Somerset Maugham: Ρομάντσα | Διήγημα

by Times Newsroom 1
Share this

Somerset Maugham

Ρομάντσα

ΟΛΗ ΜΕΡΑ ταξίδευα στο ποτάμι που ο Τσαγκ-Τσιέν είχε ταξιδέψει για πολλές μέρες αναζητώντας την πηγή του. Φτάνοντας σε μια πόλη, είδε ένα κορίτσι που ύφαινε κ’ ένα νέο που οδήγαε ένα βόδι κατά το νερό. Ο Τσαγκ-Τσιέν ρώτησε το κορίτσι τ’ όνομα του τόπου και κείνη δίνοντάς του τη σαΐτα της του είπε να τη δείξει στο γυρισμό του στον αστρολόγο Γεν-Τσαν-Πιγκ και θα μάθαινε απ’ αυτόν πώς λεγόταν ο τόπος. Έτσι κι έγινε κι ο αστρολόγος γνώρισε τη σαΐτα του κοριτσιού που ύφαινε και μάλιστα πρόσθεσε ότι την ίδια στιγμή που το κορίτσι έδινε τη σαΐτα στον Τσαγκ-Τσιέν είδε ένα αστέρι να λάμπει ανάμεσα στην υφάντρα και το βοϊδολάτη. Κι έτσι έμαθε από τον αστρολόγο ότι είχε ταξιδέψει στον κόλπο του Γαλαξία.

Εγώ, ωστόσο, δεν είχα ταξιδέψει τόσο μακριά. Όλη μέρα και για εφτά μέρες οι πέντε κουπολάτες μου όρθιοι τραβούσαν κουπί και στ’ αυτιά μου κουδούνιζε ο μονότονος ήχος των κουπιών που έτριζαν μες στην ξύλινη σκαρμοφωλιά. Πότε-πότε φτάναμε σε ρηχονέρια και τότε κάποιο χτύπημα, ένα τράνταγμα μας ξάφνιαζε, καθώς το καΐκι σέρνονταν ξυστά στα χαλίκια της ακροποταμιάς. Δυο-τρεις από τους κουπολάτες ανασήκωναν τα πανταλόνια τους και βουτώντας στο νερό έβγαιναν στη στεριά και με ξεφωνητά σέρνανε στη ρηχιά το καΐκι με τη φαρδιά καρίνα. Κάπου-κάπου, απαντούσαμε ένα καταρράχτη όχι και τόσο ορμητικό, αν τον συγκρίνουμε με τους ανταριασμένους καταρράχτες του Γιαγκτσί, μα ωστόσο αρκετά πλούσιο για να μας κάνει να φωνάξουμε τους ρεμουλκαδόρους να τραβήξουν τις τζόγκες που ανηφόριζαν το ρέμα. Κι εμείς όπως κατηφορίζαμε περνούσαμε ανάμεσό τους με ξεφωνητά και ξεσκίζοντας τ’ αφρισμένα κύματα φτάναμε σε γαλήνια νερά.

Τώρα είχε νυχτώσει, κι όπως ο καΐκι είχε ποντίσει κατά το σούρουπο, το πλήρωμα είχεν αποκοιμηθεί στις μπράντες που είχαν στηθεί στην πλώρη η μια δίπλα στην άλλη. Εγώ τότε ανακάθισα στο στρώμα μου,, στη φτωχική καμπίνα μου που ήταν φτιαγμένη από ψαθί μπαμπού απλωμένο πάνω από τρεις ξύλινες άρκες και μια πλευρά χτισμένη με σανίδια, τόσο άσχημα ταιριασμένα, που ο παγερός αγέρας έμπαινε από τις χαραμάδες. Στην άλλη άκρη του καϊκιού ήταν το πλήρωμα – όμορφα γερά παλικάρια που τραβούσαν κουπί ολημερίς κι όταν πλάγιαζαν το βράδυ πλάγιαζε σιμά τους κι ο τιμονιέρης, που απ’ την αυγή ώς το σούρουπο καθόταν δίπλα σ’ ένα μακρύ κουπί, που ήταν το πηδάλι του. Τα έπιπλα της καμπίνας μου ήταν το κρεβάτι μου, ένα ανάβαθο δοχείο που μέσα σ’ αυτό έκαιγαν ξυλοκάρβουνα – γιατί έκανε παγωνιά – ένα κοφίνι με ρούχα που χρησίμευε και για τραπέζι κι ακόμα ένα φανάρι καταιγίδας που κρεμόταν από μιαν άρκα και λικνιζόταν απαλά με την κίνηση του νερού.

Η καμπίνα ήταν τόσο χαμηλοτάβανη, ώστε εγώ, που δεν είμαι ψηλός – κι αυτό μου θυμίζει μια παρατήρηση του Μπέικον αρκετά παρήγορη: ότι οι πολύ ψηλοί είναι σαν τα ψηλά σπίτια που το τελευταίο πάτωμα είναι το λιγότερο επιπλωμένο – με δυσκολία μπορούσα να στέκω όρθιος.

Ξάφνου στη γαλήνη της νύχτας ένας από τους κοιμισμένους άρχισε να ροχαλίζει δυνατά. Δυο-τρεις ξύπνησαν: ένα σούσουρο από κουβέντες ακούστηκε για λίγο, μα σχεδόν αμέσως σταμάτησε γιατί εκείνος που ροχάλιζε ησύχασε κι όλα ξανά βυθίστηκαν στη γαλήνη. Τότε ξαφνικά ένιωσα ένα αίσθημα ότι η ρομάντσα που ζητούσα ήταν εκεί μπρος μου. Η ρομάντσα μ’ άγγιζε, με κοιτούσε. Αυτό το αίσθημα ήταν κάπως περίεργο, σαν τη μαγεία της τέχνης, αλλά δεν μπορούσα με λόγια να εκφράσω τι ήταν εκείνο που μου έδινε αυτή την ξεχωριστή συγκίνηση.

Πολλές φορές στη ζωή μου βρέθηκα σε παρόμοια ψυχική κατάσταση κι αν είχα διαβάσει σ’ ένα βιβλίο κάτι το σχετικό θα το έλεγα ρομαντισμό. Μα όταν ξαναφέρνω στη σκέψη μου τέτοια περιστατικά, η ιδέα που έχω για τον ρομαντισμό, με κάνει τα βλέπω ολότελα συνηθισμένα. Μονάχα με κάποια προσπάθεια της φαντασίας, βάζοντας τον εαυτό μου να παίξει το ρόλο του σε τέτοια περιστατικά, τα προικίζω με το σπάνιο λουλούδι του ρομαντισμού. Όταν π.χ. χόρεψα κάποτε με μιαν ηθοποιό που η γοητεία και το πνεύμα της την είχαν κάνει είδωλο της χώρας μου ή όταν περιδιάβαζα στις αίθουσες ενός μεγάλου οίκου που συγκεντρωνόταν το άνθος της αριστοκρατίας και του πνεύματος του Λονδίνου, μπόρεσα πολύ αργότερα να πιστέψω ότι, ίσως εκεί, αν και με κάποια νοοτροπία ιουδαϊκή, υπήρχε ρομαντισμός.

Άλλη μια φορά που ταξίδευα όλη νύχτα μ’ ολόγεμο φεγγάρι σ’ ένα κοραλένιο νησί του Ειρηνικού, η ομορφιά του σκηνικού μου έδωσε συνειδητά την ευτυχία.Όμως πέρασε πολύς καιρός για να μου δημιουργηθεί η ευχάριστη εντύπωση ότι η ρομάντσα κι εγώ είχαμε σμίξει τα χέρια. Την άκουσα πάλι να παίζει τις φτερούγες της όταν κάποτε καθισμένος γύρω από το τραπέζι, στον κοιτώνα ενός ξενοδοχείου στη Ν. Υόρκη, με πέντε-έξι φίλους κάναμε σχέδια ν’ αναστηλώσουμε ένα αρχαίο βασίλειο που για έναν ολάκερο αιώνα τα σφάλματά του έδιναν έμπνευση στον ποιητή και τον πατριώτη. Όμως κατάλαβα αργότερα πως αυτό που είχα αιστανθεί ήταν μονάχα μια εξαιρετική διασκέδαση να μπλεχτώ σε υποθέσεις που ήταν τόσο άσχετες προς την κλίση μου.

Η αυθεντική συγκίνηση του ρομαντισμού μ’ άρπαξε σε περιστατικά, που θα μπορούσε κανείς να τα νομίσει ελάχιστα ρομαντικά, και θυμάμαι μια τέτοια συγκίνηση ένα βράδυ που έπαιζα χαρτιά σε μιαν έπαυλη στις βρετανικές ακτές. Στο γειτονικό δωμάτιο ένας γερο-ψαράς κοίτονταν νεκρός. Η θύελλα μάνιαζε έξω και φαινόταν ταιριαστό να συνοδεύουν το ξόδι ενός μαχητή της θάλασσας οι άγριες κραυγές του αγέρα που ούρλιαζε βροντώντας τα ολόκλειστα παράθυρα. Τα κύματα χτυπούσαν με λύσσα του ξεσκισμένους βράχους. Τότε ένιωσα ένα ξαφνικό αναγάλλιασμα, γιατί ήξερα ότι ο ρομαντισμός ήταν εκεί.

Και τώρα που η ίδια αγαλλίαση με κρατούσε, η ρομάντσα ξανά φανερώθηκε μπρος μου με σάρκα και οστά. Ωστόσο, ξαφνιάστηκα τόσο πολύ, που δεν μπορούσα να πω αν είχε γλιστρήσει ανάμεσα στους ίσκιους που έριχνε η λάμπα στο μπαμπού ψαθί ή ήταν σκορπισμένη κάτω στο ποτάμι που το έβλεπα από το άνοιγμα της καμπίνας μου. Περίεργος να μάθω ποια ήταν τα στοιχεία που συνθέτανε την ανείπωτη ευτυχία αυτής της στιγμής, προχώρησα στην πρύμνη του καϊκιού. Μισή ντουζίνα τζόγκες είχαν φουντάρει στο ανέβασμα του ποταμού με ορθόστητα κατάρτια και σιγή βασίλευε σ’ αυτές. Το πλήρωμα κοιμόταν βαθιά. Η νύχτα δεν ήταν σκοτεινή, γιατί αν και το φεγγάρι ήταν σκεπασμένο με σύννεφα, όμως ήταν σε γέμιση κι έτσι το ποτάμι, σ’ αυτό το θαμπό φως, φάνταζε στοιχειωμένο. Μια αραχνένια πάχνη θόλωνε τα νερά στον όχτο πέρα. Ήταν γοητευτικό το θέαμα, μα όχι ασυνήθιστο. Αυτό που ζητούσα δεν ήταν εκεί. Γύρισα την πλάτη μου κι απομακρύνθηκα. Όταν γύρισα στην καμπίνα μου η μαγεία είχε σβήσει, κι εγώ, αλίμονο, ήμουνα σαν τον άνθρωπο που σκίζει κομμάτια μια πεταλούδα για ν’ ανακαλύψει πού βρίσκεται η ομορφιά της. Κι όμως, σαν τον Μωυσή, που κατεβαίνοντας το όρος Σινά, είχε κρατήσει στο πρόσωπό του μια λάμψη από τη συνομιλία του με τον βασιλιά του Ισραήλ, όμοια κι η μικρή μου καμπίνα,το δοχείο με τα ξυλοκάρβουνα, το φανάρι, το κρεβάτι μου κρατούσαν κάτι από τη συγκίνηση, που για μια στιγμή ένιωσα. Δεν μπορούσα πια να τα δω με αδιαφορία, γιατί για μια στιγμή τα είχα δει τυλιγμένα σε μαγικό φως.

Μετάφραση: Μερόπη Οικονόμου

  • Πρώτη δημοσίευση: ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ. Έτος Μ΄, τόμος 79ος, τεύχος 929, 15 Μαρτίου 1966.

Ποιους φοβάται ο Σόμερσετ Μομ;

Ο Γουίλιαμ Σώμερσετ Μωμ (William Somerset Maugham, 1874-1965), άγγλος συγγραφέας από τους δημοφιλέστερους και πιο καλοπληρωμένους της δεκαετίας του 1930, γνώρισε μεγάλη επιτυχία με τα θεατρικά του έργα και έγινε πασίγνωστος για τα διηγήματά του. Γεννήθηκε στο Παρίσι. Έχασε τους γονείς του σε ηλικία δέκα ετών και μεγάλωσε με έναν συναισθηματικά απόμακρο θείο. Η εμπορική επιτυχία της πρώτης του νουβέλας “Η Λίζα του Λάμπεθ”, που εκδόθηκε το 1897, τον ώθησε να ασχοληθεί αποκλειστικά με τη συγγραφή. Κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο υπηρέτησε στον Ερυθρό Σταυρό και αργότερα στη Βρετανική Μυστική Υπηρεσία Πληροφοριών. Ταξίδεψε πολύ, μεταξύ άλλων στην Ινδία και στη Νοτιοανατολική Ασία. Τα ταξίδια του εμπλούτισαν τα διηγήματά του και τα μυθιστορήματά του, αλλά και τα καθαρά ταξιδιωτικά του έργα.
Από τα μυθιστορήματα, τα σημαντικότερα είναι η “Ανθρώπινη δουλεία” (1945), το “Φεγγάρι και οι έξι πένες” (1919) και η “Κόψη του ξυραφιού” (1945). Από τα διηγήματά του ξεχωρίζουν αυτά που αναφέρονται στη ζωή των Δυτικών, κυρίως Βρετανών, αποικιοκρατών στην Άπω Ανατολή. Η “Βροχή”, τα “Χνάρια στη ζούγκλα”, ο “Απομακρυσμένος σταθμός”, από τα καλύτερα του είδους τους, εκφράζουν το συναισθηματικό φορτίο των ηρώων τους εξαιτίας της απομόνωσής τους. Ο Μωμ έγραψε σε μια περίοδο κατά την οποία η μοντερνιστική γραφή του William Faulkner, του Thomas Mann, του James Joyce και της Virginia Woolf κέρδιζε συνεχώς έδαφος και υποστηρικτές. Για αυτόν το λόγο τού ασκήθηκε κριτική για το απλό πεζογραφικό του ύφος. Ωστόσο, η μεγάλη απήχηση του έργου του τον καθιστά χαρισματικό και, κατά τούς Times, τον “μοναδικό συγγραφέα της γενιάς του που χάρισε καταξίωση και λάμψη στην αγγλική λογοτεχνία”. Πέθανε στη Νίκαια της Νότιας Γαλλίας το 1965.

Share this

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή