Σχόλιο στα «Ανοιχτά χαρτιά»

by ΑΝΔΡΕΑΣ ΦΟΥΣΚΑΡΙΝΗΣ
  • Γράφει ο ΑΝΔΡΕΑΣ ΦΟΥΣΚΑΡΙΝΗΣ

«Έχω συλλάβει τη μορφή μου κάπου, ανάμεσα σε μια θάλασσα που ξεπροβάλλει απ’ το ασβεστοχρισμένο τειχάκι μιας εκκλησιάς και σ’ ένα κορίτσι ξυπόλυτο που του σηκώνει ο άνεμος το ρούχο, μια στιγμή τύχης που αγωνίζομαι να αιχμαλωτίσω και της στήνω καρτέρι με λόγια Ελληνικά». («Ανοιχτά χαρτιά», σελ. 38)

Η ποίηση είναι «ένας μηχανισμός που απομηχανοποιεί τον άνθρωπο και τις σχέσεις του με τα πράγματα (ό. π. π. σελ. 261). Ο αφορισμός αυτός του Ελύτη δεν σημαίνει πως ο ποιητής είναι ή νιώθει ξένος και από-κοσμος προς τον ορατό ή και αόρατο κόσμο της πραγματικότητας που τον περιβάλλει, ώστε να χρησιμοποιεί την ποίηση σαν μηχανικό και αναγκαίο όργανο απομάκρυνσης από αυτήν και απομόνωσής του από ό,τι τον περιέχει. Μάλλον υπονοεί ότι η σχέση του με τον έξω κόσμο παύει, με όργανο την ποίηση, να είναι τυπική, απλώς μηχανική και γίνεται ουσιαστική. Ο κόσμος που περιβάλλει τον ποιητή του είναι πραγματικά και ουσιαστικά οικείος, αποτελεί βίωμά του καθημερινό και αιώνιο, τον αισθάνεται πλήρως, ως το βάθος της ουσίας του και τον βιώνει μέχρι το τέλος της ζωής του, μέχρι να τον χορτάσουν μέχρι κορεσμού οι παντού και πάντοτε ανοιχτές αισθήσεις του και συγχρόνως να τον υπερβούν, αφού αυτός ο κόσμος, ο δημιουργός του χρόνου αποτελεί αναμφισβήτητα και το μεγάλο δημιουργό του κόσμου της φθοράς και του θανάτου.

Η ποίηση λοιπόν, συνεπώς και η τέχνη, αποτελεί, κατά τον ποιητή, τη δύναμη εκείνη που αντιμάχεται με μανία, περηφάνια και αυτοπεποίθηση τη φθορά και τον θάνατο, όχι βέβαια για να επιταχύνουν το ρυθμό του, αλλά για να τον υπερβεί, με στόχο και όνειρο, άπιαστο πολλές φορές, την αιωνιότητα. Είναι χαρακτηριστικά στο σημείο αυτό τα λόγια του: «Γιατί η ποίηση μας ξεμαθαίνει από τον κόσμο, τέτοιον που τον βρήκαμε τον κόσμο της φθοράς που, έρχεται κάποια στιγμή να δούμε ότι είναι η μόνη οδός για να υπερβούμε τη φθορά, με την έννοια που ο θάνατος είναι η μόνη οδός για την Ανάσταση». (ό. π. π. σελ. 43). Όμως, αυτή η υπέρβαση που επιτυγχάνεται μέσω της ποίησης δεν αποτελεί έναν καινούριο σταθμό στην πορεία του ανθρώπου, αλλά αποτελεί τη δυναμική αφετηρία μιας άλλης πορείας, λουσμένης στο άπλετο φως, στα όριά της πια με τον θάνατο: «Γιατί η ποίηση αρχίζει από κει που την τελευταία λέξη δεν την έχει ο θάνατος.

Αποτέλεσμα εικόνας για Οδυσσέας Ελύτης «Ανοιχτά χαρτιά»

Είναι η λήξη μιας ζωής και η έναρξη μιας άλλης, που είναι η ίδια με την πρώτη, αλλά που πάει πολύ βαθιά, ως το ακρότατο σημείο που μπόρεσε ν’ ανιχνεύσει η ψυχή, στα σύνορα των αντιθέτων, εκεί που ο ήλιος κι ο Άδης αγγίζονται». (ό. π. π. σελ. 42). Μέσω αυτής της ηρακλείτειας αντίληψης σύνθεσης των αντιθέτων ο ποιητής οδηγείται στην πεποίθηση πως η αιωνιότητα είναι δυνατή μόνο γιατί υπάρχει η ποίηση, η τέχνη που τη διασώζει και την συντηρεί. Ό,τι κι αν συμβεί, όπως και να το κάνουμε, «λίγοι στίχοι κι ένας χώρος μένουν πάντοτε από κάθε ποιητή». (ό. π. π. σελ. 146). Ακόμα και ο πιο μικρός ποιητής θα επιζήσει, συμπληρώνω εγώ.
Η αντίληψη αυτή του Ελύτη για τη λειτουργικότητα της τέχνης καθώς και για τη δύναμη που κρύβει μέσα της έχει την καταγωγή της, όσο κι αν αυτό φαίνεται παράξενο, στα βάθη των αιώνων.

Η τέχνη του προϊστορικού ανθρώπου, ενταγμένη απόλυτα και εντελώς φυσικά στα μαγικά και θρησκευτικά δρώμενα της φυλής, είναι τελικά η υπέρτατη εκείνη δύναμη που οδηγεί, με τη βοήθεια, ίσως, κάποιων επαναλαμβανόμενων τελετουργιών από το μάγο, τον αρχηγό ή και άλλους, στην υπέρβαση της εχθρικά διακείμενης φυσικής ή άλλης, εσωτερικής κατά κάποιο τρόπο, πραγματικότητας. Ο πρωτόγονος άνθρωπος υπερβαίνει τον φόβο που τον διακατέχει συνεχώς, που του παραλύει τα μέλη, όταν τον νικάει, και τον νικάει όταν τον απεικονίζει στα τοιχώματα των σπηλαίων που κατοικεί, ή τον τραγουδάει, με τη συνοδεία των μουσικών οργάνων που έχει αρχίσει να χρησιμοποιεί, στις επίσημες συγκεντρώσεις της φυλής ή της ομάδας στην οποία ανήκει. Με τη ζωγραφική απεικόνιση και το τραγούδι τον φέρνει κοντά του, όσο πιο κοντά μπορεί, τον κάνει οικείο του, άρα καθημερινό, δίχως δυνάμεις υπερφυσικές, μέρος της δικής του μαγικής πραγματικότητας. Άρα πιο ευκατάβλητο και συνεπώς λιγότερο επικίνδυνο. Έτσι, η τέχνη επιστρέφει και πάλι, με αυτό τον τρόπο, στον κόσμο της ορατής πραγματικότητας. Και μαζί της, φυσικά, ο ποιητής.

Αποτέλεσμα εικόνας για Οδυσσέας Ελύτης «Ανοιχτά χαρτιά»

Ο ποιητής, υπακούοντας τυφλά στον εαυτό του ως ενιαίο σύνολο, στην αδιαίρετη σωματικότητα και ψυχικότητα που τον χαρακτηρίζει, επιχειρεί το ακατόρθωτο: να γνωρίσει σε βάθος εκείνον που δεν είναι σίγουρο πως θα τον γνωρίσει ποτέ, τον εαυτό του: «Γιατί με γοητεύει να υπακούω σ’ αυτόν που δε γνωρίζω, που είναι ο εαυτός μου ολάκαιρος, όχι ο μισός που ανεβοκατεβαίνει στους δρόμους και φέρεται εγγεγραμμένος στα μητρώα αρρένων του Δήμου». (ό. π. π. σελ. 43)

Μήπως αυτή η συλλογιστική διαδικασία σημαίνει ταυτόχρονα ότι η ποίηση είναι κι αυτή ένα απλό στοιχείο της καθημερινότητας του ανθρώπου και, συνεπώς, υπόκειται στους νόμους που την διέπουν, στις αλλοιώσεις και τη φθορά στην οποία υπόκειται η ίδια; Ο ποιητής το αποκλείει κατηγορηματικά: «η ποιητική κατάσταση, πρέπει να το επαναλαμβάνει αυτό κανένας όσο κι αν μοιάζει αυτονόητο, είναι μια Τρίτη κατάσταση που δεν υπόκειται στις αντιφάσεις και τις διακρίσεις της καθημερινής ζωής. Είναι μια παρασημαντική που σημειώνεται με λέξεις αλλά ερμηνεύεται μες στην ψυχή με δονήσεις που, οι προεκτάσεις τους φθάνουν πολύ μακριά, κάποτε (και είναι τότε πιο κοντά στον απώτερο στόχο τους) σε κάτι που δεν έχει πια καμιά σχέση με το αρχικό νόημα των λέξεων». (ό. π. π. σελ. 19).
Έτσι η λέξη, που αποτελεί, όπως είναι γνωστό, το δομικό στοιχείο του στίχου και της ποίησης, αποκτάει μία καινούρια υπόσταση, δεν είναι πια ίδια με τον εαυτό της, όπως στον καθημερινό λόγο, όπως την ξέρουμε στην καθημερινή της χρήση δηλαδή, αλλά αποτελεί προέκταση των δονήσεων της ψυχής που φτάνουν ως την ουσία των πραγμάτων. Ο ποιητής βλέπει πράγματα που άλλοι αδυνατούν να δουν κι όταν τους τα πει αδυνατούν, πολλές φορές, να τα προσλάβουν και, συνεπώς, να τα κατανοήσουν.

Ως φυσικό επακόλουθο γεννιέται ξαφνικά το ερώτημα: γιατί γράφουμε; Ποια ανάγκη μας ωθεί σε αυτή μας την ενέργεια; Ο Ελύτης αποκρίνεται με ένα άλλο ερώτημα, στο οποίο δύσκολα μπορεί να απαντήσει κάποιος με βεβαιότητα: «Γιατί κάνουμε ποίηση; Ρωτάω με τον ίδιο τρόπο που θα ρωτούσα: γιατί κάνουμε έρωτα;» (ό. π. π. σελ. 139).

Σε σύγκριση με την ποιητική δημιουργία η πραγματικότητα μειονεκτεί, γιατί η ποίηση μας οδηγεί με ταχύτητα αστραπής στην αυτογνωσία, μπορεί να το κάνει αυτό, ενώ το πράγμα αυτό καθεαυτό δεν μπορεί να γνωρίσει από μόνο του τον εαυτό του, αφού το ίδιο είναι αντικείμενο και ως τέτοιο δεν μπορεί να είναι την ίδια στιγμή και υποκείμενο, γνωστική, με άλλα λόγια, δύναμη, ενέργεια ή αρχή: «Η σελήνη των ηλεκτρονικών εγκεφάλων φοβούμαι ότι θα εξακολουθεί να είναι κατώτερη από τη Σελήνη της Σαπφώς που η αχτίδα της, έτσι καθώς μας σημαδεύει από τα βάθη ενός ελαιώνα της Μυτιλήνης, μας επιτρέπει να βρεθούμε πιο κοντά στον εαυτό μας, σ’ εκείνα που αγαπούμε». (Αιολ. Γραμ. τεύχος 43-44, σελ. 8). Παράλληλα, η αποκάλυψη μέσω της ποίησης αυτής της έκπαγλης ομορφιάς μας οπλίζει το χέρι και, σαν άλλοι Μεγαλέξανδροι, ανοίγουμε δρόμους μέσα στο χάος που έχει δημιουργήσει η αρρυθμία της υπάρχουσας πραγματικότητας. Σε κείμενό του για τον Πικάσσο γράφει σχετικά: «Ξαφνικά ο Πικάσσο προβάλλει αγέρωχος σαν ένας Μέγας Αλέξανδρος. Το πινέλο στο δεξί χέρι του είναι το σπαθί που χτυπάει αλύπητα δεξιά κι αριστερά μέσα στην πραγματικότητα και του ανοίγει το δρόμο να προχωρήσει… Με κάθε τρόπο, με κάθε θυσία, εξόν από την υποταγή, το συμβιβασμό, τη δουλικότητα». (ό. π. π. σελ. 459). Είναι συνάμα η γραφή και μια υπέρτατη πράξη ελευθερίας, με ό,τι συνεπάγεται αυτό και, όπως τονίζει χαρακτηριστικά ο ίδιος σε άλλο σημείο των «Ανοιχτών χαρτιών», η δυναμική αυτή πορεία μέσα στο χάος και την αρρυθμία της πραγματικότητας που μας περιβάλλει απαιτεί αδιαλλαξία, ανεξαρτησία, αντιδουλικότητα (οι λέξεις δικές του): «Εκείνο που πρέπει να γίνεται και να γίνεται αδιάκοπα, ατέρμονα, χωρίς την παραμικρή διάλειψη είναι η αντιδουλικότητα, η αδιαλλαξία, η ανεξαρτησία, η ποίηση είναι το άλλο πρόσωπο της Υπερηφάνειας». (ό. π. π. σελ. 361).

Αποτέλεσμα εικόνας για Οδυσσέας Ελύτης «Ανοιχτά χαρτιά»

Ο ποιητής, λοιπόν, είναι κατηγορηματικός και απόλυτα βέβαιος για όσα γράφει και, φυσικά, και για το σκοπό της τέχνης του. Η ποίηση, με αυτή την αδιαλλαξία που την διακατέχει από τη φύση της, με αυτή την ανυπότακτη, ανυπάκουη θέληση και υπερηφάνεια, μπορεί να προσδώσει η ίδια ένα σκοπό, μια αποστολή ιερή στον εαυτό της. Μια αποστολή που, ξεκινώντας από το γεγονός πως η τέχνη είναι και θεωρείται υπέρβαση της φυσικής πραγματικότητας, μυστική, μεταφυσική παρουσία στο φυσικό, κατευθυντήρια δύναμη και δημιουργία ανεπανάληπτη και μοναδική στο ανθρώπινο, δεν είναι δυνατόν να παραμένει αμέτοχη και απόκοσμη, όταν βλέπει ότι επικρατεί στον κόσμο, φανερά ή κρυφά, η κακία και η απανθρωπιά και οι ανθρώπινες σχέσεις καταρρακώνονται χωρίς άλλο λόγο και οι πράξεις που ακολουθούν τις κατατάσσουν στην κατηγορία σχέσεων που αφορούν κυρίως τον τρόπο που ζουν τα ζώα. Αναγνωρίζεται έτσι και ο κοινωνικός χαρακτήρας της τέχνης: «Αν υπάρχει μια ανθρωπιστική άποψη για την αποστολή της τέχνης, μόνον έτσι, πιστεύω, μπορεί να νοηθεί. Σα μια λειτουργία αόρατη και πανομοιότυπη του μηχανισμού που ονομάζουμε Δικαιοσύνη, και δε μιλώ, φυσικά, για τη δικαιοσύνη των δικαστηρίων, αλλά για την άλλη που συντελείται αργά και το ίδιο επώδυνα μέσα στις διδασκαλίες των μεγάλων ταγών της ανθρωπότητας, μέσα στους πολιτικούς αγώνες για την κοινωνική απελευθέρωση, μέσα στα πιο ψηλά ποιητικά επιτεύγματα». (ό. π. π. σελ. 356).

Έτσι, η δικαιοσύνη, στην πιο καθαρή της μορφή, κατέχει αυτοδικαίως τον πιο υψηλό θρόνο στην ποίηση του Ελύτη, όπως ακριβώς και στη φιλοσοφική σκέψη του Σωκράτη και του Πλάτωνα. Και είναι, οπωσδήποτε, απαραίτητη η υπερτίμηση, ή, καλύτερα, η εξύψωση της δικαιοσύνης στα πιο υψηλά στρώματα των Ιδεών, καθώς και της δύναμης που κατέχει, ή πρέπει να κατέχει, και η ανάβασή της σε αυτά τα ύψη, όπου κατοικούν οι καθαρές μορφές της νόησης, μακριά από την ανθρώπινη χλαλοή και την εμπορική, την οικονομίστικη διάθεση του συρφετού που συνωστίζεται καθημερινά στις αίθουσες των ανθρώπινων δικαστηρίων, για την κάθαρσή της από τις δυνάμεις που τη βαραίνουν και την εκμεταλλεύονται αδιάντροπα και ασύστολα στο απατηλό όνομα μιας κάποιας ανθρωπιάς. Η Δικαιοσύνη δηλαδή στην ποίηση και τον κόσμο του Ελύτη είναι νοητή, ιδέα απλησίαστη από το πλήθος, γεμάτη καθαρότητα και αιγαιοπελαγίτικο φως.

Ας φέρουμε στο νου μας εδώ τον πολύ γνωστό στίχο του από το «Άξιον Εστί»: «Της Δικαιοσύνης Ήλιε νοητέ». Είναι ένας στίχος που θυμίζει έντονα τις επικλήσεις στη Θεότητα των μεγάλων υμνωδών της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας στα χρόνια της Βυζαντινής αυτοκρατορίας. Μήπως όμως έτσι, με αυτό τον τρόπο, η Δικαιοσύνη, ιδέα ακριβή του νοητού κόσμου και μόνον, θεοποιείται, χάνει τη φυσική της δύναμη και ακτινοβολία και παραμένει στο τέλος μία απαθής, φανταστική θεότητα, χωρίς καμία συμμετοχή στα γήινα, χωρίς την απαραίτητη αίσθηση και εποπτεία του αισθητού κόσμου; Μήπως έτσι, οι αφορισμοί του ποιητή για κοινωνικούς αγώνες, για κοινωνική δικαιοσύνη και απελευθέρωση του ανθρώπου παραμένουν τελικά απλοί, φιλοσοφικοί αφορισμοί, κενά γράμματα δηλαδή χωρίς καμία πρακτική εφαρμογή;

Αποτέλεσμα εικόνας για Οδυσσέας Ελύτης

Γράφει σχετικά ο καθηγητής Θεοφ. Γ. Σταύρου: «Ο Ελύτης προσπάθησε μες απ’ την τέχνη του να ισορροπήσει τη φρίκη και την κακία των καιρών μας… Κυνήγησε αυτή την πίστη στην τέχνη του χωρίς συμβιβασμούς, μη επιτρέποντας στις πιέσεις της εποχής του να τον αλλοιώσουν και να τον υποδουλώσουν, γιατί πιστεύει ότι «ο ποιητής είναι η κορυφή του ηθικού και του πραγματικού κόσμου» και αυτά τα ποιητικά επιτεύγματα μαζί με τις πολιτικές συγκρούσεις για την κοινωνική απελευθέρωση θα φέρουν ίσως ένα σπάνιο είδος δικαιοσύνης». (Περ. Αιολ. Γράμ., τεύχος 43-44, σελ. 92). Η πίστη του Σταύρου στις καταλυτικές και δημιουργικές δυνάμεις της ποίησης, της τέχνης γενικότερα, ξεπερνάει, όπως βλέπουμε σε αυτό το σημείο, κι αυτήν ακόμα την πίστη του Ελύτη. Όμως, είναι δυνατόν να επέλθει η αλλαγή με μόνη κινητήρια δύναμη την ποίηση; Ή αλλιώς, η τέχνη μπορεί να έχει τα ίδια ποσοστά συμμετοχής με τις δυνάμεις της πολιτικής και κοινωνικής αλλαγής που οδηγούν και κατευθύνουν με επιτυχία τους πολιτικούς και κοινωνικούς αγώνες για ελευθερία και δικαιοσύνη; Μήπως έτσι υπερτιμάται η πολιτική ισχύς της ποίησης και της προσθέτουμε δυνάμεις, ευθύνες και βάρη που δεν της ανήκουν; Τα ερωτήματα παραμένουν ανοιχτά για ενδεχόμενη μελλοντική συζήτηση, η οποία δεν θα τελειώσει ποτέ. Κάποιοι ομότεχνοι βέβαια έχουν απαντήσει από καιρό πως η ποίηση δεν ανατρέπει καθεστώτα.

Με τις λίγες αυτές γραμμές που διαβάσατε και με αφορμή την οριστική μετάβαση του Οδυσσέα Ελύτη στην αιωνιότητα με τον απρόσμενο θάνατό του, προσπάθησα να συνδέσω μεταξύ τους μερικές σκέψεις του από τα «Ανοιχτά χαρτιά», το βιβλίο στο οποίο έχει συγκεντρώσει πολλά και σημαντικά κείμενά του, κριτικά, αισθητικά, αυτοβιογραφικά και θεωρίας της τέχνης και της ποίησης και να τις σχολιάσω, χωρίς όμως να καταλήξω σε οριστικά και πειστικά συμπεράσματα, αφού κάτι τέτοιο δεν είναι δυνατόν να γίνει με ένα κείμενο τόσο μικρής έκτασης και συνάμα να πω με ειλικρίνεια πως δεν έχω καταλήξει κι ούτε πρόκειται να καταλήξω σε κάποιες βεβαιότητες για τέτοια θέματα που δεν τα έλυσαν ακόμη οι αιώνες. Κι ούτε πρόκειται να τα λύσουν, πιστεύω. Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο θα πρέπει να ιδωθούν ως μία προσπάθεια και μόνο για την ανίχνευση και τον εντοπισμό τους για κάποια μελλοντική συζήτηση, όταν οι καιροί θα είναι προσφορότεροι και όχι ως οριστική λύση κάποιων προβλημάτων ποιητικής που θέλει να θέσει ή να λύση με τον τρόπο του ο Οδυσσέας Ελύτης, ένοικος τώρα του παντοτινού κατά τον στίχο του νεότερού του Τάκη Σινόπουλου.
(Εφημερίδα «Πρωινή» Πύργου, Παρασκευή 22 και Σάββατο 23 Μαρτίου 1996).

The following two tabs change content below.

ΑΝΔΡΕΑΣ ΦΟΥΣΚΑΡΙΝΗΣ

Ο Ανδρέας Φουσκαρίνης σπούδασε Ιστορία και Αρχαιολογία στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας και εργάστηκε για 36 έτη στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές: «Πρελούντιο» (1980), «Συμπληγάδες Πέτρες και άλλα συναφή» (1982), «Περικαλλείς διηγήσεις Χριστοφόρου του Πατζινακίτου» (1983). Επίσης, την «Ανθολογία Ηλείων Λογοτεχνών», 1981 με τη συνεργασία των: Γιώργου Γώτη και Διονύση Κράγκαρη, τη μελέτη : «Η ανολοκλήρωτη κοινωνία του Μεσοπολέμου στο βιβλίο του Δημήτρη Χατζή: Το Τέλος της Μικρής μας Πόλης» (1990), την ποιητική συλλογή «Φρυκτωρίες» (2010) και τον τόμο «Άνθη της Εσπερίας» (1994) που περιλαμβάνει μεταφράσεις ποιημάτων των Έλιοτ, Πάουντ, Πρεβέ, Απολλιναίρ, Πλαθ, Λήβι, Αρχίλοχου του Πάριου και άλλων. Έχει συνεργαστεί στην έκδοση των περιοδικών: «Ανδρέας Καρκαβίτσας» και «Διάλογος» της Μορφωτικής Ένωσης Λεχαινών, «Εκ Παραδρομής» της Πολιτιστικής Εταιρίας «Φράγμα» και «Δροσελή» της Κίνησης των Πολιτών για την Οικολογία και το Περιβάλλον των Λεχαινών

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή