Σπύρος Πλασκοβίτης: “Εξομολογητής” | Διήγημα

by Times Newsroom 1

ΣΠΥΡΟΣ ΠΛΑΣΚΟΒΙΤΗΣ

Εξομολογητής

ΤΟΝ ΚΑΙΡΟ που ήμουν ακόμα πολύ νέος, πολύ αδέξιος με τη ζωή και με τον έρωτα της γυναίκας, κι όλες οι μυτερές γωνιές τούτου του κόσμου τρυπούσανε τον κύκλο της ψυχής, για να ’ρθουν να καρφωθούν στο κέντρο της, η ψυχή μου γύρευε από μοναχή της έναν εξομολογητή.

Νομίζω θα κόντευε φθινόπωρο. Μέρες γλυκές κι αθόρυβες, χωρίς ανέμους, μόνο με περισσότερους ίσκιους που σέρνονταν επίμονα στα χώματα και στους τοίχους των σπιτιών.

Έπιασα τότε να περπατώ, ώρες, έξω απ’ την πόλη. Περνούσα νιόσκαφτα χωράφια, που μου φαίνονταν καφετιά και κόκκινα, μα, πιο μακριά, τα ’βλεπα πάλι να βουλιάζουν στο γαλανό φως της Πεντέλης. Σκάλιζα εδώ κι εκεί τις φλούδες απ’ τα πευκόδεντρα, για να χαράξω τ’ όνομα μιας άτυχης αγάπης μου ή και για να οσμιστώ την αψιά μυρωδιά της φλούδας. Κι άλλοτε πάλι τριγύριζα στα ξωκλήσια, ψάχνοντας για παλιές, αγιασμένες απ’ την προσκύνηση εικόνες, παντού γυρεύοντας έτσι μια καινούργια αίσθηση, μια κρυμμένη υπόσχεση, που έλεγα τάχα πως με περίμενε και θα μου φανερωνόταν κάποια στιγμή στα μάτια, σαν ξαφνικό και γρήγορο ξεγύμνωμα κοριτσιού!

Απελπιζόμουν… Οι άνθρωποι τα είχαν όλα πολύ κοιτάξει, πολύ τα είχαν αγγίξει με τα χέρια τους. Υπήρχε απάνω τους, βαθιά χαραγμένη, η ιστορία της φθοράς. Μα όταν κάποτε κατέβηκα στη θάλασσα, κι εκεί –δεν ξέρω πώς– βρέθηκα μπερδεμένος σε μια απ’ τις φάμπρικες του λιμανιού, με τις ψηλές της καμινάδες που κάπνιζαν, έγινε τούτη η σωτήρια γνωριμία μου με τον άνθρωπο του δυνατού Θεού.

Ένας γέρος ήταν, πρωτομάστορας παλιός της φάμπρικας που επιστάτευε χρόνια στο χύσιμο του μαντεμιού και στο μοντελάρισμα – δουλειά δύσκολη και μ’ ευθύνη, η πιο δύσκολη δουλειά! Τον είχαν όλοι τους για τούτο σε μεγάλο σέβας, κι η “Διεύθυνση” του ’χε δοσμένο ένα σπιτάκι, παράπηγμα της φάμπρικας, να κάθεται. Και, λοιπόν, τα Σαββατόβραδα, εκείνος καθόταν μπροστά στα σκαλοπάτια του σπιτιού και δεν έπινε, μηδέ ήξερε να καπνίζει, μόνο τον χαιρετούσανε, με τα σκουφιά τους οι εργάτες κι αυτός τους αντιχαιρετούσε και κατόπι τους ακολούθαγε το μάτι του ίσαμε που στρίβανε απ’ τη μεγάλη σιδερόπορτα, πιασμένοι απ’ τους ώμους, παρέες-παρέες με τα σακάκια τους ριχτά.

Υστερότερα, πολλές φορές μας βρήκε το Σαββατόβραδο εκειδά μπροστά στα σκαλάκια. Είχε την τέχνη της σιωπής. Δεν κατηγορούσε τ’ ανθρώπινα, καθώς τυχαίνει με τους γέρους. Μόνο, σαν έπιανε σκοτάδι, μυρισμένο καπνιά και θάλασσα, σηκωνόταν ήσυχα κι άναβε μιαν ασετυλίνη, που την ακουμπούσε σ’ ένα ψηλό πεζουλάκι για να φέγγει. Ο όγκος του γεροδεμένου κορμιού του ξεχώριζε τότε πιο κρουστός μέσα στην ντρίλινη φόρμα και τα χοντρά του μυσίδια μοιάζανε σαν χάλκινα. Σαν να ήταν, στ’ αλήθεια, ολάκερος από χαλκό στημένος, εκεί στην είσοδο του εργοστάσιου – κάτι που ένας καλλιτέχνης θα το επίγραφε “Φρουρός” ή “Διανοούμενος” ή κάτι τέτοιο…

Του άρεσε ωστόσο, πότε-πότε, να ξηγά την τέχνη του, να στέκει στη μέση της κουβέντας να συλλογιέται, κατόπι πάλι να ξηγά. Εξηνταπεντάρης πια κι απάνω, μα το πρόσωπό του πολύ μικρό, ρουφηγμένο, λες, από μιαν εσώψυχη φωτιά, όχι καθόλου βασανιστική, παρά τέτοια που την ανάβεις στο τζάκι σου βραδιάζοντας, μ’ όλα τα περιττά και τ’ άχρηστα της αυλής σου, για να ζεστάνεις τις δυο σου παλάμες.

Αναπαυόμουν, όσο να ήταν, κοντά του. Και μόνο με το να κάθομαι πλάι στο μαντεμένιο του κορμί, μάθαινα έξαφνα να ξεχνώ τον εαυτό μου, που ασυναίσθητα μίκραινε έτσι κι εξασθενούσε τόσο, ώστε μου γινόταν λιγότερο ενοχλητικός. Μια μέρα, κοιτάζοντας πάλι τους εργάτες στην ώρα της σκόλης, ενώ φρεσκοπλυμένοι χαχανίζανε, πετούσανε αναμεταξύ τους πειράγματα και κυνηγιόντουσαν, σαν τα μικρά παιδιά…

– Βλέπεις; μου λέει. Συχνά θα τους ακούσεις να γκρινιάζουνε και να βλαστημάνε, να τα ’χουν με τη “Διεύθυνση” και με την τύχη τους. Δε βαριέσαι! Γι’ αλλού δεν κάνουν μήτε τσακιστή πεντάρα! Μετάξια να τους ντύνεις και να τους καθίζεις σε πολυθρόνες, του λόγου τους, σε δυο βδομάδες, θα ’χουνε σκάσει απ’ το κακό τους…

Γέλασε λίγο. Εξηγούσε πως το μοντελάρισμα, το χύσιμο, δηλαδή, του λιωμένου ατσαλιού και του σίδερου στα καλούπια, εχτός που χρειάζεται καρδιά, χρειάζεται και φινέτσα μεγάλη, μάτι να πιάνει σωστά τα μέτρα, ίσαμε το χιλιοστό, και χέρι ’πιδέξιο. Έναν καιρό –ήταν ακόμα παιδί αμούστακο– όλα τα κακά, λέει, του κόσμου έρχονταν και φώλιαζαν στην καρδιά του: Και το κρασί, κι οι γυναίκες, κι ο προσβλητικός ο λόγος, κι η σφίξη για τα λεφτά. Κι όπως, καμιά φορά, τυχαίνει και κολλάει σκουριά απ’ το καμίνι μέσα στο καθαρό σίδερο, και τότε το σίδερο τσακίζει σαν το ψωμί, έτσι έσπαζε μέσα του κι η νιότη με το πρώτο βρόντηγμα! Κάποτε –πώς του κατέβηκε;– πιάνει τη “βαριά” κι αρχινά να πελεκά με δαύτη τα παλιοσιδερικά τής φάμπρικας. Τα πελεκούσε ώρες. Σκοινιάσανε τέλος τα μπράτσα του, κολλήσαν τα πετσιά των χεριών του πάνω στο γυαλιστερό χοντρόσφυρο, θόλωσε η ματιά του και δεν έβλεπε, τ’ αυτιά του θα κουφάθηκαν και δεν άκουσαν την ψιλή σφυρίχτρα του μεσημεριού. Πελεκούσε ολοένα, πελεκούσε… Ώσπου φαίνεται θα σταμάτησε κι η καρδιά του. Τον σηκώσανε τότε από χάμου μισόγυμνο, όλον πασαλειμμένο μ’ ένα πηχτό ιδρώτα, σαν βρώμικο λίπος, κι οι παλάμες του είχαν για τρεις βδομάδες πληγές. Είπαν: “Τρελάθηκε! Θα σκότωνε, σίγουρα, όποιον έκανε να του βγει μπροστά. Τον αφήσαμε, αλλιώς δε γινόταν…”. Μα όχι, ήταν μονάχα δεκαοχτώ χρονώ, ήθελε να βγάλει το γινάτι του με τη ζωή.

Η κουβέντα κόπηκε εδώ απότομα. Κάτι κόκκινα και γκρίζα κουρέλια αργοσέρνονταν τούτη την ώρα στη χλωμάδα τ’ απομεσήμερου ουρανού, ανάμεσα απ’ τις καμινάδες. Τράβηξα προς την αποβάθρα. Οι σταματημένες μηχανές των καϊκιών βρωμούσαν πετρόλαδο. Άρμη και μουχλιασμένο αλεύρι από κάτι άδεια τσουβάλια, που βρίσκονταν παρακάτω ποστιασμένα σωρός, σε χτυπούσε στα ρουθούνια. Η αποβάθρα έπηζε από χοντροφτιαγμένα και πρόστυχα κομμάτια ύλης, που τα χρειαζόταν ή τα παράριχνε ο ανθρώπινος μόχθος. Σκοτείνιαζε γρήγορα. Και, καταμεσής τους, μου φαινόταν τάχα πως άσθμαινε ένα ξεγύμνωτο, νεανικό κορμί, πασαλειμμένο με πηχρό σαν λίπος ιδρώτα.
Πέρασαν μέρες ώσπου να ξαναπάω στο μαστρο-Κυριακό. Την άλλη φορά ήταν πάνω στην αλλαγή της βάρδιας. Όμορφη μέρα, που το φως της χτυπιόταν στον αέρα και σπίθιζε, και το μοναχό πια καταφύγιο για τους κυνηγημένους ίσκιους βρισκόταν μέσα σε τούτα τα πελώρια, τσιμεντένια χτήρια της φάμπρικας. Με δέχτηκε ανασκουμπωμένος, έτοιμος να τραβήξει για τα καμίνια. Τα μάτια του δεν είχαν σκέψη, παρά ένα κρύο χρώμα άγουρης ελιάς. Έβλεπα, στ’ αλήθεια, πως είχε φορέσει σήμερα διαφορετικά μάτια, κι αυτό αργότερα το ξαναθυμήθηκα.

– Αν γουστάρεις τα καμίνια, είπε, ανέβα στην κάμαρή μου. Έχω ακόμα μια φόρμα. Πέταξε τα ρούχα σου και φόρεσέ την, μπορείς να ζεσταθείς κομμάτι…

Τούτη την κουβέντα την είπε, μες στην αγαθοσύνη του, λιγάκι ειρωνικά. Κι ωστόσο στάθηκε να με περιμένει – το βάρος του κορμιού του ριγμένο στο ένα πόδι, τα χέρια στις τσέπες της φόρμας, ενώ το τσούρμο της βάρδιας συναζόταν.

– Κάμποσα χρόνια πριν, τέτοιες δουλειές δεν τις ήξερε ο Πειραιάς, πρόσθεσε την ώρα ίσα-ίσα που σκύβοντας περνούσαμε απ’ τις χαμηλές λαγουμόπορτες για το μέρος που βρίσκονταν τα χωνευτήρια.

Ένας βυσσινής ήλιος, η πρώτη αυγή του κόσμου, φωτοβολούσε κιόλας δω μέσα! Πιάσανε γρήγορα τα πόστα τους, τριγυριστά. Πίσω απ’ τα τζαμιλίκια των καμινιών, οι μεγάλοι σωροί το κάρβουνο –σβόλοι, αρχιτεκτονημένοι απ’ την πυράκτωση κι απ’ το ίδιο τους το βάρος, σε μια θαυμαστή ισορροπία– χώνευαν βαθμιαία, αυξάνοντας ολοένα τη στιλπνότητα και την καθαρότητα της φωτιάς τους, που από βυσσινιά σε κάμποση ώρα παράλλαξε πορτοκαλιά κι ύστερα γίνηκε ασπρογάλαζη, όπως τα πολύεδρα διαμάντια αντίκρυ στις αχτίδες του ήλιου. Κι άρχισε έτσι τότε να στάζει κανονικά το λιωμένο μαντέμι ανάμεσα απ’ τους σβόλους το κάρβουνο – ίδια χοντρή, δισταχτική βροχή.

Ο μαστρο-Κυριακός παρατηρούσε προσεχτικά το στάξιμο, κοντεύοντας πότε-πότε το μικρό του πρόσωπο στα τζαμιλίκια. Έκαμε μια χειρονομία κι οι άλλοι πιάσανε τους κάδους… Τραβήχτηκε ο πρώτος κάδος, ο δεύτερος, κατόπι ο τρίτος, σε διαστήματα που κανόνιζε αυτός. Ακολούθησαν ώρες αδιάκοπης και σιωπηλής δουλειάς, ενώ στο βάθος των κάδων έβλεπες να σπαρταράει, όμοια φρεσκοαγκιστρωμένο ψάρι με χιλιάδες λέπια, το αναλιωτό μέταλλο, που τα ιδρωμένα, γυαλιστερά κορμιά και τα κόκκινα απ’ την ανταύγεια του μετάλλου μπράτσα το άδειαζαν κατόπι στα χωματένια καλούπια, με μιαν ένταση και μια ισορροπία πάνω στην προσπάθειά τους υπολογισμένη, θα ’λεγες, ίσαμε το ελάχιστο. Με τα σωστά του, κανενός ο νους δε θα χωρούσε να τους λογαριάσει τούτους δω τώρα για εργάτες μεροκαματιάρηδες, για μέτρια σουλούπια –να περπατάνε στους δρόμους και στις λασπερές γειτονιές του Πειραιά– έτσι θα τους αντίκριζε μέσα στη φωτοβολή κι έβλεπε πως τρεμούλιαζε το πετσί τους απ’ την αντρίκεια χαρά ότι στα δικά τους αχνάρια κυλούσε το πυρό μέταλλο, το ’χαν μπρος τους, ένα πράμα πιασμένο, άβουλο, μπορούσαν να το μαλάζουν με τις ατσαλένιες τσιμπίδες τους, δοκιμάζοντας το πήξιμο και την αντίστασή του.

Κι ωστόσο, οι άκρες των ματιών τους πηγαινόρχονταν πάντα κατά το μαστρο-Κυριακό. Παρακολουθούσαν προπάντων τα χέρια του, γιατί τους οδηγούσε με τα χέρια, επειδή τα μάτια του βρίσκονταν αδιάκοπα στα τζαμιλίκια υπολογίζοντας το στάξιμο της σιδερένιας βροχής, την ένταση

και το χρώμα που έπρεπε να διατηρεί η φωτιά. Αλλ’ ούτε κι ο γερο-πρωτομάστορας μου φαινόταν πια ο γνώριμός μου, εκείνο το αλλοτινό άγαλμα σιγά στη σιδερόπορτα του εργοστάσιου, που ένας καλλιτέχνης θα το επίγραφε “Φρουρός” ή ο “Διανοούμενος”. Όχι! Μόνο έμοιαζε ξαφνικά ένας νέος άντρας πάνω στην ερωτική πράξη, και, πιο ύστερα, όταν βάρεσε κάποτε η σφυρίχτρα της σκόλης, πάλι νέος άντρας μου φάνηκε, γλυκά αποκαμωμένος…

Το καταλάβαινα καλά τώρα για ποιο λόγο τριγύριζα από καιρό κοντά του, καθώς οι αμαρτωλές ψυχές του παλιού καιρού τριγυρίζανε τον πνευματικό τους. Ήταν ο εξομολογητής μου αυτός, κι ας μην του είχα μαρτυρήσει καμιάν αμαρτία, ας μην πρόφεραν ποτέ τα χείλη μου λέξη για το κακό φαρμάκι που με τυραννούσε. Το ’δειχνε πως η καρδιά του ήξερε το μυστικό τρόπο να γίνεται ένα μ’ αυτό που φορμάρει η τέχνη του: Κομμάτι σίδερο σε καινούργια καλούπια, εργάτες μεροκαματιάρηδες, μέτρια κορμάκια να τα φτιάχνει όντα μυθολογικά.

Ο ίδιος τους διάλεγε τους εργάτες των μοντέλων, δεν μου το ’κρυψε, κι όλοι τους βγαίναν εργάτες πρώτης…

– Δεν είν’ η μαστοριά μου, λέει. Είν’ επειδή θυμάμαι τ’ άσκημα νιάτα μου, σαν διαλέω…

Πήραμε τον ίδιο δρόμο κατά την αποβάθρα. Χαμογελούσε μόλις. Σε μια στιγμή έκλεισε τα μάτια και χαμήλωσε το κεφάλι. Έπειτα το σήκωσε πάλι απότομα και με το μεγάλο, μεσιανό δάχτυλο έξυσε το σβέρκο του κάτω απ’ τ’ αυτί.

– Έτσι είναι, μουρμούρισε. Πρώτα έρχεται η “βαριά”, ύστερα η τέχνη. Χρειάζεται κάμποσος δρόμος, ας μην τα ξαναλέμε! Με φωνάζει λοιπόν καμιά φορά η “Διεύθυνση”: Μαστρο-Κυριακό, παραγγέλνει, έχουμε ανάγκη από τόσους και τόσους. Πάρε και διάλεξε! Και τι νομίζεις που κάνω λοιπόν, τότες;

Τραβάει τάχα περαστικός ανάμεσα στους καινούργιους, σ’ αυτούς που δουλεύουν στις αποθήκες, στο κάρβουνο, στο ξεφόρτωμα της σκουριάς. Να, έτσι όπου τύχει… Πιάνει την κουβέντα, μαθαίνει του ενού και του άλλου τα καθέκαστα.

– Γέρος άνθρωπος είμαι, λέει, μου ’μπιστεύονται…

Κοντολογίς όλο και θα βρίσκουνται μέσα στο σωρό κάτι τέτοιοι, σαν τα σκοταδερά χώματα, που κρύβουν σίδερο… Όλο και κανένας μονόχνωτος, κανένας που δώστου και πιάνεται με τους άλλους, πίνει, βλαστημάει, δέρνει τη γυναίκα του, μπλέκει με φιλενάδες της κακιάς ώρας, είτε τυχαίνει και τον βλέπεις να στέκει μέρος ακουβέντιαστος και βαριεστημένος. “Αυτός μπορεί να κάνει”, συλλογιέται τότε ο μαστρο-Κυριακός.

– Του πέφτω δίπλα με το γλυκό. “Έλα, του λέω, θέλεις να δουλέψεις στο χυτήριο; Θέλεις στα μοντέλα; Είναι δουλειά που θα σου ταιριάξει. Δοκίμασε!”. Λίγες φορές να ’πεσα όξω. Σε τούτη τη δουλειά μερώνουνε, θαρρείς κι αλλάζει το πετσί τους…

Τρόμαξε κάποιο θαλασσοπούλι, πάνω στην ώρα, κι έβγαλε φωνή. Πετάρισε φεύγοντας μες απ’ τα κατάρτια των καϊκιών. Κι ο ξυπόλυτος μούτσος, που δω και κάμποσο καθάριζε ένα πορτοκάλι καθισμένος στην κουπαστή τ’ ακρινού καϊκιού, έγειρε ανάστροφα να χαζέψει το θαλασσοπούλι, κουνώντας τα πόδια του πάνω απ’ το θολό νερό.

Ο μαστρο-Κυριακός, σαν να τον είχε ξαφνιάσει κι αυτόν το πέταγμα του θαλασσοπουλιού, κόμπιασε…

– Εεεχ, κάτι άνθρωποι που σου βρίσκουνται, μα την αλήθεια! Έχουν ανάγκη να τους γλιτώνεις απ’ το βάσανό τους.

Τα βλέφαρά του ανοιγόπαιξαν βιαστικά, μια δυο φορές. Με ξανακοίταξε και στυλώθηκε γερά στα δυο του πόδια, λες κι ήθελε τώρα να σιγουρέψει καλύτερα το μέρος που πατούσε στο χώμα.

– Δε μου παραφαίνεται, είπε, μα θα κοντεύω ’βδομηντάρης. Με βάστηξαν καλά τα καμίνια. Αυτό είν’ όλο, να φιλιώσεις με τη φωτιά. Σαν την μπιστευτείς και την περιμένεις μέχρι που να καθαρίσει, γίνεται έπειτα ένα πράμα γαλάζιο… Άντε, καληνύχτα!

Γελούσε άξαφνα.

– Καληνύχτα, μαστρο-Κυριακό.

Η ώρα περνούσε. Ξανάλεγα ακόμα με το μυαλό μου τις κουβέντες του.

Τον έχασα μέσα στο μήνα. Πήγε απ’ την καρδιά του, μου είπαν, ξαφνικά, μπροστά στα τζαμιλίκια. Τους ξεγέλασε. Είχαν τραβήξει τους πρώτους κάδους και τον περίμεναν, περίμεναν πάλι τα χέρια του. Εκείνος έμοιαζε πως κοιτούσε ακόμα τη φωτιά… Η θερμοκρασία είχε ξεπεράσει τους πενήντα βαθμούς στο χυτήριο, κι ώσπου να το καταλάβουν έπεσε ανάμεσα στους κάδους με το λιωμένο μαντέμι. Το νεκρό κορμί του κυριολεκτικά τότε εξατμίστηκε. Τράβηξαν έξω μονάχα κάτι λίγα απομεινάρια. Ήταν, ίσα-ίσα, την ώρα που η φωτιά ανέβαινε στην πιο ψηλή της σκάλα. Είχε πάψει να ρίχνει κύματα κόκκινα και πορτοκαλιά και μονομιάς σαν να τίναξε μια καινούργια φωτοβολή, που στάθηκε κάμποσο ακούνητη. Έγινε ο τόπος παντού ένα πράμα γαλάζιο.

___________________________

  • Σπύρος Πλασκοβίτης, Οι γονατισμένοι. Νουβέλες και διηγήματα. Εκδ. Κέδρος 1984

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή