Σφαγή του Κατίν: 22.000 Πολωνοί εκτελέστηκαν από τους Σοβιετικούς το 1940!!!

by Times Newsroom
  • 5 Μαρτίου 1940 – Υπογράφτηκε, από τις σοβιετικές αρχές, το έγγραφο που θα οδηγήσει στην μαζική εκτέλεση 22.000 Πολωνών αξιωματικών, διανοουμένων και πολιτικών κρατουμένων, έγκλημα γνωστό ως σφαγή του Κατίν.

Σφαγή του Κατίν (γερμανικά: Massaker von Katyn, πολωνικά: zbrodnia katyńska, ρωσικά: Катынский расстрел) ονομάζεται το έγκλημα των μαζικών εκτελέσεων χιλιάδων Πολωνών αξιωματικών, αστυνομικών, διανοούμενων, πολιτικών κρατουμένων και αιχμαλώτων πολέμου, που διαπράχθηκε από τη μυστική αστυνομία Λαϊκό Κομισαριάτο Εσωτερικών Υποθέσεων (γνωστότερο από τα αρχικά NKVD ως Νι-Κα-Βε-Ντε) της ΕΣΣΔ κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, και συγκεκριμένα από τις αρχές Απριλίου μέχρι τα τέλη Μαΐου του 1940. Η ΕΣΣΔ ισχυριζόταν επίσημα ότι ο Γκαίμπελς χρησιμοποίησε το γεγονός προπαγανδιστικά. Ο τόπος της σφαγής ανακαλύφθηκε από Γερμανούς κατά την προέλασης τους στην ΕΣΣΔ εφαρμόζοντας την τακτική του κεραυνοβόλου πολέμου.

Σε απόσταση περίπου 500 χιλιομέτρων από τα σύνορα της Πολωνίας, εντός του Ρωσικού εδάφους, παρά το δάσος του Κατίν, που βρίσκεται 6,5 χλμ. από την ομώνυμη πόλη, θανατώθηκαν κατά χιλιάδες, κρατούμενοι από το στρατόπεδο συγκεντρώσεως του Κοζέλσκ. Ομοίως και σε άλλες περιοχές, εκτελέστηκαν κρατούμενοι των στρατοπέδων του Οστασκόφ και του Στάρομπελσκ, καθώς και από φυλακές της δυτικής Λευκορωσίας και δυτικής Ουκρανίας. Το γεγονός της σφαγής επηρέασε βαθιά τις σχέσεις Πολωνίας και Σοβιετικής Ένωσης για αρκετά χρόνια. Εκτιμάται πως ο αριθμός των θυμάτων έφτασε περίπου τις 22.000. Η πρώτη δημόσια αναφορά στο γεγονός της σφαγής του Κατίν έγινε στις 11 Απριλίου του 1943 μετά από ανακοίνωση αρχών της Ναζιστικής Γερμανίας περί της ανακάλυψης ομαδικού τάφου στο Σμολένσκ. Η Σοβιετική Ένωση αρνήθηκε οποιαδήποτε ευθύνη, επιρρίπτοντάς την στη Ναζιστική Γερμανία μέχρι το 1990, όταν επισήμως αναγνώρισε και καταδίκασε το έγκλημα εκ μέρους της NKVD, όπως και μεταγενέστερες προσπάθειες συγκάλυψής του. Το 2008 τα ρωσικά δικαστήρια προχώρησαν σε αποχαρακτηρισμό των σχετικών σοβιετικών αρχείων και το 2010 η Ρωσία αναγνώρισε πως η σφαγή του Κατίν διαπράχθηκε με εντολή του Ιωσήφ Στάλιν και της σοβιετικής ηγεσίας. Το Κομμουνιστικό Κόμμα της Ρωσίας υποστηρίζει και σήμερα πως υπεύθυνη για τη σφαγή είναι η Ναζιστική Γερμανία, ενώ η Ρωσική κυβέρνηση, πέραν της αποδοχής των συμβάντων, απέφυγε να αποδεχτεί τον χαρακτηρισμό της γενοκτονίας ή των εγκλημάτων πολέμου για τα γεγονότα.
Αν και δεν διασώζεται κανένα έγγραφο που να μαρτυρά το κίνητρο του Στάλιν για την απόφαση της μαζικής εκτέλεσης των κρατουμένων, ισχυρή θεωρείται η άποψη μεταξύ Ρώσων και Πολωνών ιστορικών πως την έλαβε, έστω εν μέρει, διότι συνιστούσαν μια ελίτ μελλοντικών ηγετών υπέρ μιας ανεξάρτητης Πολωνίας.
Το Σεπτέμβρη του 1939, σύμφωνα με το Γερμανοσοβιετικό Σύμφωνο μη Επίθεσης που είχαν υπογράψει μόλις τον προηγούμενο μήνα οι Σοβιετικοί με τους Ναζί, σχεδόν ταυτόχρονα εισέβαλαν και οι δύο στην Πολωνία, μοιράζοντας μεταξύ τους τη χώρα στα δύο. Μέσα στα πλαίσια της συνεργασίας οι Σοβιετικοί παρέδωσαν στους Γερμανούς 43.000 Πολωνούς στρατιώτες, γεννημένους στη Δυτική Πολωνία, τους οποίους κρατούσαν αιχμαλώτους. Στις 22 Ιουνίου του 1941 η Γερμανία ξεκίνησε να εισβάλει στα σοβιετικά εδάφη και η συμφωνία συνεργασίας και ουδετερότητας μεταξύ των δύο παραβιάστηκε και προφανώς σταμάτησαν να ισχύουν και τα σύμφωνα οικονομικής και εμπορικής συνεργασίας (1939 και 1940) μέσω των οποίων οι δύο χώρες στήριζαν η μία την άλλη ανταλλάσσοντας σιτηρά, πρώτες ύλες και οπλισμό.

Οι ρίζες της σφαγής του Κατίν, εκτός από τις συνέπειες του Γερμανοσοβιετικού συμφώνου, μπορούν επίσης να αναζητηθούν στην κακή προϊστορία των σχέσεων Πολωνίας-Ρωσίας. Η Ρωσία είχε διαδραματίσει ρόλο στην πολιτική ιστορία της Πολωνίας από τις αρχές του 1700. Η πλειοψηφία των Πολωνών αντιμετώπιζαν τη Ρωσία ως εχθρό, ενώ από την άλλη πλευρά, για τη Ρωσία, οι Πολωνοί συνιστούσαν απειλή για την ασφάλεια της Ρωσικής Αυτοκρατορίας και πολύ αργότερα της Σοβιετικής Ένωσης.

  • Ομαδικές εκτελέσεις

Η απόφαση για την εκτέλεση των Πολωνών αιχμαλώτων πολέμου από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης του Οστασκόφ, Σταρομπέλσκ και του Κοζέλσκ, καθώς και από άλλες φυλακές της δυτικής Λευκορωσίας και δυτικής Ουκρανίας, λήφθηκε ουσιαστικά στις 5 Μαρτίου του 1940, όπως καταγράφεται σε έγγραφο του επικεφαλής της NKVD Λαβρέντι Μπέρια προς τον Στάλιν. Οι μαζικές εκτελέσεις έλαβαν χώρα από τις αρχές Απριλίου μέχρι τα τέλη Μαΐου του 1940. Αρκετές πληροφορίες αντλούνται μέσα από επίσημα έγγραφα για τη μεθοδολογία των εκτελέσεων. Στις σωζόμενες αναφορές της NKVD διαφαίνεται πως οι κρατούμενοι αφήνονταν να πιστεύουν πως θα επέστρεφαν στις οικογένειές τους, προκειμένου να αποφεύγεται οποιαδήποτε αντίσταση. Μετά από τον έλεγχο των κρατουμένων, κατάλογοι με τα ονόματα όσων επρόκειτο να εκτελεστούν στέλνονταν στους επικεφαλής των στρατοπέδων συγκέντρωσης. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η απόφαση εκτέλεσης κάποιου κρατούμενου άλλαζε την τελευταία στιγμή. Δεν εκτελούνταν όσοι επιλέγονταν από τις σοβιετικές μυστικές υπηρεσίες ή κατόπιν αιτήματος της γερμανικής πρεσβείας στη Μόσχα, Γερμανοί και Λεττονοί που δε διέθεταν ενοχοποιητικά στοιχεία, πληροφοριοδότες ή άλλα πρόσωπα που κρίνονταν χρήσιμα.

Οι κρατούμενοι στο Οστασκόφ μεταφέρθηκαν με τρένο στο Καλίνιν. Ο τρόπος εκτέλεσής τους δεν τεκμηριώνεται από έγγραφα της NKVD, ωστόσο αποκαλύφθηκε από τον αυτόπτη μάρτυρα Ντμίτρι Τοκάρεφ, τον Μάρτιο του 1991. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του, οι αιχμάλωτοι χωρίζονταν σε ομάδες των 250 ατόμων και εκτελούνταν βράδυ. Συμμετείχαν περίπου τριάντα μέλη της NKVD, ενώ επικεφαλής των εκτελέσεων ήταν ο Vasili Blokhin. Οι αιχμάλωτοι του Σταρομπέλσκ μεταφέρθηκαν στο Χάρκοβο, επίσης με τρένο. Όπως προκύπτει από επίσημα έγγραφα της NKVD, μέχρι τα τέλη Μαΐου του 1940, αριθμός των κρατουμένων που έφθασαν στο Χάρκοβο έφθασε τις 3.896, ενώ σε άλλη αναφορά υψηλόβαθμου αξιωματούχου (3 Μαρτίου 1959) καταγράφονται 3.820. Οι εκτιμήσεις αυτές διαφέρουν από μεταγενέστερο έλεγχο Πολωνών ερευνητών, οι οποίοι κατέληξαν σε μικρότερο αριθμό, 3.739. Σύμφωνα με τον αυτόπτη μάρτυρα Mitrofan Syromiatnikov, οι εκτελέσεις επιθεωρούνταν από μέλη της NKVD που είχαν σταλεί από τη Μόσχα, όπως και στην περίπτωση του Οστασκόφ. Για τις εκτελέσεις των κρατουμένων στο στρατόπεδο του Κοζέλσκ δεν υπάρχει καμία αυτόπτης μαρτυρία. Οι εκσκαφές εκ μέρους της Γερμανίας που έλαβαν χώρα το 1943 αποκάλυψαν πως περίπου το 20% των θυμάτων είχαν δεμένα πίσω τα χέρια, ενώ ορισμένοι από αυτούς, όσοι πιθανώς προέβαλαν μεγαλύτερη αντίσταση, είχαν επίσης στο στόμα τους ίχνη από πριονίδια. Το σκοινί ήταν περασμένο με τέτοιο τρόπο από το λαιμό των αιχμαλώτων, ώστε το τράβηγμά του να προκαλέσει και τον πνιγμό τους.

  • Η ανακάλυψη των ομαδικών τάφων

Το 1943, η Ναζιστική Γερμανία, κατέχοντας πλέον τα σοβιετικά εδάφη στα οποία είχαν τελεστεί οι μαζικές εκτελέσεις, στην προσπάθειά της να εκμεταλλευτεί πολιτικά το γεγονός, ανακοίνωσε την ανακάλυψη ομαδικών τάφων στο δάσος του Κατίν, ως αποτέλεσμα σοβιετικών εγκλημάτων πολέμου. Η αποκάλυψη αυτή των ευρημάτων οδήγησε στο πάγωμα των διπλωματικών σχέσεων μεταξύ της Μόσχας και της εξόριστης τότε πολωνικής κυβέρνησης στο Λονδίνο.

Σχεδόν αμέσως οι Ναζί σχημάτισαν μια διεθνή δωδεκαμελή επιτροπή από γιατρούς, ιατροδικαστές και εγκληματολόγους με αντιπροσώπους από διαφορετικές ευρωπαϊκές χώρες (όλες σύμμαχες ή κατεχόμενες πλην της Ελβετίας) για να εξετάσει τα πτώματα. Την επιτροπή αποτελούσαν οι Dr. Birkle (Ρουμανία), Dr. Miloslavich (Κροατία), Prof. Palmieri (Ιταλία), Dr. Orsos (Ουγγαρία), Dr. Subik (Σλοβακία), Dr. Marko Antonov Markov (Βουλγαρία), Dr. Hajek (Βοημία και Μοραβία), Prof. Naville (Ελβετία), Dr. Speleers (Βέλγιο), Dr. De Burlett (Ολλανδία), Dr. Tramsen (Δανία) και Dr. Saxen (Φινλανδία).

  • Η αντίδραση της Σοβιετικής Ένωσης

Η Σοβιετική Ένωση έριξε την ευθύνη για τις ομαδικές θανατώσεις στο Ναζιστικό καθεστώς της Γερμανίας. Ειδικότερα η ρωσική εφημερίδα Πράβντα, όργανο του ΠΚΚ (Πανενωσιακό Κομμουνιστικό Κόμμα, όπως ονομαζόταν τότε το κυβερνών κόμμα στη Σοβιετική Ένωση), δημοσίευσε άρθρα στις 19 και 21 Απριλίου το 1943, όπου αναφέρει:

Έχοντας συνείδηση της οργής ολόκληρης της προοδευτικής ανθρωπότητας για τις σφαγές που διέπραξαν σε βάρος ειρηνικών (σ.σ. φιλήσυχων) πολιτών και ιδιαίτερα Εβραίων, οι Γερμανοί, προσπαθούν τώρα να εγείρουν το μίσος ευκολόπιστων ανθρώπων εναντίον των Εβραίων. Γι’ αυτόν τον λόγο εφηύραν μια ολόκληρη συλλογή από “Εβραίους κομισάριους”, οι οποίοι, όπως ισχυρίζονται, συμμετείχαν στη δολοφονία των 10.000 Πολωνών αξιωματικών. Για τόσο έμπειρους παραχαράκτες δεν ήταν και δύσκολο να εφεύρουν ονόματα ανθρώπων, που ποτέ δεν υπήρξαν – Λεβ Ρίμπακ, Αβραάμ Μπορίσοβιτς, Πάουλ Μπροντνίσκι, Χάιμ Φίνμπεργκ. Αυτά τα πρόσωπα δεν υπήρξαν ποτέ, είτε στο “Παράρτημα Σμολένσκ της OGPU” είτε σε κανένα άλλο τμήμα της Νι-Κα-Βε-Ντέ.

  • Αντεπιχειρήματα της Σοβιετικής Ένωσης

Οι Σοβιετικοί βρίσκονταν στο Κατίν μέχρι τον Ιούνιο του 1941 οπότε και άρχισε η επίθεση του Χίτλερ κατά της ΕΣΣΔ. Μόλις η Σοβιετική Ένωση ανακατέλαβε την περιοχή του Κατίν το 1944, συστήθηκε επιτροπή με επικεφαλής τον ακαδημαϊκό Μπουρντένκο για να ερευνήσει το έγκλημα.

Το πόρισμα Μπουρντένκο, όπως ονομάστηκε, τοποθετούσε την ημερομηνία των εκτελέσεων τον Οκτώβριο του 1941, δηλαδή την περίοδο που την περιοχή του Κατίν είχαν καταλάβει οι Ναζί. Η ημερομηνία καθορίστηκε σύμφωνα με έγγραφα της 20ής Οκτωβρίου 1941 που βρήκαν οι ερευνητές της Σοβιετικής Ένωσης πάνω στα πτώματα. Σύμφωνα με το πόρισμα, στους τάφους υπήρχαν κάλυκες από σφαίρες των 7,65mm και αρκετές των 9 mm. Επίσης, σε αυτές των 7,65 mm υπήρχε ο κωδικός Geko. Παράλληλα, σημαντικός αριθμός θυμάτων βρέθηκε με τα χέρια δεμένα με ειδικό είδος σπάγκου. Σύμφωνα με τα στοιχεία αυτά:

Όπλα και σφαίρες των 7,65 mm και των 9 mm εκείνη την περίοδο δεν υπήρχαν στην ΕΣΣΔ. Υπήρχαν στη Γερμανία.

Η συντομογραφία Geko ανήκε στο γερμανικό εργοστάσιο παραγωγής σφαιρών Genshovik.

Το είδος σπάγκου με το οποίο ήταν δεμένα τα θύματα δεν παραγόταν στην ΕΣΣΔ αλλά στη Γερμανία.

Μέλη της δωδεκαμελούς ευρωπαϊκής επιτροπής από ειδικούς, την οποία συνέστησαν οι Γερμανοί για να διερευνήσουν τα ευρήματα στους ομαδικούς τάφους, όπως ο Βούλγαρος ιατροδικαστής Μάρκοφ και ο Τσεχοσλοβάκος καθηγητής Χάγιεκ, ισχυρίζονταν ότι τα πτώματα ήταν, ιατροδικαστικώς, αδύνατο να είχαν θανατωθεί το 1940 και προσδιόριζαν ως χρόνο ταφής τους το χειμώνα του 1941 προς 1942, ενόσω, δηλαδή, η περιοχή βρισκόταν υπό γερμανική κατοχή.

Στο ημερολόγιο του Γκέμπελς, με εγγραφή στις 8 Μαΐου 1943, αναφέρονται τα εξής: «Έδωσα οδηγίες να γίνει η ευρύτερη δυνατή εκμετάλλευση αυτού του προπαγανδιστικού υλικού. Θα μπορέσουμε να επιζήσουμε με αυτό για μια – δυο βδομάδες… δυστυχώς στους τάφους του Κατίν βρέθηκαν γερμανικές σφαίρες… Είναι απαραίτητο αυτή η πληροφορία να παραμείνει άκρως απόρρητη. Αν ποτέ ερχόταν εν γνώσει του εχθρού, η όλη υπόθεση του Κατίν θα κατέρρεε». Και αλλού: «Υπολογίζουμε το ενδεχόμενο να πάμε την αντισοβιετική καμπάνια πολύ μακριά, αλλά αισθανόμαστε ότι δεν πρέπει να χάσουμε την ευκαιρία να αξιοποιήσουμε τη Γενική Συνέλευση (του ΟΗΕ) για έναν τόσο πολύτιμο προπαγανδιστικό σκοπό. Μπορούμε να αναδείξουμε τη σφαγή στο Κατίν…» (Ντοκουμέντα του US Department of State / Foreign Relations of the United States, «Σχέσεις ΗΠΑ – ΟΗΕ», τόμος ΙΙΙ, 1952-1954, σελ. 13). Στις 29 Ιουνίου του 1945, η αμερικανική εφημερίδα New York Times ανέφερε: «Η ιστορία με τους μαζικούς τάφους στο Κατίν, που προκάλεσε το παγκόσμιο αίσθημα πριν δύο χρόνια, ήταν μια προπαγανδιστική παράσταση που έστησαν οι Γκέμπελς και Ρίμπεντροπ, ώστε να προκληθεί ρήγμα μεταξύ της Ρωσίας και των Δυτικών Συμμάχων».

  • Η στάση των Συμμάχων έναντι των Σοβιετικών ισχυρισμών

Αμέσως μετά την απάντηση της Σοβιετικής Ένωσης, οι κυβερνήσεις της Μ. Βρετανίας και των ΗΠΑ υποστήριξαν την εκδοχή της Σοβιετικής Ένωσης. Στη Μ. Βρετανία και στις ΗΠΑ επιβλήθηκε λογοκρισία στα μέσα μαζικής ενημέρωσης και οι Πολωνοί κατηγορήθηκαν για υποστήριξη της εκδοχής των Ναζί. Ωστόσο, και οι δύο κυβερνήσεις είχαν σαφείς ενδείξεις για την ενοχή της Σοβιετικής Ένωσης και πλέον θεωρούνται συνένοχες ως προς τη συγκάλυψη του εγκλήματος.

  • Η στάση των Βρετανών

Η εξόριστη Πολωνική κυβέρνηση στο Λονδίνο πίεζε τη Βρετανική κυβέρνηση να επιρρίψει την ευθύνη στη Σοβιετική Ένωση. Οι Βρετανοί, αν και πίστευαν ότι το Σοβιετικό Καθεστώς ήταν υπεύθυνο, διατηρούσαν αμφιβολίες ότι μπορούσε να είχε διαπράξει ένα έγκλημα τέτοιου μεγέθους. Ταυτόχρονα, ήθελαν να διατηρήσουν τη συμμαχία με τη Σοβιετική Ένωση και να κρατήσουν σε ισορροπία τις σχέσεις Πολωνίας – Σοβιετικής Ένωσης.

Ο Ουίνστον Τσόρτσιλ υποστήριξε τις θέσεις του Ιωσήφ Στάλιν και στις 24 Απριλίου του 1943 τον διαβεβαίωσε ότι θα ήταν κατά οποιασδήποτε έρευνας του Ερυθρού Σταυρού. Ακολούθησε την ίδια στάση με τη Σοβιετική Ένωση, θεωρώντας απάτη τις έρευνες επί γερμανικού εδάφους. Στις 27 Απριλίου έστειλε τηλεγράφημα στον Στάλιν στο οποίο δήλωνε ότι θα επέβαλε πειθαρχία στην Πολωνική κυβέρνηση και θα σταματούσε τις επιθέσεις του Πολωνικού Τύπου στην κυβέρνηση του Σικόρσκι.

Στη δίκη της Νυρεμβέργης το Κατίν αναφέρθηκε μόνο στο κατηγορητήριο. Αναφερόμενος αργότερα στα γεγονότα της δίκης ο Ουίνστον Τσόρτσιλ έγραψε ότι οι νικήτριες δυνάμεις τις οποίες αφορούσε η σφαγή του Κατίν θεώρησαν ότι έπρεπε να αποφύγουν το θέμα και το Κατίν δεν εξετάστηκε ποτέ επιμελώς.

Αυτή η βρετανική στάση διατηρήθηκε για αρκετές δεκαετίες μέχρι την πτώση του Σοβιετικού Καθεστώτος και πλέον θεωρείται από ιστορικούς συγκάλυψη της σφαγής του Κατίν.

  • Νεότερες εξελίξεις

Ενώ η Σοβιετική Ένωση αρνιόταν ανέκαθεν κάθε συσχέτιση με τις μαζικές αυτές εκτελέσεις, το 1990 ανακοίνωσε ότι πράγματι διαπράχθηκαν από τους ίδιους τους Σοβιετικούς και ομολόγησε την όλη προσπάθεια να αποσιωπηθεί η αλήθεια επί πενήντα χρόνια. Έρευνες που πραγματοποιήθηκαν μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης, από τη Ρωσία πλέον, απέδειξαν ότι η ευθύνη βαρύνει εξ ολοκλήρου τη σοβιετική πλευρά. Παρόλα αυτά οι ρωσικές αρχές δεν χαρακτήρισαν το γεγονός ξεκάθαρα ως έγκλημα πολέμου ή γενοκτονία. Έτσι, δεν κινήθηκαν νομικές διαδικασίες κατά τυχόν επιζώντων υπαιτίων, όπως απαίτησε η πολωνική κυβέρνηση. Σύμφωνα με τους απογόνους των θυμάτων, προστάτευσαν τους δράστες με το επιχείρημα πως ήταν πλέον νεκροί.

Αντίγραφα από τα έγγραφα στα οποία στηρίζεται η επίσημη εκδοχή παρουσιάστηκαν επίσημα το 1992 από τον Ρώσο πρόεδρο Μπορίς Γέλτσιν στον Πολωνό ομόλογό του Λεχ Βαλέσα, και είναι τα εξής:

Ένα κείμενο του Μπέρια στο οποίο πρότεινε την εκτέλεση 25.700 Πολωνών και φέρει υπογραφή και του Ιωσήφ Στάλιν.

Ένα απόσπασμα από τη διαταγή του Πολιτικού Γραφείου (Πολίτμπιρο) για την εκτέλεση.

Ένα σημείωμα του επικεφαλής της Κα-Γκε-Μπε, Σελέπιν, προς τον Νικίτα Χρουστσόφ, σχετικά με την εκτέλεση 21.857 Πολωνών και την ανάγκη καταστροφής των σχετικών εγγράφων.

Ο αριθμός των θυμάτων, κατά ρωσική δικαστική απόφαση του 2005, ανήλθε στους 1.803 εκτελεσθέντες, ενώ ο συνολικός αριθμός εκτιμάται γενικά στις 22.000, από τους οποίους οι 8.000 αξιωματικοί. Τα θύματα θανατώθηκαν στο δάσος Κατίν στη Ρωσία, στις φυλακές Καλίνιν (στο Τβερ) και Χάρκοβο και σε διάφορα άλλα μέρη. Οι Πολωνοί αξιωματικοί είχαν αιχμαλωτιστεί κατά τη διάρκεια της σοβιετικής εισβολής στην Πολωνία το 1939, ενώ οι υπόλοιποι, επίσης Πολωνοί υπήκοοι, αιχμαλωτίσθηκαν με τις κατηγορίες ότι υπήρξαν πράκτορες, πολιτοφύλακες, δολιοφθορείς, μεγαλογαιοκτήμονες, εργοστασιάρχες, ιερείς και αξιωματούχοι. Πολλοί από τους αυτούς ήταν εξέχοντα μέλη της εβραϊκής, ουκρανικής, γεωργιανής και λευκορωσικής κοινότητας της Πολωνίας.

Η σφαγή του Κατίν αναφέρεται στην μαζική θανάτωση Πολωνών υπηκόων, που διαπράχθηκε όχι μόνο στο δάσος του Κατίν, αλλά και σε άλλες τοποθεσίες της σοβιετικής επικράτειας, οι οποίες πραγματοποιήθηκαν κάτω από τις διαταγές του Ιωσήφ Στάλιν, βάσει πρότασης του σοβιετικού Υπουργείου Εσωτερικών.

Το 2010, η ρωσική Κάτω Βουλή (Δούμα) εξέδωσε ψήφισμα με το οποίο επιρρίπτει την ευθύνη της διαταγής για τη σφαγή στο Κατίν, στον ίδιο τον Στάλιν και σε άλλους Ρώσους αξιωματούχους. Το ψήφισμα καταψηφίστηκε από την κομμουνιστική μειοψηφία.

ΠΗΓΗ: https://el.wikipedia.org

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή