτώντας στη θάλασσα μ’ ανοιχτά μάτια, είχα την αίσθηση ότι έφερνα σ’ επαφή το δέρμα μου μ’ εκείνο το λευκό της μνήμης που με κυνηγούσε από κάποιο  χωρίο του Πλάτωνα, το θεωρήσανε ακατάληπτο. Κι όμως, είναι μέσα στα πιο καθαρόαιμα ελληνικά που ο τιμονιέρης βρίσκει το ζύγι στο πλεούμενό του, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που το έβρισκε ο Ικτίνος στον Παρθενώνα. Είναι σ’ αυτά που οι ενέργειες π.χ. ενός μεγάλου πολιτικού εγγίζουν την καθαρότητα του πλέον ευγενικού μαρμάρου. Είναι σ’ αυτά όπου το πιο υψηλό ερωτικό αίσθημα φτάνει ως τη στυφή γεύση του μαύρου σταφυλιού. Κάτι πού δίνει λαβή να πιστέψει κανείς ότι οι ποιητές παίζουνε με τις λέξεις, ενώ στην πραγματικότητα, εάν το καλοσκεφτείς, σοβαρεύονται κατά τι περισσότερο απ’ ό,τι το επιτρέπει η συνομιλία μπροστά σε μιάν οθόνη κλειστή, χωρίς κανέναν ορίζοντα.     

ΤΟ Αιγαίο δεν έχει οθόνη, δεν απέκτησε ποτέ. Είναι από ύλη ή πνεύμα (δεν έχει σημασία) οδηγημένα στο ουσιώδες. Το πάν- για ό,τι πιθανόν το ακατάληπτο αντιπροσωπεύει-είναι η διαύγεια: η δυνατότητα να βλέπεις μεσ’ απ’ το πρώτο και το δεύτερο και το τρίτο και το πολλοστό επίπεδο μιάς και μόνης πραγματικότητας το μονοδιάστατο και συνάμα πολύφθογγο σημείο της μεταφορικής τους σημασιολογίας.      

Να λοιπόν που την ηθική τη συναντάς κι από το δρόμο που πάς να την αποφύγεις. Ίσως μάλιστα τότε το χτύπημά της στον ώμο σου να μοιάζει πιο πειστικό.     

Ένας άνθρωπος που ξυπνά τα χαράματα μπροστά σ’ ένα λιμανάκι μώβ κι εύχεται να μην είχε μάθει ποτέ του γράμματα-τι θαύμα! Κατεβαίνει στο βραχάκι να λύσει τη βάρκα. Σε λίγο, η μια ράχη του βουνού κοκκινίζει. Όπου να ‘ναι θα φανεί ο Κούρος, και πίσω του οι γραμμές των άλλων νησιών, το ξεφόρτωτο τρεχαντήρι, ένας Προφήτης Ηλίας. Ύστερα, θα σβήσουν όλα και θα μείνει το μελαχρινό, καθάριο πρόσωπο με τα μεγάλα μάτια, που είναι ο ψαράς με το πανέρι του, ο σημερινός σου γείτονας, αλλά συνάμα και ο παντοτινός Αλιέας των θησαυρών-και των ανθρώπων.      

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή