Στάμος Τσιτσώνης: «Ο συνδυασμός του χιούμορ με τον σαρκασμό είναι ένα καλό φάρμακο για να αντιμετωπίσεις τη δύσκολη καθημερινότητα…»

by Times Newsroom

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

του πεζογράφου ΣΤΑΜΟΥ ΤΣΙΤΣΩΝΗ

στον Νίκο Λαγκαδινό

ΕΔΩ ΕΧΟΥΜΕ έναν δόκιμο συγγραφέα που χειρίζεται με μαεστρία την ελληνική γλώσσα αλλά κι έναν μελετητή της ανθρώπινης ύπαρξης που διακρίνει στοιχεία τα οποία για μας τους βιαστικούς της ζωής είναι αόρατα. Πάντοτε στα μαθητικά μου χρόνια έβλεπα με δέος και μαζί φόβο τους μαθηματικούς και δεν μπορούσα ποτέ να διανοηθώ ότι υπήρχε περίπτωση να τους βρω στο χώρο που επέλεξα να δουλέψω ως δημοσιογράφος. Οι μαθηματικοί μού φαίνονταν άνθρωποι που ήταν γεμάτοι με αριθμούς, εξισώσεις, θεωρήματα, πορίσματα και γενικά πράξεις κι ότι γενικώς ήταν στεγνοί άνθρωποι!

Κάποια στιγμή διάβασα ότι δυο συγγραφείς, ο Απόστολος Δοξιάδης και ο Τεύκρος Μιχαηλίδης δημιούργησαν μια μη κερδοσκοπική εταιρία ή κάτι τέτοιο, με στόχο το γεφύρωμα των μαθηματικών με τον υπόλοιπο πολιτισμό, κι έμεινα έκπληκτος. Και το λέω αυτό διότι είδα ότι έχουν μιλήσει με καλά λόγια για τα βιβλία του κ. Τσιτσώνη- και ο Τεύκρος Μιχαηλίδης και ο Απόστολος Δοξιάδης, ο οποίος σημειώνει ότι τα μαθηματικά και η αφήγηση έχουν βαθύτερη φυσική συγγένεια.

Και τα τρία βιβλία, με περισσότερα από πενήντα διηγήματα, επικυρώνουν την πεζογραφική δεινότητα του κ. Τσιτσώνη και νομίζω ότι εμπλουτίζει τη γραμματολογία μας με τα έργα του αυτά: Μια διαφορετική μέρα, Χωρίς απόδειξη και Πετεινός νοτίων προαστίων.

Ωστόσο μη θεωρηθεί ότι τα βιβλία περιέχουν τίποτα μαθηματικούς τύπους. Κάθε άλλο. Τα διηγήματά του είναι ιστορίες καθημερινών ανθρώπων, που τους συναντούμε στη ζωή μας, στη γειτονιά μας, στο μετρό, στις κοινωνικές συνάξεις…

Στα διηγήματα που διάβασα μου έκανε εντύπωση η οργάνωση της γραφής του. Τίποτε δεν περισσεύει. Με ανάγκασε να διαβάσω κάθε λέξη και το λέω αυτό διότι συχνά συμβαίνει όταν διαβάζουμε ένα βιβλίο να τρέχουμε παρακάτω προσπερνώντας κάποιες φράσεις για να τελειώνουμε.

Υπάρχουν, ωστόσο, στο «Χωρίς απόδειξη», ήρωες που έχουν σχέση με τα μαθηματικά και παρά τις συνεχείς αναφορές τους σε μαθηματικούς νόμους [που κατά κάποιο τρόπο εξηγούνται με λίγα λόγια στις Σημειώσεις του τέλους], δεν εμποδίζεται και ο αδαής περί τα μαθηματικά αναγνώστης να απολαύσει τα διηγήματα αυτού του βιβλίου.

Υπάρχουν πολλοί συγγραφείς που είναι πολυλογάδες και γράφουν ακατασχέτως χωρίς να είναι χρήσιμα στην ανέλιξη της υπόθεσης όλα όσα γράφουν. Εδώ όμως, στην περίπτωση των βιβλίων του κ. Τσιτσώνη, όλες οι λέξεις και όλες οι προτάσεις είναι απαραίτητες.

Υπάρχει μια οικονομία στη γραφή που παραπέμπει στην μαθηματική – αν επιτρέπεται η έκφραση- οικονομία, όπου εάν βγάλεις έναν αριθμό ή ένα άλλο στοιχείο, καταρρέει το οικοδόμημα της πράξης. Η γραφή του συγγραφέα μας ακινητοποιεί στιγμές ανθρώπινης δράσης και μας δίνει την ευκαιρία να δούμε καλύτερα τον διπλανό μας, τον συνεπιβάτη στο μετρό, τους συνανθρώπους, τον κόσμο μας…

Την παρατηρώ τώρα πιο σχολαστικά. Τα γαλανά μάτια της ισορροπούν πάνω από σκουρόχρωμα διογκωμένα ημικύκλια που δείχνουν να έχουν σχηματιστεί από τα συσσωρευμένα δάκρυα πολλών χρόνων. Το θολό ξεπλυμένο βλέμμα της δικαιολογείται εύσχημα από έναν προχωρημένο καταρράκτη, αλλά ο πιθανότερος λόγος είναι η αχλή του αβέβαιου μέλλοντος που πασχίζουν να διακρίνουν τα μάτια της. Το βλέμμα της δείχνει να διαπερνά το γυαλί της οθόνης και να κουρνιάζει στις κόγχες των δικών μου ματιών. Βλέπω τώρα αυτά που βλέπει, εκείνη βλέπει ό,τι βλέπω. Σκέφτομαι πως έχει και τα καλά της τούτη η αρρώστια. Γνωρίζεις κάθε μέρα νέα πρόσωπα. Μόνο που μόλις αρχίζεις να τα συνηθίζεις «φεύγουν» και ξανάρχονται σαν νέα πάλι  [Πετεινός νοτίων προαστίων]

  • Εσείς ένας μαθηματικός, πώς μπλέξατε με τη λογοτεχνία;

Θα ήθελα να μη συναινέσω στον χαρακτηρισμό “μπλέξατε με τη λογοτεχνία” -χαριτολογώ φυσικά- γιατί θα παραδεχόμουν εμμέσως τρία πράγματα. Ένα ότι είναι κακό να μπλέκει κάποιος με τη λογοτεχνία, δεύτερο ότι εγώ προέρχομαι από έναν άμωμο χώρο όπως τα μαθηματικά και τρίτο ότι απαγορεύεται σε έναν μαθηματικό να “αμαρτάνει” γευόμενος την ηδονή της λογοτεχνίας. “Έμπλεξα” λοιπόν με την καλή έννοια με τη λογοτεχνία διότι υπήρξε πάντοτε ο κρυφός μου έρωτας. Μπορεί να έχω παντρευτεί τα μαθηματικά αλλά ερωμένη μου είναι η λογοτεχνία. Δεν βρίσκω όμως κάτι “παράνομο” σ’ αυτή τη σχέση. Απεναντίας βρίσκω εξαιρετικά δημιουργική την αλληλεπίδραση αυτών των δύο ιδιοτήτων που μου αποδίδονται.

  • Γιατί καταπιαστήκατε ειδικότερα με το διήγημα;

Ίσως θα έπρεπε να αναφερθώ στην μεγάλη, καθαρά διηγηματογράφο, Άλις Μονρό (Νόμπελ Λογοτεχνίας 2013) που σε κάθε διήγημά της κατάφερνε να φτάσει το βάθος και την ακρίβεια που οι περισσότεροι μυθιστοριογράφοι πετυχαίνουν με το σύνολο του έργου τους. Το διήγημα είναι ένα εξαιρετικά δύσκολο είδος λογοτεχνίας για να το υπηρετήσει κανείς και προσωπικά οδηγήθηκα σ’ αυτό λόγω ιδιοσυγκρασίας. Οφείλεις σε πυκνό, λιτό, ορθό και ταυτόχρονα εύγευστο λόγο, να διατυπώσεις νοήματα που η μυθιστορηματική τους ανάλυση θα απαιτούσε πολύ μεγαλύτερη έκταση. Ωστόσο το νόημα εισπράττεται από τον αναγνώστη, αρκεί να ερεθίσεις τη σκέψη του. Είναι αυτονόητο βεβαίως, ότι υποκλίνομαι, σέβομαι και εκτιμώ τους άξιους Έλληνες και ξένους μυθιστοριογράφους.

  • Ποια είναι η βαθύτερη εκείνη συγγένεια των μαθηματικών και της αφήγησης;

Η σχέση μαθηματικών και αφήγησης έχει πολλές διαστάσεις. Πρόκειται για δύο, θεωρητικώς διαφορετικούς χώρους, που έχουν δομικές αναλογίες, με χαρακτηριστικό για παράδειγμα, ότι και στους δύο διατυπώνονται ή εκφράζονται νοήματα με ισχυρή αλλά όχι προφανή έννοια. Επίσης η αφήγηση δανείζεται στοιχεία από τη μαθηματική επιστήμη, τόσο σε επίπεδο μορφής, όσο και σε επίπεδο περιεχομένου ή ακόμη στη λεγόμενη «μαθηματική λογοτεχνία,» πέραν του λογοτεχνικού περιεχομένου της, μπορεί να αξιοποιείται η ιστορία των μαθηματικών στη διδασκαλία τους.

  • Μαζί με τον Απόστολο Δοξιάδη και τον Τεύκρο Μιχαηλίδη συμμετέχετε σε μια μη κερδοσκοπική εταιρία, με στόχο το γεφύρωμα των μαθηματικών με τον υπόλοιπο πολιτισμό… Πώς μπορεί να γίνει αυτό;

H ομάδα «ΘΑΛΗΣ + ΦΙΛΟΙ», είναι μια μεγάλη παρέα εθελοντών, που εμπνέει και στηρίζει τη δημιουργία λεσχών ανάγνωσης, καθώς και άλλων δραστηριοτήτων που προάγουν το στοχασμό, τη γνώση και το διάλογο. Είναι ένα ανοιχτό δίκτυο ενημέρωσης και κοινών δράσεων, που ξεκινά από το χώρο της εκπαίδευσης, και ανοίγεται στην κοινωνία. Γεννήθηκε το 2005 από την ανάγκη των εμπνευστών της να εξερευνήσουν τη σχέση ανάμεσα στα μαθηματικά και την αφήγηση, με τη δημιουργία λεσχών ανάγνωσης, αρχικά σε σχολεία και στη συνέχεια σε ποικίλους χώρους, από βιβλιοπωλεία και καφέ μέχρι σαλόνια σπιτιών. Κινητήριος δύναμη της ομάδας και των δεκάδων πλέον φίλων της, παραμένει η αγάπη για τη λογοτεχνία και τα μαθηματικά, αλλά και η ζωηρή επιθυμία να αποκτήσει κοινωνική διάσταση η, κατά κανόνα, μοναχική εμπειρία της ανάγνωσης.

  • Θα έλεγα ότι η ματιά σας, έτσι όπως εγώ τη διακρίνω διαβάζοντας τα διηγήματα είναι ελαφρώς σαρκαστική και επίσης εμποτισμένη με άφθονο χιούμορ…

Ο συνδυασμός του χιούμορ με τον σαρκασμό, κύριε Λαγκαδινέ,  είναι ένα καλό φάρμακο για να αντιμετωπίσεις τη δύσκολη καθημερινότητα. Με το χιούμορ δεν μπορείς να ανατρέψεις καταστάσεις αλλά  σου δίνεται η δυνατότητα να τις «δεις» με άλλον τρόπο. Κάτι τέτοιο δεν είναι εύκολο και μη ξεχνάτε πως ο σαρκασμός εμπεριέχει την έννοια μιας αποδοχής ενώ κρύβει πάντοτε έναν μικρό ή μεγάλο πόνο. Γενικώς είναι ένα όπλο να αντιδράσουμε σε οποιοδήποτε κακό, από μια μικρή αναποδιά έως το αναπόφευκτο του θανάτου. Άλλωστε, υπερβάλοντας κάπως, θυμίζω το λαϊκό ρητό πως δεν υπάρχει γάμος χωρίς κλάμα και κηδεία χωρίς γέλιο.

  • Σας αρέσoυν τα ταξίδια και ποιο είναι το αγαπημένο σας ταξίδι;

Ναι, μου αρέσει να ταξιδεύω και βρίσκομαι πολύ συχνά στη Μ. Βρετανία γιατί εκεί ζουν τα παιδιά μου. Ονειρεύομαι πάντως τη Νέα Υόρκη!

  • Ποια θεωρείτε ως την πιο υπερτιμημένη αρετή;

Θα μπορούσα να αναφερθώ σε «αρετές» και αρετές, στις οποίες αναφερόμαστε συχνά, χρησιμοποιώντας τες ως άλλοθι. Μια τέτοια νομίζω πως είναι η επαναλαμβανόμενη αναφορά του ότι είμαστε οι συνεχιστές του αρχαιοελληνικού πνεύματος και ως τέτοιοι πρέπει να μας συγχωρούνται τα πάντα.

  • Πoια, κατά τη γνώμη σας, είναι τα μεγαλύτερα πρoβλήματα της ελληνικής κoινωνίας;

Η γιγάντωση του δημόσιου τομέα, η γραικίστικη νοοτροπία του βολεμένου κολαούζου, η έλλειψη της παραδοχής ότι «έκανα λάθος» αλλά συνεχίζω να υποστηρίζω την πρώτη μου άποψη προκειμένου να μην παραδεχτώ ότι έσφαλα (κουτοπόνηρος εγωϊσμός).

  • Αγαπάτε το θέατρο;

Ναι, γιατί δίνει στον ηθοποιό την αμεσότητα της απόκρισης στις απαιτήσεις του έργου, χωρίς την ευκαιρία της επανάληψης μιας σκηνής όπως γίνεται στον κινηματογράφο. Δύσκολο, πολύ δύσκολο κάτι τέτοιο για έναν ηθοποιό.

  • Ποια είναι η θέση της τέχνης (θέατρο, μουσική, ζωγραφική, κ.λπ.) στην εποχή μας;

Η τέχνη νομίζω πως, ενώ αποτελεί την αισθητική ανάπλαση της πραγματικότητας, έχει ή οφείλει να έχει παιδαγωγικό και διδακτικό ρόλο. Δυσκολεύομαι πάντως να δεχτώ πως άνθρωποι που είναι λαμπροί καλλιτέχνες, θεωρούν ότι έχουν κυρίαρχη άποψη επί παντός επιστητού και ορισμένες φορές να αξιοποιούνται  λόγω της αναγνωρισιμότητάς τους από τους πολιτικούς σε καίριες θέσεις, συμβάλλοντας στο «πολιτικό» παιχνίδι.

  • Μήπως η τέχνη κινδυνεύει να απομονωθεί εξαιτίας της τηλεόρασης και συνεπώς μήπως πρέπει να αναζητήσει καινούργιες μορφές και να επανεξετάσει την κοινωνική λειτουργία της;

Ναι. Η τηλεόραση είναι ακαταμάχητη και οι καλλιτέχνες  θα πρέπει να αναζητήσουν νέες φόρμες για να εκφραστούν. Αυτοί ξέρουν το πώς (για να μη κάνω κι εγώ προτάσεις επί παντός αντικειμένου!)

  • Πιστεύετε ότι το βιβλίο χάνει σε σχέση με την εικόνα;

Σε έναν κόσμο που χρειάζεται την άμεση (αλλά όχι κατ’ ανάγκη και τη βαθιά) πληροφόρηση, η εικόνα έχει τον πρώτο λόγο. Το βιβλίο πρέπει να το μάθεις στα πρώτα σου χρόνια. Τώρα τα παιδιά μεγαλώνουν με το τάμπλετ. Δεν το αναφέρω αρνητικά. Ίσως πρέπει να συμβιβαστούμε με τους νέους τρόπους ανάγνωσης. Ίσως το ηλεκτρονικό βιβλίο να είναι μια κάποια λύση. Πάντως αν καταλήξουμε σε κάτι τέτοιο, όσοι δεν έχουν αισθανθεί τη μυρωδιά του “τυπωμένου” βιβλίου την ώρα που το έχουν στα χέρια τους, χάνουν την πρώτη από τις αισθήσεις με τις οποίες το προσεγγίζουμε.

  • Σε μια εποχή αποξένωσης, πολεμικών συγκρούσεων, κοινωνικών αναταραχών, φτώχειας, ανισοτήτων, φόβου για την επόμενη ημέρα κ.λπ., τι μπορεί να κάνει η τέχνη;

Η τέχνη όπως σας είπα και σε προηγούμενη ερώτηση, ενώ προβάλλει αισθητικά το συμβάν, οφείλει να έχει μια διδακτική επιθετικότητα με την καλή έννοια. Να μη περιορίζεται στην αποτύπωση αλλά να προτείνει ταυτοχρόνως. Για επιτύχουμε κάτι τέτοιο πάντως είναι αναγκαία η εκπαίδευσή μας από τη μικρή ηλικία στις μορφές της τέχνης. Να μάθουμε να διαβάζουμε ένα γλυπτό, να ανακαλύπτουμε νοήματα σε ένα ποίημα, να απολαμβάνουμε τους κρυφούς ήχους σε μια μουσική σύνθεση, να διακρίνουμε την πρόθεση ενός ζωγράφου πίσω από μια πινελιά ενός πίνακα.

  • Είναι ο κόσμος μας παράλογος;

Αν απαντήσω ναι, κινδυνεύω να χαρακτηριστώ παράλογος. Αν πω όχι, τότε δεν κινδυνεύω να χαρακτηριστώ παράλογος. Είναι σίγουρο ότι είμαι!

  • Τι είναι εκείνο που δίνει νόημα στον άνθρωπο;

Δύσκολη ερώτηση γιατί η απάντησή της περιέχει πολύ υποκειμενισμό. Καθένας μπορεί να ανακαλύψει το νόημα της ζωής του σε πολλά στοιχεία. Στην αγάπη, στη θρησκεία, στην τέχνη, στην επιστήμη, στον αλτρουϊσμό ή σε συνδυασμούς των προηγουμένων. Είναι πάντως κάτι που το καταφέρνει κάποιος όταν έχει αποκτήσει εμπειρίες ζωής. Είναι κάτι που δεν αγοράζεται, αλλά βιώνεται.

  • Η νεοελληνική κοινωνία έχει πνευματικότητα;

Η ελληνική κοινωνία έχει πνευματικότητα η οποία όμως δυστυχώς συρρικνώνεται στους νόες κάποιων που έχουν τα μέσα (και την ικανότητα) να την αναπτύξουν. Εδώ μπαίνει το θέμα της παιδείας. Ίσως πρέπει – είμαι επιφυλακτικός χρησιμοποιώντας το “ίσως” και το “πρέπει” γιατί προδίδουν διδακτισμό – να αποδεχτούμε τη συνεπαγωγή πως η μάθηση δεν συνεπάγεται αναγκαστικά τη μόρφωση.

  • Τι σημαίνει για σας η λέξη «ήθος»;

Πρόκειται κατά τη γνώμη μου για μια σύμβαση που κάνει ο καθένας μας ανάλογα με τα έθιμα, τα ήθη και τα θρησκευτικά ή κοινωνικά δεδομένα της εποχής και του χώρου που ζει. Αν τηρεί αυτές της συμβάσεις χαρακτηρίζεται ηθικός.

  • Πoια είναι η ωραιότερη λέξη της ελληνικής γλώσσας;

Μια εύκολη και βολική απάντηση είναι η λέξη φιλότιμο. Μια λέξη που δυστυχώς τείνει μόνο στα λεξικά να δικαιώνει τον αμετάφραστο, σε άλλες γλώσσες, χαρακτηρισμό της. Αλλά νομίζω ότι σε έναν όμορφο κήπο κάθε λουλούδι έχει τη χάρη του. Υπάρχει τόση ομορφιά σε αυτόν τον πλούσιο κήπο  της ελληνικής γλώσσας που επί χρόνια τώρα δανειοδοτούμε ατόκως άλλες φτωχότερες γλώσσες ενώ εισπράττουμε εντόκως τα χρήματά τους. Ο καθένας, κύριε Λαγκαδινέ, δίνει από αυτά που του περισσεύουν.

  • Ποιος φταίει για το περιορισμένο λεξιλόγιο των νεοελλήνων: οι γονείς, το σχολείο, τα μέσα ενημέρωσης, η παγκοσμιοποίηση;

Α! δεν το ξέρετε; Για τα πάντα φταίνε οι ξένοι! Δηλαδή η παγκοσμιοποίηση. Και αφού ξυπνήσουμε από το παραμύθι της εύκολης απάντησης, ας σκεφτούμε λίγο το θέμα της παιδείας.

  • Υπάρχει περιβαλλοντική ευαισθητοποίηση στους πολίτες ή όλοι γράφουν στα παλιά τους τα παπούτσια την προστασία του περιβάλλοντος;

Η αλήθεια είναι ότι έχουμε ευαισθητοποιηθεί σημαντικά ως προς τα θέματα του περιβάλλοντος. Αλλά όταν η εφαρμογή των περιβαλλοντικών διατάξεων είναι ελαστική και δεν έχει τη βάση της στη διαπαιδαγώγηση, καθίσταται ανενεργή και της περισσότερες φορές δεν υφίσταται περιβαλλοντική ευαισθητοποίηση.

  • Κινδυνεύουμε στ’ αλήθεια από τη μόλυνση του περιβάλλοντος ή απλώς πρόκειται για υπερβολές των οικολόγων;

Τι σημαίνει λοιπόν κινδυνεύουμε; Να πεθάνουμε εμείς οι ίδιοι; Μήπως αν τη γλυτώσουμε εμείς και πάθουν κάτι τα παιδιά μας, δεν είναι σαν να πεθαίνουμε κι εμείς; Τώρα, όπως όλα μπορούν να γίνουν αντικείμενο εκμετάλλευσης και προβολής, έτσι και οι περιβαλλοντολόγοι πολλές φορές φτάνουν σε ακρότητες. Για παράδειγμα, θυμηθείτε πόσα χρόνια καθυστέρησε η κατασκευή του περιφερειακού Υμηττού που έλυσε πολλά οικολογικά προβλήματα, εξαιτίας επανειλημμένων προσφυγών στο ΣΤΕ κάποιων υπερευαίσθητων για το περιβάλλον (ή το συμφέρον τους!)

  • Μήπως κινδυνεύουμε από τους πρόσφυγες/μετανάστες;

Το προσφυγικό είναι αναπόφευκτο «προνόμιο» των χωρών που συνορεύουν με πολύπαθες χώρες. Αν σκεφτούμε ανθρωπιστικά, οφείλουμε σεβασμό στις ανθρώπινες υπάρξεις που ζητούν έμμεσο ή οριστικό προορισμό στη χώρα μας. Ωστόσο έχουμε κι εμείς την υποχρέωση να συνεχίσουμε την επιβίωσή μας σε αυτή τη «φλούδα γης». Η ψυχραιμία η οργάνωση και η σωστή διαχείριση των εισροών από τους κυβερνώντες (αν υπάρχει), είναι η μόνη λύση. Οι ακρότητες θα αποτελούν πάντοτε αντιδράσεις σκοτεινών μειονοτήτων.

  • Υπάρχει φόβος να χάσουμε την εθνική μας ταυτότητα;

Αλήθεια ποιος μας εξέδωσε αυτή την εθνική ταυτότητα; Είναι κάπου πιστοποιημένη; Αρκεί μια απλή αναγραφή στο δελτίο της αστυνομικής μας ταυτότητας; Θεωρείται άραγε σήμερα κάποιος πιο Έλληνας από έναν άλλον, έστω και αν στην ερώτηση, Τι γιορτάζουμε στην επέτειο του ΟΧΙ, απαντήσει: Την απελευθέρωσή μας από τους Τούρκους;

  • Δικαιούμαστε να υποστηρίζουμε ότι είμαστε απόγονοι των αρχαίων Ελλήνων;

Αν είναι κάτι που πρέπει να το δικαιούται κάποιος, τότε αυτοί είμαστε εμείς! Χωροταξικά τουλάχιστον. Τώρα, ακόμη κι αν κάποια έρευνα του DNA έβγαζε θετικά συμπεράσματα, πιστεύετε ότι κάπου στη χώρα μας υπάρχει ένας σύγχρονος Αριστοτέλης, ένας Πλάτωνας, ένας Θαλής, ένας Αρχιμήδης και τόσοι άλλοι και απλώς κρύβονται; (Αν υπάρχουν, από μια άποψη καλά κάνουν και κρύβονται, γιατί η αριστεία τους και η πρωτοπορία τους στη γνώση, μπορεί να ενοχλήσει, σύμφωνα με σύγχρονες(;) απόψεις.)

  • Έχoυν σημασία oι απoλoγισμoί στη ζωή μας;

Απολογισμοί γίνονται αναπόφευκτα σε κρίσιμες στιγμές της ζωής μας, όταν το επιβάλλει η ηλικία ή η λήψη κάποιας σημαντικής απόφασης. Όσοι δεν τους κάνουν, από κάτι κρύβονται… (Εδώ είναι απαραίτητη η βοήθεια κάποιου ψυχολόγου ή ψυχιάτρου!)

  • Από πού αντλείτε την έμπνευσή σας για τα βιβλία σας;

Από την ίδια τη ζωή μου, από μια λέξη στη συνομιλία με έναν φίλο, από ένα όνειρο που δεν πραγματοποιήθηκε, από μια σκηνή ενός έργου στο θέατρο ή στην τηλεόραση. Οι ήρωές μου είναι καθημερινοί άνθρωποι που βιώνουν από την προσωπική του σκοπιά ο καθένας, γεγονότα, περιπέτειες και καταστάσεις. Άνθρωποι που αντιμετωπίζουν την ζωή μερικές φορές με ακραίες οδυνηρές αντιδράσεις, μερικές φορές με σαρκαστικούς συμβιβασμούς και υποχωρήσεις και άλλες με μια πικρή χιουμοριστική πρόζα.

  • Τι είναι για σας η μοναξιά;

Απ. ζωή είναι μια μάχη που δεν δίνεται πάντοτε από θέσης αμύνης. Χρειαζόμαστε νομίζω και τις «επιθέσεις» κοινωνικότητας για να επιβιώσουμε.

  • Τι θεωρείτε ως τον έσχατο βαθμό δυστυχίας;

Την αρρώστια της μοναξιάς και τη μοναξιά της αρρώστιας.

  • Σας απασχολεί ο χρόνος;

Ως φυσική έννοια ναι. Ως συναίσθημα ακόμη περισσότερο. Τώρα που έχω μεγαλώσει, αισθάνομαι περισσότερο ευτυχής που κατάφερα να μεγαλώσω και λιγότερο επειδή μεγάλωσα. Θα ευχόμουνα πάντως να έχω χρόνο ακόμη μπροστά μου «διότι πράγματα πολλά έξω να κάμω είχον,» -ας δανειστώ έναν στίχο από τα «Τείχη», του μεγάλου Αλεξανδρινού-.

  • Πιστεύετε στην φιλανθρωπία ή στην αλληλεγγύη;

Πιστεύω κυρίως στην αλληλεγγύη, γιατί η φιλανθρωπία είναι πρόσκαιρη αντιμετώπιση του πόνου αλλά όχι φάρμακο θεραπείας. Και αναφέρομαι στην αλληλεγγύη με τη μορφή της κρατικής μέριμνας. Αν φυσικά «πονάει» κάποιος θα πρέπει να τον βοηθήσουμε.

  • Τι σημαίνει παγκοσμιοποίηση και κατά πόσο ήταν και είναι αναπότρεπτη;

Ο όρος «παγκοσμιοποίηση» έχει εισχωρήσει στη γλώσσα μας ως ένας ενός νεότευκτος όρος με τον οποίο δηλώνεται διεθνώς το φαινόμενο της δημιουργίας μιας παγκόσμιας κοινότητας στο επίπεδο κυρίως της οικονομίας, με αναπόφευκτες όμως προεκτάσεις στην πολιτική, αλλά και ευρύτερα στον πολιτισμό. Ανεξάρτητα από το ερώτημα αν η απόδοση του όρου αυτού στην ελληνική γλώσσα είναι εύστοχη ή όχι, δεν πρέπει να συγχέεται από μια επιχείρηση άφεσης και παράδοσης άνευ όρων των ιδιαιτεροτήτων μας. Είναι αδιανόητο να υπάρχει άνθρωπος χωρίς την ανάγκη μιας οικουμενικής συνύπαρξης, είτε αυτή την αναζητούμε στην επιστήμη, στον πολιτισμό ή στην πληροφορία. Άλλο αυτό όμως και άλλο η επιβολή και διαμόρφωση μιας ισοπεδωμένης κοινωνίας που θα υπακούει σε κανόνες που καταστρέφουν  την ιδιαιτερότητα κάθε λαού. Πρόκειται πάντως για ζητήματα που απαιτούν πολύ χρόνο, χώρο και γνώση για να απαντηθούν.

  • Πόσο Ευρωπαίοι είμαστε οι Έλληνες;

Λίγο! Πολύ λίγο! Δεν έχω καταλήξει αν πρέπει να γίνουμε ευρωπαίοι, όπως κάποιοι διατυμπανίζουν ειρωνευόμενοι ή οικτίροντας όσους δεν έχουν φιλευρωπαϊκά συναισθήματα. Ωστόσο έχει πολλά καλά η Ευρώπη που πρέπει να τα υιοθετήσουμε διατηρώντας, κατά το δυνατόν, την ταυτότητά μας.

  • Η «ενωμένη» Ευρώπη θα επιβιώσει;

Προς το παρόν φαίνεται να αντέχει, μετά το Brexit. Θα διαλυόταν μόνο αν συνέβαινε το Grexit. Χα! Χα!

  • Τι λείπει από τον Έλληνα σήμερα;

Η παιδεία και η σιγουριά του αύριο. Και τα δύο είναι υποχρεώσεις του κράτους.

  • Η γυναίκα σήμερα στην Ελλάδα είναι ίση με τον άνδρα;

Όχι, γιατί απλώς είναι σε καλύτερη θέση από τον άνδρα. Βιολογικά βέβαια. Ωστόσο, για να σοβαρολογήσουμε, το ωραιότερο φύλλο χρειάστηκε αγώνες για να εδραιώσει την ισοτιμία του.

  • Ποιο είναι το πολυτιμότερο περιουσιακό σας στοιχείο; 

Πριν απαντήσω θα ήθελα να μου πείτε αν θα κοινοποιήσετε τη συνέντευξη στον υπουργό εκτίμησης Υλικών Αξιών της ζωής ή στον υπουργό εκτίμησης Πνευματικών Αξιών. Ο πρώτος δεν θα εύρισκε σημαντικά πράγματα για να με φορολογήσει, ο δε δεύτερος δεν θα καταλάβαινε τι σημαίνει Πνευματικές Αξίες. Ωστόσο από τον δεύτερο, κρύβω έναν θησαυρό που δεν θα ήθελα να κοινοποιήσω.

  • Η οικονομική κρίση πιστεύετε ότι θ’ αλλάξει την  κοινωνία μας και προς ποια κατεύθυνση;

Την έχει ήδη αλλάξει. Και μόνο από το γεγονός ότι αναγκαζόμαστε να αναθεωρήσουμε απόψεις και να «ξαναδούμε» τον τρόπο που βιώνουμε τα πράγματα. Ουδέν κακόν αμιγές καλού. Είναι η αναζήτηση μιας ισορροπίας που δεν έχουμε ξαναδοκιμάσει, πάνω σε ένα σχοινί που αποτελεί τη μόνη διέξοδο. Οι νέοι, είτε στην Ελλάδα είτε στο εξωτερικό, θα προσαρμοστούν πιο εύκολα. Θα δυσκολευτούν περισσότερο οι μεγαλύτερης ηλικίας που έχοντας ξεμάθει από τη στενότητα παλαιοτέρων εποχών, πέρασαν μια περίοδο «πλαστής» ευημερίας και τώρα αναγκάζονται να πουλήσουν το Cayenne τους σε εξευτελιστική τιμή.

  • Πιστεύετε ότι θα έρθει κάποια στιγμή που η χώρα μας θα ζει χωρίς τις ξένες εξαρτήσεις;

Όχι! Είμαστε για πολλές γενιές δεσμευμένοι με οικονομικά μνημόνια, τα οποία επιβάλλουν εμμέσως πάμπολλες δεσμεύσεις. Νομίζω ότι αφού δεν μπορούμε να το αποφύγουμε, ας χαλαρώσουμε για να το απολαύσουμε.

  • Σας απασχολεί η γνώμη των κριτικών;

Φυσικά! Είμαι αναφανδόν υπέρ της αξιολόγησης. Και οι κριτικοί αξιολόγηση κάνουν. Αν πάντως δω μια άσχημη κριτική, δεν τα βάφω μαύρα, Απλώς πυροβολώ τον κριτικό.

  • Τι είναι εκείνο που μπορεί να ενσαρκώσει την ελπίδα του αύριο;

Ελπίζω στους νέους ανθρώπους. Τετριμμένο αλλά αληθινό. Πού αλλού άλλωστε να φυτέψεις την ελπίδα. Προσδοκάς την επανάσταση, την ανατροπή, την αλλαγή σε μικρό ή σε μεγάλο βάθος. Πού θα την αναζητήσεις λοιπόν εκτός από το νέο, το οποίο από μόνο του είναι μια επανάσταση, μια ανατροπή, δεδομένου ότι αντικαθιστά το παλιό.

  • Τελικά, τι είναι η ζωή;

Έλα ντε;

Ο Στάμος Τσιτσώνης σπούδασε μαθηματικά στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας, όπου και ζει. Εργάστηκε για πολλά χρόνια στη Σχολή Μωραΐτη και στο Κολλέγιο Αθηνών. Έχει μεταφράσει αρκετά βιβλία που γεφυρώνουν τη λογοτεχνία με τα μαθηματικά, ενώ άρθρα του έχουν δημοσιευτεί στον έντυπο και ηλεκτρονικό τύπο. Στις εκδόσεις Κριτική κυκλοφορούν οι συλλογές διηγημάτων του Χωρίς απόδειξη, Μια διαφορετική μέρα και Πετεινός νοτίων προαστίων. Πρόσφατα μετέφρασε το graphic novel των Jim Ottaviani (κείμενο) και Leland Purvis (σχέδιο) Το παιχνίδι της μίμησης – Ο Άλαν Τιούρινγκ αποκωδικοποιείται (2017).

  • ΕΠΙΣΗΣ

Ο μαθηματικός Στάμος Τσιτσώνης και τα συναρπαστικά διηγήματά του

 

Σχόλια

No tags for this post.

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή