Στάμος Τσιτσώνης: Μύθοι εφήβων

by Times Newsroom 1
Share this

ΣΤΑΜΟΣ ΤΣΙΤΣΩΝΗΣ

Μύθοι εφήβων

“…Had I but time–as this fell sergeant, death,
Is strict in his arrest–O, I could tell you–
But let it be. Horatio, I am dead;
Thou livest; report me and my cause aright
To the unsatisfied”.*

William Shakespeare, Hamlet,

πράξη V, σκηνή II

Ο ΒΑΛΕΡΙΟΣ ΣΤΑΗΣ, ο αρχαιότερος φύλακας του Αρχαιολογικού Μουσείου της Αθήνας, βγάζει το υπηρεσιακό του καπέλο, σκουπίζει δυο σταγόνες ιδρώτα από το μέτωπο και αφήνει έναν αναστεναγμό. “Τι μέρα κι αυτή! Ελπίζω να τη γλιτώσουμε και φέτος”. Ανασύρει από την τσέπη μια αρμαθιά κλειδιά και ασφαλίζει την εσωτερική πόρτα της εισόδου της μεγάλης αίθουσας γλυπτικής του Αρχαιολογικού Μουσείου. Αν και ο χειμώνας αναμενόταν εξαιρετικά κρύος εκείνη τη χρονιά, ο Δεκέμβρης διατηρούσε ακόμη σποραδικά ίχνη καλοκαιρίας, όπως εκείνη τη νύχτα. Ωστόσο ο Στάης δεν είναι σε θέση να απολαύσει τη βραδιά γιατί δεν τολμάει να ξεμυτίσει από το Μουσείο. Το αναπάντεχα ευχάριστο κλίμα που διαμόρφωσαν οι καιρικές συνθήκες ακυρώθηκε τελείως από τους πυκνούς καπνούς που υψώνονταν από τη μεριά του Πολυτεχνείου και τους θορύβους από τα καπνογόνα της αστυνομίας που έσκαγαν σε ηχητική συμβολή με τους κρότους των μολότοφ που λαμπάδιαζαν την άσφαλτο. “Ελπίζω να τη γλιτώσουμε και φέτος”, μονολογεί ο Βαλέριος, εννοώντας να αποφευχθεί – σε μια ακόμη από τις μέρες “υψηλού κινδύνου”, όπως τις χαρακτήριζε η αστυνομία – η είσοδος κάποιου ανεπιθύμητου στο Μουσείο. Εκείνο το βράδυ έχει αποφασίσει να μην επιστρέψει στο σπίτι του, “ο γάτος αντέχει μια νύχτα χωρίς φαγητό”, αλλά να παραμείνει άγρυπνος στο φυλάκιο της κεντρικής εισόδου, με ανοιχτή τη μικρή ασπρόμαυρη τηλεόραση για να μαθαίνει τα νέα. “Το σκοτάδι είναι σύμμαχος των σκέψεων, των παρανόμων και των αγαλμάτων”, μονολογεί πάλι με αδικαιολόγητα χαμηλόφωνες προφυλάξεις μην τον ακούσει κάποιος, αφού γνωρίζει πολύ καλά πως είναι ο μοναδικός επόπτης του χώρου. Όμως ο Βαλέριος Στάης, πριν απομονωθεί στο φυλάκιο της εισόδου, συνηθίζει να καληνυχτίζει τα εκθέματα που, τόσα χρόνια τώρα έγκλειστος μαζί τους, ζωντανεύουν τη φαντασία του με τις ιστορίες τους και έχουν γίνει αναπόσπαστο μέρος της ζωής του. Σκαρφίζεται κάθε φορά μια διαφορετική δικαιολογία για να απευθυνθεί στα ακρωτηριασμένα αγάλματα, στις αποχρωματισμένες τοιχογραφίες, στα χρυσά και μπρούτζινα στεφάνια και αναθήματα, λες και είναι ανθρώπινες υπάρξεις.

“Τα λέμε αύριο, φιλαράκια. Και ησυχία το βράδυ, έτσι; Σε σένα το λέω, Πάρι, με το μακάριο τάχα ανέκφραστο βλέμμα”, απευθύνεται στο μπρούτζινο άγαλμα του Εφήβου ων Αντικυθήρων που θεωρεί ότι παριστάνει τον Πάρι, “ιδιαιτέρως σε σένα!”

Δεν περιμένει απάντηση, αλλά κάθε φορά εκλαμβάνει τη σιωπή τους ως συναίνεση. Έχει πολλές φορές αναρωτηθεί, όταν σφραγίζει τις αίθουσες, αν το κάνει για να αποτρέψει μια ανεπιθύμητη είσοδο ή για να εμποδίσει μια σατανική δραπέτευση.

Ο Πάρις στέκεται ακίνητος με το δεξί χέρι προτεταμένο να κρατά το αόρατο μήλο της Έριδας, ενώ στο αριστερό βαστάει το αθέατο τόξο που τα φαρμακερά βέλη του στόχευσαν τη φτέρνα του Αχιλλέα. Όλη τη μέρα προσποιείται τον ακίνητο για να μη δίνει στον καθένα λαβές για υπόνοιες και υλικό για φανταστικές ιστορίες. Κοντεύει εννέα. Περιμένει με ανυπομονησία να χαμηλώσουν τα φώτα. Αδημονεί να ακούσει τη βαριά κλειδαριά που ασφαλίζει την πόρτα της αίθουσας και απομονώνει την κοινωνία των γλυπτών και των εικόνων από τον έξω κόσμο. Από εκείνη την ώρα μέχρι που ν’ ανατείλει ο ήλιος της νέας μέρας, τα χάλκινα και μαρμάρινα αγάλματα κατεβαίνουν από τα ανάγλυφα και τα βάθρα τους, ενώ οι εικόνες και οι περίτεχνες διακοσμητικές αναπαραστάσεις των αγγείων ζωντανεύουν ελευθερώνοντας τις αντιλόπες, τα χελιδονόψαρα και τα δελφίνια που τις αποτελούν. Δυο ζωγραφισμένοι πυγμάχοι αποσπώνται από τις τοιχογραφίες όπου εκτίθενται. Όλα τα εκθέματα στη μεγάλη αίθουσα κινούνται και επικοινωνούν με έναν ιδιότυπο τρόπο και κανείς μέχρι τώρα δεν έχει κατανοήσει πώς. Και όταν οι πρώτες ακτίνες του ήλιου ετοιμάζονται να ορίσουν το αύριο, τότε όλα τα εκθέματα παίρνουν πάλι τη θέση τους και καμώνονται πως είναι ακίνητα.

Ο Πάρις σιγουρεύεται πως ο φύλακας έχει κλειδώσει όλες τις εσωτερικές πόρτες και έχει γυρίσει τον διακόπτη που αφήνει την αίθουσα στον παγερό φωτισμό των λαμπτήρων ασφαλείας.

“Επιτέλους! Μπορώ τώρα να κουνήσω πιο ελεύθερα τα χέρια και τα πόδια μου, να ξεφύγω από τη διαβολεμένη ακινησία”, λέει και κάνει μικρές διατατικές κινήσεις για να ξεπιαστεί. Με έναν σάλτο κατεβαίνει από το βάθρο και αφήνει προσεκτικά στη θέση του το μήλο της Έριδας και το τόξο.

“Άργησες, Πάρι”, παραπονιέται η Θέμις καθώς τη βοηθάει να κατέβει από το βάθρο της. “Έχει τόση ώρα που έφυγε ο Βαλέριος”. Τα μαλλιά της είναι μαύρα, παρά τις προσπάθειες του χρόνου να τα αποχρωματίσει, και πιασμένα με μια κορδέλα που στον περίεργο φωτισμό της αίθουσας φαίνεται πολύχρωμη. Ο Πάρις δεν μιλάει, παρά μόνο της χαϊδεύει τα μαλλιά.

“Κρυώνω”, κάνει εκείνη ναζιάρικα και πλησιάζει τον έφηβο. “Κρυώνω και πονάει το χέρι μου”. Ο Πάρις προσπαθεί να της το ακινητοποιήσει με έναν νάρθηκα, αλλά δεν καταφέρνει πολλά πράγματα.

“Θα διαμαρτυρηθούμε στον Βαλέριο”, την καθησυχάζει. “Πρέπει επιτέλους να τελειώσει αυτή η ιστορία με το χέρι σου. Τόσα χρόνια σε ταλαιπωρεί. Ανάταξη χρειάζεται. Ας ειδοποιήσει λοιπόν τους ειδικούς. Ρίξε όμως κι εσύ κάτι επάνω σου. Πιστεύεις πως αυτός ο ελαφρύς χιτώνας θα σε προφυλάξει από τη βραδινή υγρασία; Ύστερα πάλι, τι εντύπωση θα δώσεις στους συμπατριώτες σου από τον Ραμνούντα που θα έρθουν στο αυριανό επισκεπτήριο;”

“Πάρι, ζηλεύεις!” του απαντά εκείνη και μαζεύει στους ώμους της το ανοιχτόχρωμο ρούχο. “Δεν είναι σωστό να ζηλεύεις, αλλά μ’ αρέσει”. Συνεχίζει μ’ ένα χαμόγελο γεμάτο υποσχέσεις.

“Ζηλεύω; Ποιον; Μήπως τον Πάνα, τον κοντοπίθαρο με την τραγίσια μούρη, ή τους τερατόμορφους πυγμάχους που χτυπιούνται για να κάνουν μπράτσα στραπατσάροντας τη μούρη τους, ή μήπως τον γερο Κούρο από την Ανάβυσσο που δεν μπορεί να πάρει τα πόδια του;”

“Μήπως ξεχνάς κάποιον;”

“Ξέρω, ξέρω, θα μου πεις για τον Ποσειδώνα, αλλά να ξέρεις πως αυτός έχει στραμμένα αλλού τα μάτια του”. Σκέφτηκε πως μια τέτοια δικαιολογία θα την αποστόμωνε.

“Μπα! Προς τα πού παρακαλώ;”

“Στην Ηγησώ του Πρόξενου, που με εκείνη τη βαθιά μελαγχολία που έχει σμιλευτεί στην έκφρασή της τον κάνει να την ποθεί περισσότερο. Άκουσα πάντως πως τον γυροφέρνει και η Αθηνά”.

“Χμ! Πολύφερνος γαμπρός λοιπόν ο Αρτεμήσιος”.

“Αυτά να τα βλέπεις εσύ που βρίσκεις συνεχώς δικαιολογίες για να με αποφεύγεις”.

Ο Αλέξανδρος, όταν συνέρχεται κάπως από το τράνταγμα της σφαίρας στο στήθος του, ανακαθίζει με την πλάτη στον τοίχο. Βλέπει αίμα να κυλάει στις αυλακιές των σχεδίων που στολίζουν τις πλάκες των πεζοδρόμων Τζαβέλλα και Μεσολογγίου στα Εξάρχεια. Δεν του περνάει από τον νου ότι είναι το δικό του αίμα. Σηκώνεται με δυσκολία κρατώντας το στήθος του και αρχίζει να βαδίζει τρομαγμένος προς τη μεριά του Πολυτεχνείου. Κατεβαίνει αγκομαχώντας τη Στουρνάρη και δρασκελίζει με βιασύνη τα μαρμάρινα σκαλοπάτια του Πολυτεχνείου, στην πύλη του κτιρίου Γκίνη. Μπροστά του στέκονται καμιά δεκαριά αγόρια και κορίτσια κοντά στην ηλικία του. Όλα έχουν την ίδια έκφραση αγωνίας και ανησυχίας στα πρόσωπά τους. Τα σκούρα ρούχα τους είναι πολυφορεμένα και σχεδόν βρόμικα όπως και τα δικά του. Σταματάει να πάρει μια ανάσα και στρέφεται στη σκυθρωπή γυναίκα με την αλογοουρά και το παγωμένο βλέμμα που καπνίζει αρειμανίως μπλε Ζιτάν. Στο αριστερό της μπράτσο έχει περασμένο ένα κόκκινο περιβραχιόνιο και βρίσκεται καθισμένη πίσω από ένα φτηνό ξύλινο τραπέζι από εκείνα που χρησιμοποιούν οι φοιτητές στα προεκλογικά τους στέκια. Κοιτάει το ρολόι της σαν να τον περιμένει για να κλείσει την πόρτα του κτιρίου. Ο Αλέξανδρος τραβάει το χέρι του από το στήθος και εμφανίζει την πληγή που αρχίζει να αιμορραγεί μόλις απομακρύνει την παλάμη του από πάνω της. Η γυναίκα δεν δείχνει να εκπλήσσεται ούτε καν να ανησυχεί με την εικόνα που εμφανίζει το παιδί, λες και αντικρίζει καθημερινά τέτοιες σκηνές για τις οποίες κάποιο καθήκον τής επιβάλλει να αδιαφορεί θεωρώντας τες μέρος του σκηνικού του κοινωνικού πολέμου που είχε κηρυχτεί πριν χρόνια. Φαίνεται να σημειώνει κάτι σε ένα μπλοκ και, χωρίς να βγάλει το τσιγάρο από το στόμα, δείχνει σε κάθε παιδί πού πρέπει να κατευθυνθεί. Όταν φτάνει στον Αλέξανδρο του νεύει με το κεφάλι δείχνοντας προς την κλειστή θεόρατη πόρτα του αμφιθεάτρου.

Ο Αλέξανδρος, χωρίς να ξεκολλήσει το βλέμμα από πάνω της, κατευθύνεται υπάκουα προς την πόρτα και τη σπρώχνει με δύναμη. Το αμφιθέατρο είναι έρημο και κατασκότεινο, και μόνο στην αριστερή πλευρά της έδρας μπορεί να διακρίνει έναν αμυδρό φωτισμό και σκιές που εξαφανίζονται πίσω από μια πόρτα που με δυσκολία ξεχωρίζει από τον τοίχο. Κινείται προς εκεί και ίσα που προλαβαίνει να περάσει μέσα από το σχεδόν αόρατο άνοιγμα που αφήνει η πόρτα λίγο προτού κλείσει αθόρυβα πίσω του. Μπροστά του βρίσκεται μια στενή σκάλα με υποφωτισμένα πέτρινα σκαλοπάτια. Αρχίζει να τα κατεβαίνει ακουμπώντας τα δυο του χέρια στους υγρούς πλαϊνούς τοίχους. Στο τέλος της βρίσκεται εμπρός σε ένα τούνελ ψηλό όσο ένας άντρας. Παραξενεύεται που μπορεί να προχωρήσει μέσα χωρίς να χρειάζεται κάποιον πρόσθετο φωτισμό. Βαδίζει περίπου ένα τέταρτο χωρίς να έχει το χέρι στην πληγή, που σταμάτησε πλέον να αιμορραγεί. Ένα τρεμάμενο γαλαζωπό φως στο βάθος σηματοδοτεί το τέλος της υπόγειας διαδρομής του. Το φως εκπέμπεται τώρα από μια λάμπα ασφαλείας στην κορφή μιας νέας πέτρινης στενής σκάλας, που πρέπει τώρα να ανέβει.

Προσπαθεί να φτάσει γρήγορα στην κορφή κυριευμένος από συναισθήματα ανάμεικτα: φόβο, περιέργεια και ανυπομονησία. Όταν τα καταφέρνει, διαπιστώνει πως βρίσκεται σε μια τεράστια αίθουσα κατάσπαρτη από τμήματα ανάπηρων μαρμάρινων ή μπρούτζινων αρχαίων ανδριάντων, κολοβωμένων άκρων αγαλμάτων, ρημαγμένων κεφαλών ανώνυμων προτομών και θρυμματισμένων κιονόκρανων διαφόρων ρυθμών. Συλημένοι τάφοι στο στάδιο της έρευνας, απογυμνωμένοι από κτερίσματα, ορφανά αναθήματα και κομμάτια μελανόμορφων και άλλων αγγείων αναμένουν τη διασταύρωση της ύπαρξής τους και μια πιθανή επανασυγκόλληση. Όλα σχεδόν είναι καλυμμένα από πυκνό στρώμα σκόνης, που μάλλον σκόπιμα δεν είχε απομακρυνθεί για να τα προστατεύει από τις οξειδώσεις.Μια βαριά μεταλλική καγκελόπορτα με μεγάλα κενά, που ωστόσο ο Αλέξανδρος δεν χωράει να περάσει ανάμεσά τους, φράζει ένα μεγάλο αψιδωτό άνοιγμα. Ο νεαρός πλησιάζει την πόρτα και δοκιμάζει να την ανοίξει. Είναι κλειδωμένη απέξω με ένα βαρύ λουκέτο. Μπορεί όμως να διακρίνει μια φαρδιά σκάλα με λίγα μαρμάρινα σκαλοπάτια που καταλήγει στην έξω μεριά της αίθουσας, σημάδι πως επικοινωνεί με το ισόγειο κάποιου χώρου. Ταρακουνάει τη σιδεριά με τα δυο του χέρια. Νιώθει όπως ένα μικρό θηρίο ξεχασμένο σε αφιλόξενο κλουβί. Επαναλαμβάνει το τράνταγμα χωρίς να πάρει απόκριση.

“Ε! Είναι κανείς εδώ;” φωνάζει χωρίς να νιώσει ενόχληση από την πληγή στο στήθος του, που κατά έναν περίεργο τρόπο επουλώνεται γοργά κάτω από το ποτισμένο με ξεραμένο αίμα πουκάμισο.

“Εδώ κάτω, εδώ! Εδώ! Ακούει κανείς;” κραυγάζει καταπίνοντας έναν κόμπο που έχει σταθεί στον λαιμό του. Η ανησυχία του γίνεται μεγαλύτερη όταν διαπιστώνει πως πίσω του το τούνελ που τον είχε φέρει ώς εκεί είναι τώρα κατασκότεινο.

Ο θόρυβος που άκουσε ο Πάρις προερχόταν από τον υπόγειο χώρο του Μουσείου, όπου φυλάσσονται τα τεμαχισμένα αγάλματα. Μια βαριά σιδερένια καγκελόπορτα τα διαχωρίζει από τον χώρο των εκθεμάτων. Ο Πάρις τραβάει από το χέρι τη Θέμιδα προς τη μαρμάρινη σκάλα του υπογείου.

“Φοβάμαι”, διστάζει εκείνη.

“Αδικαιολόγητα φοβάσαι”, την ηρεμεί. “Εμείς έχουμε το προνόμιο της αφθαρσίας. Θεωρητικά και πρακτικά. Θεωρητικά λόγω της ιστορίας στην οποία έχουμε καταγραφεί από τότε που μας ανακάλυψαν και πρακτικά λόγω της συντήρησης που απολαμβάνουμε από τη στιγμή που μας αποτίμησαν ως πολύτιμα εκθέματα. Μη φοβάσαι λοιπόν. Η πλέον επώδυνη τιμωρία είναι ο βιολογικός σου θάνατος. Αλήθεια, αναρωτιέμαι αν έζησες ποτέ ή αν απλώς υπήρξες μια εικόνα στον νου κάποιου φαντασμένου θρησκόληπτου”.

“Μα δεν υπάρχει μόνο ο φόβος του θανάτου”.

“Όταν έχεις ξεπεράσει αυτό τον φόβο, όλα τα άλλα είναι αστειότητες”.

“Αν και έφηβος, φιλοσοφείς σαν έμπειρος ενήλικας. Αρχίζει να γίνεται ενδιαφέρουσα η περίπτωσή σου, Πάρι”

“Έφηβος δυόμισι χιλιάδων ετών. Ας γελάσω! Κάνει ο Πάρις.

Φτάνουν στη σιδερένια πύλη και αντικρίζουν τον Αλέξανδρο να κρέμεται πάνω στη σιδεριά.

“Ποιος είσαι εσύ;” ρωτάει ο Πάρις.

“Με λένε Αλέξανδρο”, απαντάει ο νεαρός κρύβοντας με το χέρι το ματωμένο του πουκάμισο. Στο μισοσκόταδο ξεχωρίζει αχνά τις νεανικές φιγούρες του Πάρι και της Θέμιδας. “Εσένα πώς σε λένε;”

“Κατά καιρούς μου δίνουν διάφορα ονόματα. Είμαι, βλέπεις, άγαλμα. Ένα άγαλμα που δεν έχουν ακόμη αποφασίσει ποιο είναι το όνομά του. Προτιμώ όμως το Πάρις, όπως με βάφτισε ο Βαλέριος, ο φύλακας του Μουσείου. Αλήθεια, πόσων χρόνων είσαι;”

Δεκαέξι…” και συνεχίζει “Πάρις, ε; Ο… γνωστός Πάρις;”

“Α, περίπου συνομήλικοι”, γελάει ο Έφηβος των Αντικυθήρων, αποφεύγοντας να απαντήσει στην ερώτηση, όμως ο Αλέξανδρος δεν μπορεί να διακρίνει ούτε να κατανοήσει τον σαρκασμό του.

“Μπορούμε να συνεννοηθούμε, λοιπόν. Τι μπορώ να κάνω για σένα;” ρωτάει.

“…”

“Λοιπόν;”

“Προσπαθώ να σκεφτώ τι θα μπορούσα να ζητήσω από ένα άγαλμα που δεν είναι σίγουρο ούτε για το όνομά του”.

“Κατάλαβα. Διακριτική ευπρέπεια. Ένα από τα μειονεκτήματα των ζωντανών”.

“Ζωντανών; Ώστε… ώστε δεν είναι αλήθεια. Είμαι ζωντανός! Άδικα λοιπόν πήρα τον δρόμο από το ισόγειο της Στουρνάρη προς τη χθόνια στοά που οδηγεί – έτσι μου είπαν κάποιοι – στη γαλήνη της ομιχλώδους ιστορίας και της λήθης;”

“Ω, τι ποιητικό!”

“Όχι, αλλά έτσι μας έλεγε ένας δάσκαλος στο σχολείο όταν δίδασκε ιστορικά γεγονότα. Ότι τελικά όλα καταλήγουν στις σελίδες της ομιχλώδους ιστορίας. Αν το σκεφτείς πάντως, δεν είναι κι άσχημο”.

“Από πού έρχεσαι;” τους διακόπτει η Θέμις.

“Από τα Εξάρχεια. Να, εδώ δίπλα. Δυο βήματα από το Πολυτεχνείο. Μόλις έγινε το κακό, έφυγα και χώθηκα στο κεντρικό κτίριο από την είσοδο της Στουρνάρη, κατέβηκα στην κρύπτη και ακολούθησα τη μυστική υπόγεια στοά που συνδέει το Πολυτεχνείο με το Μουσείο, αλλά κατέληξα σε αυτήν εδώ τη σιδερόφρακτη αίθουσα. Αλήθεια, κάνει πολύ κρύο εδώ μέσα”, λέει κοιτάζοντας γύρω ενώ τρίβει τα μπράτσα του.

“Σε ψάχνουν, ε;” συνεχίζει ο Πάρις.

“Δεν ξέρω. Ίσως. Η μάνα μου σίγουρα, πάντως. Μήπως… σου βρίσκεται κανένας φορτιστής;” ρωτάει κουνώντας μια συσκευή κινητού.

Ο Πάρις στρέφεται με έκφραση απόγνωσης προς τη Θέμιδα.

“Φορτιστή κινητού θέλει ο φίλος. Τι λες; Μπορούμε να τον εξυπηρετήσουμε; Χα, χα, χα…” Μετά σοβαρεύεται ξαφνικά και γυρνάει στον Αλέξανδρο.

“Τα μόνα που κινούνται εδώ μέσα αυτή την ώρα είναι ο Βαλέριος και η φαντασία. Αν και για τον Βαλέριο δεν είμαι και πολύ σίγουρος! Οπότε, ας περιοριστούμε στη φαντασία”.

“Μετακινήσου λίγο πιο πέρα, στο φως. Θέλω να σε βλέπω. Ή μήπως ντρέπεσαι που είσαι γυμνός;”

“Αν ντρέπομαι; Χμ, δεν έχεις άδικο. Είναι παράξενο, όμως. Όλη τη μέρα στέκομαι ολόγυμνος πάνω στο βάθρο και δεν μου καίγεται καρφί, ακόμα κι όταν τα κοριτσάκια χασκογελούν στυλώνοντας το βλέμμα τους ξέρεις πού. Ενώ τώρα… τώρα που δεν εκτίθεμαι, αισθάνομαι κάποια ντροπή. Μένω λοιπόν στο μισοσκόταδο για να αισθάνομαι άνετα”.

“Εντάξει. Μήπως όμως συμπτωματικά έχεις το κλειδί αυτής της πόρτας;” ρωτάει ο Αλέξανδρος.

Ο Πάρις πιάνει με τα δυο του χέρια τη σιδεριά και βάζει το κεφάλι του σε ένα από τα ανοίγματα αγγίζοντας σχεδόν το πρόσωπο του Αλέξανδρου: “Αυτή η σιδερένια πόρτα… – Αλέξανδρος είπαμε; – χωρίζει εμάς που βρισκόμαστε στον κόσμο της ομιχλώδους ιστορίας και της λήθης, όπως σου έμαθε ο δάσκαλός σου, από τον δικό σου κόσμο, τον κόσμο της κίνησης, της ζωής, των ανατροπών. Είναι πολύ απλό να περάσεις στον δικό μας κόσμο. Να, μόλις κάνω σινιάλο, θα έρθουν δυο τεράστιοι πυγμάχοι που χασομεράνε στην τοιχογραφία του ανατολικού τοίχου και θα σπάσουν την κλειδαριά με ένα τράβηγμα”. Γυρίζει το βλέμμα προς την κορφή της σκάλας.

“Στάσου, στάσου”, τον προλαβαίνει ο Αλέξανδρος, “ας το συζητήσουμε”.

“Τι να συζητήσουμε; Δύο επιλογές έχεις. Ή περνάς από εδώ και γίνεσαι ακίνητο μυθολογικό έκθεμα που θα το καληνυχτίζει κάθε βράδυ ο Βαλέριος ή μένεις εκεί που είσαι και αποφασίζεις να ζήσεις και να πεθάνεις όπως όλοι οι άνθρωποι”.

“Να πεθάνω; Μα τι είναι αυτά που λες; Εσύ έχεις πεθάνει;”

“Φρόντισε, βλέπεις, ο Φιλοκτήτης με τα φαρμακερά βέλη του Ηρακλή να με μετατρέψει από μύθο σε άγαλμα. Δίκαιη δίκη, θα μου πεις; Εγώ σημαδεύω τη φτέρνα του Αχιλλέα και ο Φιλοκτήτης την καρδιά μου. Να εδώ όπου υπάρχει αυτή η εσοχή καρφώθηκε το βέλος. Βάλε, βάλε το χέρι σου”.

Ο Αλέξανδρος απλώνει διστακτικά το χέρι ψηλαφώντας και το αποτραβάει γρήγορα. “Είναι, είναι στο ίδιο σημείο που βρίσκεται… η σφαίρα στο δικό μου στήθος”, ψελλίζει.

Ο Πάρις απλώνει με τη σειρά του το χέρι και ακουμπά το ματωμένο πουκάμισο του Αλέξανδρου.

“Ποιος σ’ την έστειλε;” ρωτάει μετά κοιτάζοντας το ααίμα που έχει καλύψει την παλάμη του.

“Δεν ξέρω, έγιναν όλα τόσο γρήγορα, βλέπεις. Οι φωνές, ο πετροπόλεμος, οι απειλές, οι μολότοφ, το βρισίδι – αν ήξερες τι τους σέρναμε! – και ύστερα η λάμψη, ο κρότος και το κάψιμο στο στήθος. Την κοπάνησα όμως μόλις συνήλθα κάπως και να ’μαι!”

“Άρα τη γλίτωσες , φιλαράκο. Ούτε στην ιστορία θα περάσεις ούτε άγαλμα θα γίνεις, τυχεράκια. Θα πεθάνεις όπως όλοι οι θνητοί. Εγώ, η Θέμις και αρκετοί άλλοι εδώ μέσα είμαστε μυθολογικά αποκυήματα της φαντασίας κάποιου γλύπτη ή ζωγράφου που υπάκουσε με το αζημίωτο στα κελεύσματα ενός θρησκόληπτου ικέτη των θεών ή στη μωροφιλοδοξία κάποιου άρχοντα. Εσύ όμως υπάρχεις ακόμα!! Εσύ είσαι μέρος της ιστορίας, όχι του μύθου”.

“Ναι, αλλά έξω κινδυνεύω να πεθάνω. Κάτω από αυτό το ματωμένο πουκάμισο, όπως σου είπα, έχω ήδη μια σφαίρα στο στήθος. Δεν είμαι έτοιμος να πεθάνω. Δεν θέλω να πεθάνω”.

“Είσαι έτοιμος να πεθάνεις μόνο όταν αποδεχτείς ότι ο θάνατος είναι μια μικρή τιμωρία. Ορισμένες φορές, φιλαράκο, ακόμη κι αυτοί που θεωρείται ότι έχουν πεθάνει με μια σφαίρα καρφωμένη στο στήθος ζουν πολύ περισσότερο από αρκετούς ζωντανούς. Βεβαίως για να πεθάνει κάποιος, πρέπει προηγουμένως να έχει ζήσει. Α, και να μην τον έχουν ξεχάσει, βεβαίως!”

“Ναι, αλλά εκείνος ο δάσκαλος μου είχε πει πως στην ιστορία δεν περνάνε τα πρόσωπα αλλά τα γεγονότα”.

Να τος πάλι ο δάσκαλος! Ωραία, λοιπόν. Ποιο είναι το γεγονός που θα περάσει μαζί με σένα στην ιστορία, αν σου ανοίξω τώρα την πύλη; Η ιστορία για σένα έχει γραφτεί, Αλέξανδρε, κι εσύ πρέπει να είσαι συνεπής απέναντί της”.

…”

Ο Αλέξανδρος έχει πέσει σε περισυλλογή.

Ώστε έτσι πρέπει να γίνει!” λέει τελικά. “Πρέπει πρώτα να δημιουργήσω το γεγονός! Όσο φρικτό κι αν είναι αυτό για μένα. Δεν ξέρω όμως τον τρόπο. Άσε που δεν έχω και το θάρρος”.

Έχεις όμως την αλαζονεία της εφηβείας, που είναι πιο δυνατή από το θάρρος που δικαιολογεί ή πολλές φορές καταργεί την ευθύνη των πράξεων. Των γεγονότων δηλαδή. Δεν ξέρω ποιος είναι αυτός που γράφει την ιστορία, Αλέξανδρε, αλλά πρέπει να είναι κάποιος άτεγκτος και αμείλικτος. Χωρίς ίχνος συναισθήματος. Γιατί η ιστορία δεν γράφεται εκ των υστέρων. Κάθε μέρα γράφεται. Εκ των υστέρων γράφονται μόνο οι ερμηνείες της. Τι λες, λοιπόν, εσύ πιστεύεις ότι έχεις δημιουργήσει ένα ιστορικό γεγονός και αξίζει να φωνάξω τους πυγμάχους να ανοίξουν την πόρτα;”

Ο Αλέξανδρος δεν απαντάει. Γυρίζει προς το μέρος του τούνελ. Τα μάτια του είναι δακρυσμένα. Αρχίζει να βαδίζει αργά παίρνοντας τον δρόμο της επιστροφής, με το κορμί του σκυμμένο σαν να κουβαλάει στους ώμους του χοντρούς τόμους ιστορίας. Σε λίγη ώρα βγαίνει από το Πολυτεχνείο, ανηφορίζει τη Στουρνάρη και φτάνει στη συμβολή των οδών Τζαβέλλα και Μεσολογγίου. Διακρίνει το σημείο του πεζόδρομου όπου το αίμα είχε κυλήσει στις χαραγμένες πλάκες. Πιάνει το στήθος του. Αποτραβάει το χέρι του και το βλέπει καταματωμένο. Από την πληγή που είχε σταματήσει να αιμορραγεί πριν από λίγο, τώρα αρχίζει πάλι να αναβλύζει το αίμα. Γίνεται ένα με το αίμα που έχει γεμίσει τις αυλακιές με τα σχέδια πάνω στις πλάκες του πεζόδρομου. Τα πόδια του λυγίζουν και ανακαθίζει με την πλάτη στον τοίχο. Μαζεύεται κόσμος γύρω του. Κάποιοι προσπαθούν να τον συνεφέρουν. Κατορθώνει να ανοίξει για λίγο τα μάτια, ενώ ένα εκστατικό χαμόγελο ικανοποίησης διαγράφεται στα χείλη του που ψιθυρίζουν:

Τα κατάφερα, Πάρι! Ακούς; Τα κατάφερα! Το γεγονός! Δημιούργησα το γεγονός! Μπορείς να φωνάξεις τώρα τους πυγμάχους να ανοίξουν την πόρτα”.Ύστερα τα μάτια του ακινητοποιούνται. Το παγωμένο βλέμμα του είναι πλέον στραμμένο στον γαλήνιο κόσμο της ομιχλώδους ιστορίας.

Το επόμενο πρωί ο Βαλέριος Στάης ξεκλειδώνει ανακουφισμένος την πόρτα της αίθουσας γλυπτικής του Αρχαιολογικού Μουσείου και κάνει την καθημερινή του πρωινή επιθεώρηση. Καλημερίζει με τον γνωστό αλέγρο τρόπο του τους αμίλητους φίλους του, πετάει μερικά πειράγματα στη Θέμιδα και προσπερνάει τον Έφηβο των Αντικυθήρων κλείνοντάς του μάτι. Εκείνο το πρωινό όμως κοντοστέκεται και του ρίχνει μια δεύτερη ματιά. Παραξενεύεται που το πρόσωπο του Πάρι δεν έχει πλέον εκείνη τη μακάρια, τάχα παγωμένη έκφραση που γνώριζε, αλλά ένα χαμόγελο ικανοποίησης. “Ίσως είναι το πρωινό φως”, σκέφτεται. Καθώς όμως σκύβει το κεφάλι του, παρατηρεί μια σταγόνα ξεραμένο αίμα στο πάτωμα. Ακριβώς κάτω από το προτεταμένο χέρι του αγάλματος που υποτίθεται ότι κρατάει το μήλο της Έριδος. Και δίπλα μια άλλη, και μια άλλη παραπέρα. Μια σειρά σταγόνες που τελειώνουν στη σιδερένια πόρτα του υπογείου. Ο Βαλέριος σηκώνει τα μάτια με απόγνωση προς το ταβάνι.

Τι θα απογίνει μ’ αυτό το παιδί, τον Πάρι! Όλο κάπου μπλέκει. Ευτυχώς που τον κλειδώνω μέσα κάθε βράδυ. Αν κυκλοφορούσε έξω με αυτά που συμβαίνουν στις μέρες μας, μπορεί να έτρωγε και καμιά σφαίρα”.

  • Στάμος Τσιτσώνης, Μια διαφορετική μέρα. Εκδόσεις Κριτική. Αθήνα 2017.

Ο Στάμος Τσιτσώνης σπούδασε μαθηματικά στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας, όπου και ζει. Εργάστηκε για πολλά χρόνια στη Σχολή Μωραΐτη και στο Κολλέγιο Αθηνών. Έχει μεταφράσει αρκετά βιβλία που γεφυρώνουν τη λογοτεχνία με τα μαθηματικά, καθώς και το επιστημονικό σύγγραμμα Απειροστικός λογισμός (Κριτική 2018). Άρθρα του έχουν δημοσιευτεί στον έντυπο και ηλεκτρονικό τύπο. Στις εκδόσεις Κριτική κυκλοφορούν οι συλλογές διηγημάτων του Χωρίς απόδειξη, Πετεινός νοτίων προαστίων, Μια διαφορετική μέρα και Μπράντι με πάγο.

Share this

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή