Σημειώσεις για τον Έζρα Πάουντ και τον Τ.Σ. Έλιοτ

by Times Newsroom 1

WILLIAM COOKSON*

 

Σημειώσεις για τον Έζρα Πάουντ και τον Τ.Σ. Έλιοτ

 

ΤΟ ΝΑ ΑΠΟΠΕΙΡΑΘΕΙ κανείς να γράψει για τη σχέση ανάμεσα σε δυο από τους λαμπρότερους ποιητές που χρησιμοποίησαν την αγγλική γλώσσα στον εικοστό αιώνα, αποτελεί τρομακτικό καθήκον. Τα περισσότερα από όσα θα αναφέρω είναι γεμάτα κενά και υπό αίρεση. Ουσιαστικά, η σχέση υπήρξε τόσο ζωντανή όσο και αυτή ανάμεσα στον Γουέρντσγουερθ και τον Κόλεριτζ, που πριν έναν αιώνα -για να χρησιμοποιήσουμε την έκφραση των Ελιοτ / Μαλαρμέ- αποπειράθηκαν να “εξαγνίσουν τη διάλεκτο της φυλής” και να αναζωογονήσουν την ποιητική παράδοση που είχε ατροφήσει. Όπως κι εκείνοι, ο Πάουντ και ο Έλιοτ αποτελούν ένα παράδειγμα δύο μεγάλων ποιητών με αλληλοσυμπληρούμενα έργα, σε ένα ποσοστό λόγω των παράλληλων ποιητικών ενδιαφερόντων τους και της φιλίας τους, αλλά και λόγω των τεράστιων διαφορών όσον αφορά το ταμπεραμέντο και τα πιστεύω τους.

Το πιο απλό είναι να ξεκινήσουμε από το 1914, όταν πρωτοσυναντήθηκαν ο Πάουντ κι ο Έλιοτ. Εκείνη την εποχή ο Πάουντ είχε απορρίψει τον αρχαϊκό βικτωριανισμό του πρώιμου έργου του, πράγμα που σ’ ένα βαθμό οφειλόταν στη θετική κριτική του Φορντ Μάντοξ Φορντ. Ο Έλιοτ , όπως αναφέρει ο Πάουντ σε ένα γράμμα, αφού διάβασε πρώιμα  ποιήματά του πέτυχε το ίδιο πράγμα μόνος του:

“Είχα πολύ δίκιο για τον Έλιοτ. Έστειλε το καλύτερο ποίημα που έλαβα ή που είδα ποτέ από αμερικάνο… Είναι ο μόνος αμερικάνος που γνωρίζω, που έχει κάνει αυτό που αποκαλώ επαρκή προετοιμασία όσον αφορά το γγράψιμο. Τελικά έχει εκπαιδευτεί και έχει εκσυγχρονιστεί μόνος του… Είναι μεγάλη ανακούφιση να συναντάω κάποιον και να μη χρειάζεται να του πω να πλύνει το πρόσωπό του, να σκουπίσει τα πόδια του και να θυμηθεί την ημερομηνία στο ημερολόγιο (1914)”. (“Επιλογή Επιστολών”, Νο 50).

Το ποίημα στο οποίο αναφέρεται ο Πάουντ είναι το “The Love Song of J. Alfred Prufrock”. Εκανε τεράστιες προσπάθειες να πείσει την Χάριετ Μονρόου, στην οποία απευθυνόταν το γράμμα, να το δεχτεί, και μετά από πολλά καλοπιάσματα, τελικά εκείνη το τύπωσε το καλοκαίρι του 1915. Ο Έλιοτ καταγράφει τι οφείλει στον Πάουντ, την ίδια εποχή, σε ένα δοκίμιό του του 1946: “Χάρη στις πρροσπάθειες του Πάουντ ο πρώτος τόμος μου εκδόθηκε στο Egoist Press το 1917”.

Η αρετή, χαρακτηριστικό των δυο ποιητών εκείνη την περίοδο, που συνέχιζαν να διατηρούν παρά τις κατοπινές διαφορές, συνοψίζεται καλύτερα σε μια φράση του Πάουντ στο πρώτο του δοκίμιο για τον Έλιοτ, το 1917: “δεν υπάρχει ευφυία χωρίς συναίσθημα” (“Λογοτεχνικά Δοκίμια” σελ. 420), που θυμίζει πολύ την αξιομνημόνευτη ρήση του Κόλινγκγουντ, “Η διάνοια διαθέτει τα ιδιαίτερ συναισθήματά της”. Η άλλη πολύ σημαντική σχέση ανάμεσα στον Έλιοτ και τον Πάουντ, τα πρώτα χρόνια μετά την πρώτη συνάντησή τουε, ήταν η βαθιά τους γνώση και ο σεβασμός που έτρεφαν για τη γαλλική ποίηση, ιδιαίτερα για τον Λαφόργκ που συνέχισε να επηρεάζει τον Πάουντ ακόμη και στο τελευταίο μέρος των “Κάντος”, “Προσχέδια κι Αποσπάσματα”: Κι έμαθα περισσότερα από τον Ζυλ [Ζυλ Λαφόργκ] από τότε” (Κάντο CXVI).

Το 1917 ο Έλιοτ κι ο Πάουντ κατέληξαν  στο συμπέρασμα ότι ο ελεύθερος στίχος κινδύνευε να νεκρωθεί τόσο όσο και τα προγενέστερα μέτρα. Όπως αναφέρει και ο Πάουντ σε ένα δοκίμιο από το οποίο παρέθεσα πιο πριν, “…υπάρχει μια αναρχία που καταντάει υπερβολική, όπως υπάρχει και η μονοτονία μιας κακής χρήσης τόσο κουραστικής όσο κι η χαρακτηριστική ατονία του δέκατου όγδοου και του δέκατου ένατου αιώνα” (“Λογοτεχνικά Δοκίμια” σελ. 421). Ο Έλιοτ έμελλε να πει περίπου τα ίδια όταν έγραφε: “Κανένας στίχος δεν είναι ελεύθερος για όποιον θέλει να κάνει καλή δουλειά”. Αυτή η αμοιβαία δυσαρέσκεια με τον εκφυλισμό του ελεύθερου στίχχου οδήγησε στη στενότατη συνεργασία των δυο ποιητών. Ο Πάουντ περιγράφει τι συνέβη σε ένα δοκίμιο για τον Χάρολντ Μονρόου, το οποίο πρωτοεμφανίστηκε το 1932 στο περιοδικό “Κριτήριο” του Έλιοτ (στον οποίο αναφέρεται και στο παρακάτω κομμάτι σαν “διευθυντή”):

Ο διευθυντής σύνταξής μας έδειξε μεγάλο τακτ ή ήταν πολύ τυχερός, όταν έφτασε στο Λονδίνο μια συγκεκριμένη στιγμή έχοντας διαμορφώσει δικό του στυλ. Εκτός αυτού συμμετείχε σε ένα κίνημα που δεν είχε όνομα.

Πράγμα που σημαίνει ότι σε μια συγκεκριμένη στιγμή, μέσα σ’ ένα συγκεκριμέο δωμάτιο, δύο συγγραφείς που δεν έκλεβαν ο ένας τον άλλο, αποφάσισαν πως η κατάσταση με τον ελεύθεο στίχο, τον Αμυγισμό, τον Λη Μασταρισμό, τη γενική πλαδαρότητα είχε προχωρήσει πολύ και πως ήταν ώρα να αρχίσει να κινείται κάποιο άλλο αντι-ρεύμα. Μια παράλληλη κατάσταση επικράτησε στην Κίνα πριν αιώνες. Το αντίδοτο ήταν  το “Émaux et Camées” [του Γκωτιέ] ή το Bay State Hymn Book. Ομοιοκαταληξία και κανονικές στροφές.

Αποτέλεσμα: τα ποιήματα του δεύτερου βιβλίου του Κυρίου Έλιοτ (1920)… Καθώς επίσης και το “Χ.Σ. Μώμπερλυ.”

Μόλις ο Έλιοτ τελείωσε τα “Ποιήματα 1920” και ο Πάουντ το “Χιού Σέλγουιν Μώμπερλυ”, ο Έλιοτ του έδωσε ένα μεγάλο ποίημα που τελικά τιτλοφορήθηκε “Έρημη Χώρα”. Η χήρα του Έλιοτ θεώρησε με επιδεξιότητα και σαφήνεια “ένα αντίγραφο και μια μεταγραφή του πρωτότυπου όπου συμπεριλαμβάνονταν οι σημειώσεις του Ε. Πάουντ (Faber 1971). Ο Έλιοτ στο δοκίμιο του 1946, στο οποίο ήδη αναφέρθηκα, συνόψισε το χρέος του στον Πάουντ εκείνη την εποχή: “Το 1922 του παρουσίασα στο Παρίσι το χειρόγραφο ενός ακατάστατα γραμμένου, χαοτικού ποιήματος που επονομαζόταν “Έρημη Χώρα”, και που στα χέρια του περιορίστηκε στο μισό περίπου, στην τυπωμένη του μορφή. Θα ήθελα να πιστεύω πως το χειρόγραφο με τα απαλειμμένα τμήματα έχει εξαφανιστεί εντελώς: παρόλα αυτά εύχομαι οι ενδείξεις των απαλείψεων να έχουν διατηρηθεί ως αδιάψευστη μαρτυρία της κριτικής ιδιοφυίας του Πάουντ”.

Την ίδια εποχή ετοιμαζόταν το μεγάλο αμερικανικό έπος του Πάουντ, τα “Κάντος”. Παρά το γεγονός ότι ο Έλιοτ δεν αποπειράθηκε ποτέ να κάνει κάτι τόσο φιλόδοξο, αυτό που εμφανίζεται σαν κοινό χαρακτηριστικό της “Έρημης Χώρας”, της κατοπινής ποίησης του Έλιοτ και του έπους του φίλου του, είναι η βαθιά επιρροή του Δάντη, που διαπνέει οτιδήποτε έγραψαν μετά το 1920. Σ’ αυτό το σημείο αξίζει να σημειώσουμε πως το μεγάλο δοκίμιο του Έλιοτ για τον Δάντη (“Επιλογή Δοκιμίων”, σελ. 237-277) οφείλει πολλά στο αρχικό κεφάλαιο του “The Spirit of Romance” (σελ. 118-165), αν και ο Έλιοτ δηλώνει πως εκείνο που τον επηρέασε ήταν οι προφορικές κουβέντες του Πάουντ.

Ο Έλιοτ έγραψε σχετικά με τον Δάντη στο προαναφερόμενο δοκίμιο: “χάσαμε τη συνήθεια να βλέπουμε τα πράγματα με οραματικό τρόπο”. Στις καλύτερες στιγμές της κατοπινής του ποίησης, αυτό το χαμένο είδος εμπειρίας ανακτάται. Μια άλλη ανανέωση της οραματικής εμπειρίας εμφανίζεται στα τελευταία “Κάντος”, ειδικά στο δεύτερο ήμισυ του “Rock Drill”.

Μετά την επεξεργασία της “Έρημης Χώρας” από τον Πάουντ, οι δρόμοι των δυο ποιητών χωρίστηκαν κατά κάποιο τρόπο. Το 1924 ο Πάουντ εγκαταστάθηκε στο Ραπάλλο. Ο Έλιοτ παρέμεινε κυρίως στην Αγγλία, προσηλυτίστηκε στην Αγγλικανική Εκκλησία το 1927, και το Νοέμβρη του ίδιου χρόνου έγινε βρετανός υπήκοος. Παρόλο που θα υπέφερε αργότερα γι’ αυτό, ο Πάουντ δε θέλησε ποτέ να αποποιηθεί την αμερικάνικη υπηκοότητά του. Παρόλους τους διαχωρισμούς ώς προς τον τόπο, τα ενδιαφέροντα και τα πιστεύω, οι δυο ποιητές συνέχιζαν την επαφή τους κυρίως μέσω αλληλογραφίας, ο δε Πάουντ συμμετείχε με τακτικές δημοσιεύσεις στο “Κριτήριο”.

Ο χώρος δεν μας επιτρέπει να υπεισέλθουμε  στις αιτίες και στους λόγους, αλλά οι διαφορές τους αυξήθηκαν και χρονικό τους καταγράφηκε και σε πεζά, σε συλλογές και σε άπαντα· όμως το ακλόνητο ενδιαφέρον των δυο τους για το καλό γράψιμο, τη σωστή λέξη (le mot juste), για τον πολιτισμό και για μια καλύτερη κοινωνία παρέμεινε. Επίσης κάτι άλλο που διατηρήθηκε είναι το χιούμορ που χαρακτηρίζει τις συναλλαγές τους.

Ο Πάουντ διατήρησε μεγαλύτερη δεκτικότητα και περιέργεια. Δεν μπόρεσε ποτέ να εγκλωβιστεί στον κόσμο της Αγγλικανικής Εκκλησίας. Η αναζήτηση της γνώσης στα “Κάντος” είναι ακατάπαυστη, μέχρρι την τελική σιγή όταν δηλώνει σε κάποια συνέντευξη το 1963: “Δεν μπορώ πια να φτάσω στον πυρήνα των σκέψεών μου με τις λέξεις”. Ο συγγραφέας των “Αξιωμάτων” (1921) θα μπορούσε κάλλιστα να κατανοήσει τον προσηλυτισμό του Έλιοτ, και κατά μια έννοια παρέμεινε κι ο ίδιος ένα βαθιά θρησκευόμενο άτομο:

  1. Η εσώτερη ουσία του σύμπαντος δεν έχει την ίδια φύση με τη συνείδησή μας.
  2. Η συνείδησή μας είναι ανίκανη να έχεει δημιουργήσει το σύμπαν.
  3. Άρα, ο Θεεός υφίσταται. Πράγμα που σημαίνει πως δεν υπάρχει λόγος να μη χρησιμοποιούμε τον όρο Θεός αναφορικά με την εσώτερη ουσία.
  4. […]
  5. Έχουμε τέλεια άγνοια σχετικά με την εσώτερη ουσία του σύμπαντος. Δεν έχουμε καμιά απόδειξη ότι αυτός ο Θεός είναι ένας ή πολλοί, αδιάσπαστος ή μη, ή εάν πρόκειται για μια ιεραρχία που κορυφώνεται σε μια ενότητα.
  6. Όχι μόνο είναι ανίκανη η συνείδησή μας να έχει δημιουργήσει το σύμπαν, αλλά είναι και ανίκανη να εξηγήσει πώς υφίστατο ή πώς υφίσταται αυτό το σύμπαν.
  7. Το δόγμα ίναι η Φενάκη βασισμένη στην άγνοια.

(“Επιλογή Πεζών”, σελ. 49)

Αργότερα ο Έλιοτ διερωτήθηκε: “Τι πίστευε ο Κύριος Π;” και ο Πάουντ απάντησε με ένα χιουμοριστικό σημείωμα με τίτλο Credo:

“Ο Κύριος Έλιοτ που συχνά αποδεικνύεται ένας περίφημος ποιητής και που έφθασε στο Ύπατο αξίωμα  των άγγλων κριτικών, μεταμφιεζόμενος κυρίως σε πτώμα, διερωτήθηκε κάποτε σε κάποιο φιλικό άρθρο “τι πιστεύω”.

Δυσπιστώντας απέναντι στην αφηρημένη και γενική ρήση ως μέσο μετάδοσης της σκέψης κάποιου προς άλλους, εδώ και πολλά χρόνια απαντούσα στις ερωτήσεις των ενδιαφερομένων παραπέμποντάς τους στην ανάγνωση του Κομφούκιου και του Οβίδιου…

Ένα τέτοιο υλικό στα χέρα μου σημαίνει πως θα αντικαθιστούσα το άγαλμα της Αφροδίτης στους βράχους της Τερρατσίνα. Θα ανέγειρα ένα ναό της Αρτέμιδας στο Παρκ Λέην. Πιστεύω πως ένα φως από την Ελευσίνα συνέχιζε να καίει σ’ όλη τη διάρκεια του Μεσαίωνα και έδωσε ομορφιά σε ένα τραγούδι της Προβηγκίας και της Ιταλίας.

Πιστεύω πως οι εκ των υστέρων “επιστροφές στο χριστιανισμό” (μαζί με τα διάφορα παρακλάδια του), υπήρξαν κυρίως το gran rifiuto (η μεγάλη άρνηση) και γενικά σημεία κόπωσης.

Δεν περιμένω πως η επιστήμη (τα μαθηματικά, η βιολογία κ.λπ.) θα μας φέρει πίσω στις αβάσιμες υποθέσεις των θεολόγων”.

(“Επιλογή Πεζών”, σελ. 53)

ΣΤΗ ΔΕΚΑΕΤΙΑ του ’20 και του ’30, ο Πάουντ άρχισε να κατέχεται από την έμμονη ιδέα των οικονομικών αιτίων του πολέμου. Ο Έλιοτ ενδιαφέρθηκε και εκείνος κατά κάποιο τρόπο (βλέπε αποκήρυξη της τοκογλυφίας στο The Rock), αλλά διαφώνησε σε άλλες πλευρές των ιδεών του Πάουντ. Οι έμμονες ιδέες του για το χρήμα τον οδήγησαν τελικά στον πολιτικό φανατισμό των ραδιοφωνικών του εκπομπών στο Ράδιο Ρώμη, όμως, παρά τα πολλά λάθη που έκανε εκείνη την εποχή, οι εκπομπές ήταν ουσιαστικά μια σταυροφορία ενάντια στον πόλεμο, και σαν τέτοιο αίτημα, αποτελούν ένα μέτρο σεβασμού. Δεν υπήρξε προδότης.

Τα γράμματα ανάμεσα στους δυο ποιητές συνεχίστηκαν μέχρι που ο πόλεμος έδωσε αναγκαστικά ένα τέλος στην επικοινωνία. Την ίδια εποχή, ο Έλιοτ έγραψε, το μεεγαλύτερό του ίσως ποίημα, το πιο δαντικό, το Little Gidding. Ο Πάουντ επίσης έγραψε ένα σκοτεινό δαντικό Canto (LXXII), στα ιταλικά, μέχρι στιγμής όχι διαδεδομένο ευρέως.

Η επικοινωνία ανάμεσά τους αποκαταστάθηκε σταδιακά μετά τον πόλεμο και ο Έλιοτ επισκέφθηκε τον Πάουντ στο νοσοκομείο της Αγίας Ελισάβετ, όπου παρέμενε σε περιορισμό, όποτε πήγαινε στις ΗΠΑ. Το συγκινητικό είναι ότι παρόλες τις διαφορές τους, ο σεβασμός που έτρεφε ο ένας ποιητής  για τον άλλο, δεν μειώθηκε ποτέ. Το 1946 ο Έλιοτ γράφει, μετά την πρώτη ανάγνωση των Pisan Cantos: “Ο τεχνίτης δεν αστόχησε μέχρι συτή τη στιγμή. Κανείς εν ζωή δεν μπορεί να γράψει κατ’ αυτό τον τρόπο: πόσους μπορούμε να απαριθμήσουμε που μπορούν να γράψουν το μισό απ’ ό,τι αυτός”.

Ο Πάουντ παρευρέθηκε στην επιμνημόσυνη δέηση για τον Έλιοτ στο Αβαείο του Γουεστμίνστερ και λίγο αργότερα έγραψε ένα σύντομο επικήδειο που παραθέτουμε:

Για τον Τ.Σ.Ε.

“Η φωνή του ήταν πραγματικά δαντική. Δεν τιμήθηκε τόσο, του αξίζουν περισσότερα απ’ όσα του έδωσα ποτέ μου.

Ήλπιζα να τον δω στη Βενετία φέτος για τον εορτασμό του Δάντη στο Ίδρυμα Τζόρτζιο Τσίνι, κι αντί γι’ αυτό ήταν το Αβαείο του Γουεστμίνστερ. Αργότερα όμως, στην εστία του, η φλόγα άναψε, η παρουσία βιώθηκε.

Αναμνήσεις, ας αφήσουμε κάποιον που θα γράψει τη διατριβή του να ανακαλύψει αν ήταν το 1920 ή το ’21 όταν πήγα από το Εξιντέιγ να συναντήσω τον Έλιοτ. Μέρες περιπάτου – συζήτησης; λογοτεχνικά; Το φλέγον θέμα τότε ήταν το papier Fayard. Ποιος υπάρχει τώρα για να πω ένα αστείο μαζί του;

Να γράψω για τον ποιητή Τόμας Στερνς Έλιοτ ή για το φίλο μου “τον Possum”; Ας αναπαυθεί εν ειρήνη. το μόνο που μπορώ να επαναλάβω, με την επιτακτικότητα που επιβάλλουν τα περασμένα 50 χρόνια, είναι το εξής: ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΟΝ”.

(“Επιλογή Πεζών”, σελ. 434)

Έγραψε ο Ράνταλ Τζάρελ: “Το να γράφει κανείς καλή ποίηση είναι περιστασιακά μόνο δύσκολο: συνήθως είναι αδύνατυο”. Σήμερα ο Πάουντ και ο Έλιοτ είναι νεκροί, οι χρονικές διαφορές ξεθωριάζουν, η ποίησή τους όμως θα αντέξει όσο συνεχίζει να υπάρχει τέχνη:

Οι άνθρωποι εκεινοι
Και όσοι τους αντιτέθηκαν
Και σ’ όσους αντιτέθηκαν
Αποδέχονται της σιωπής το καταστατικό
Και συμπτύσσοντται στο ίδιο κόμμα.

                                       “Little Gidding”

Οι στίχοι που έγραψε ο Πάουντ στην Πίζα συνταιριάζονται με τη συνάντηση του Έλιοτ με το “σύνθετο φάντασμα” στο παραπάνω ποίημα: “Εφόσον το ενδιαφέρον μας ήταν ο λόγος κι ο λόγος μας παρακίνησε / να εξαγνίσουμε  τη διάλεκτο της φυλής”, οι δυο ποιητές είχαν “… πάρει από τον αέρα μια ζωντανή παράδοση / ή από ένα φίνο αρχαίο μάτι τη φλόγα την ακατανίκητη” (Canto LXXXI).

Μετάφραση: Ιουλία Ραλλίδη

  • Πρώτη δημοσίευση: ΔΙΑΒΑΖΩ. Δεκαπενθήμερη επιθεώρηση του Βιβλίου. Τεύχος 133, 18/12/1985

____________________________________

* Ο William Cookson (8 Μαΐου 1939-22 Ιανουαρίου 2003) ήταν Βρετανός ποιητής, και λογοτεχνικός κριτικός. Εξέδιδε το περιοδικό Agenda από τον Ιανουάριο του 1959.

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή