Στάνλεϊ Κέιβελ: “Φιλοσοφία είναι η απελευθέρωση της ψυχής”

Ο ρόλος του φιλοσόφου είναι λοιπόν να λύνει καθημερινά τις αμφιβολίες μια-μια καθώς αναφαίνονται μέσω της έρευνας των λέξεων με τις οποίες ενσαρκώνονται οι καθημερινές μας συναλλαγές.

by Times Newsroom 1

Ο Stanley Louis Cavell (1 Σεπτεμβρίου 1926 – 19 Ιουνίου 2018) ήταν Αμερικανός φιλόσοφος. Καθηγητής Αισθητικής και Γενικής Θεωρίας της Αξίας στο Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ. Εργάστηκε στους τομείς της ηθικής, της αισθητικής και της συνηθισμένης γλωσσικής φιλοσοφίας. Το έργο του χαρακτηρίζεται από τον τόνο της συνομιλίας και τις συχνές λογοτεχνικές αναφορές του. Ακολουθεί μια ενδιαφέρουσα συνέντευξή του που δόθηκε τον Οκτώβριο του 1994.

  • CHRISTIAN DE LA CAMPAGNE

ΠΙΟ ΚΟΝΤΑ στη βρετανική φιλοσοφική παράδοση της “κοινότοπης γλώσσας” παρά στον αμερικανικό λογικό εμπειρισμό που κυριαρχεί στα αμερικανικά πανεπιστήμια, θεωρείται ένας από τους αμερικανούς φιλοσόφους που είναι ιδιαίτερα ανοιχτοί στον ευρωπαϊκό πολιτισμό σε όλες του τις μορφές, από την ψυχανάλυση ώς τη μουσική, από τη λογοτεχνία ώς τον κινηματογράφο. Πολύπλευρη προσωπικότητα –είχε σπουδάσει μουσική κοντά στον Ερνεστ Μπλοχ προτού στραφεί προς τη φιλοσοφία– που είναι επίσης ένας συνειδητός πολίτης με ανησυχίες για τα προβλήματα της αμερικανικής κοινωνίας, ο οποίος θέτει αδιάκοπα ερωτήματα για την κρίση αξιών που παρατηρείται στον σύγχρονο κόσμο.

  • Σας χαρακτηρίζουν συχνά “ατυπικό” αμερικανό φιλόσοφο. Ποια είναι η γνώμη σας γι’ αυτόν τον χαρακτηρισμό;

Δεν τον αρνούμαι. Μάλλον με χαρακτηρίζουν έτσι επειδή μου αρέσει να συνδέω τη φιλοσοφία με τις γενεσιουργούς αιτίες και τους λογοτεχνικούς της σκοπούς παρά με την επιστήμη· ή επειδή ενδιαφέρομαι περισσότερο για την αμερικανική “διαφορά” στη φιλοσοφία από ό,τι οι άλλοι Αμερικανοί· ή επειδή μέσα στην αμερικανική παράδοση επιζητώ – περισσότερο από τους άλλους – την εδραίωση της φιλοσοφίας σε αυτό που ονομάζεται από τον Βιτγκενστάιν και τον Όστιν “καθημερινότητα”· ή επειδή απλώς ψάχνω τη φιλοσοφία σε ασυνήθιστες περιοχές του ανθρώπινου πολιτισμού, όπως για παράδειγμα ο κινηματογράφος. Ψάχνω στην πρακτική της λογοτεχνικής γραφής κάτι το οποίο οι “τυπικοί” φιλόσοφοι –και όχι μόνο οι Αμερικανοί– δεν ψάχνουν ή νομίζουν ότι δεν πρέπει να ψάχνουν. Θεωρώ τον εαυτό μου κατά κάποιον τρόπο κληρονόμο του Έμερσον και του Θόρο”.

  • Τα ονόματα Έμερσον και Θόρο δεν είναι καθόλου οικεία στα αυτιά των Ευρωπαίων…

Ο Ραλφ Γουόλντο Έμερσον (1803-1882) είναι ο ιδρυτής του “υπερβατικού” κινήματος στη Νέα Αγγλία και εμπνευστής μιας οικογένειας αμερικανών λογοτεχνών, όπως ο Ουόλτ Ουίτμαν, η Έμιλι Ντίκινσον, ο Χένρι Τζέιμς και ο Ουάλας Στίβενς. Πιο νέος από τον Έμερσον, του οποίου υπήρξε μαθητής και φίλος, ο Χένρι Ντέιβιντ Θόρο είναι ο συγγραφέας του “Ουόλντεν ή η ζωή στα δάση” (1857), το οποίο επηρέασε έντονα πολλά “εναλλακτικά” κινήματα του 20ού αιώνα. Το δοκίμιό του περί της “Απείθειας του πολίτη” έπαιξε κεντρικό ρόλο στο σχηματισμό των ιδεών του Γκάντι και του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ.

  • Έχετε επίσης επηρεασθεί από τον Τζον Όστιν, ιδρυτή της σχολής της “κοινότοπης γλώσσας”.

Παρ’ ότι άλλοι φιλόσοφοι της γενιάς μου μπορεί να έχουν διαφορετική άποψη, εγώ πιστεύω ότι ο Όστιν δεν προσπαθούσε να κυριαρχήσει. Στις διαλέξεις του έδινε στη φιλοσοφική έρευνα μια διαύγεια, μια ευαίσθητη ευχαρίστηση και την υπόσχεση κοινών θέσεων, κάτι από το οποίο εξακολουθώ να έχω ανάγκη στη φιλοσοφία. Το ότι κάποιος σαν τον Όστιν απορρίπτεται σήμερα κατά κάποιον τρόπο από τους επαγγελματίες φιλοσόφους, αντί να αποτελεί για μένα απόδειξη της αδυναμίας της σκέψης του, μου φαίνεται σημάδι της δύναμης της έμπνευσής του· έμπνευση για κάτι που είναι δύσκολο να αναγνωρίσουμε και θα μπορούσαμε να ονομάσουμε κοινοτοπία των ατομικών προσωπικοτήτων μας.

  • Έχετε έργασθεί πολύ επάνω στις “Φιλοσοφικές έρευνες” του Βιτγκενστάιν. Πιστεύετε ότι, όπως υποστηρίζει ο Ρίτσαρντ Ρόρτι, το βιβλίο αυτό αναγγέλλει το τέλος της φιλοσοφίας;

Οπωσδήποτε όχι με τον τρόπο που το εννοούν συνήθως. Μπορεί να υπάρχει η εντύπωση ότι μετά τον Βάκωνα, τον Καρτέσιο ή τον Λοκ όλοι οι καινοτόμοι φιλόσοφοι διακήρυξαν πως η φιλοσοφία, έτσι όπως την εφήρμοζαν πριν από εκείνους, είχε τελειώσει αφού οι ίδιοι έθεταν ένα νέο ξεκίνημα της σκέψης και ότι μετά τον Χέγκελ η φιλοσοφία ολόκληρη έφθασε στο τέλος της, με την έννοια ότι κάθε καινοτόμος σκέψη από τον Νίτσε και μετά είναι αναγκασμένη να εγκαθίσταται μέσα στην εμπειρία ενός “μετέπειτα” της δυτικής σκέψης. Η πρωτοτυπία του Βιτγκενστάιν πρέπει να συνδεθεί, από αυτή την άποψη, με μια αντίληψη της φιλοσοφικής δραστηριότητας ως διαρκούς –και αναπόφευκτου– πολλαπλασιασμού των φιλοσοφικών ανησυχιών μέσα στην καρδιά αυτού του όντος του τόσο σύνθετου ώστε να μπορέσει να επινοήσει τη γλώσσα. Ο ρόλος του φιλοσόφου είναι λοιπόν να λύνει καθημερινά αυτές τις αμφιβολίες μια-μια καθώς αναφαίνονται μέσω της έρευνας των λέξεων με τις οποίες ενσαρκώνονται οι καθημερινές μας συναλλαγές.

  • Για ποιον λόγο ενδιαφερθήκατε, από φιλοσοφική άποψη, για τον Σαίξπηρ και τις χολιγουντιανές κωμωδίες;

Από το πρώτο μου βιβλίο διατύπωσα την υπόθεση ότι υπάρχει ένας δεσμός ανάμεσα στον φιλοσοφικό σκεπτικισμό και τη σαιξπηρική τραγωδία. Πράγματι δίνεται η εντύπωση ότι στην προηγούμενη γενιά από εκείνη του Καρτέσιου ο Σαίξπηρ είχε μαντέψει την πολιτιστική πηγή –ή τομή– την οποία η εν τη γενέσει της σύγχρονη φιλοσοφία θα ονόμαζε –όχι χωρίς παρεξήγηση– κρίση της γνώσης, ανάγκη εύρεσης ενός ακατάλυτου θεμελίου της γνώσης. Σε ένα μεταγενέστερο στάδιο ανακάλυψα ότι η σαιξπηρική τραγωδία, αφού αντικαταστάθηκε από την τζονσονική κωμωδία, η οποία έκτοτε κυριαρχεί στην ιστορία του κωμικού θεάτρου, άρχισε να εμφανίζεται απρόβλεπτα στις καλύτερες χολιγουντιανές κωμωδίες του ομιλούντος κινηματογράφου με τη μορφή αυτού που απεκάλεσα “κωμωδία του ξαναπαντρέματος”. Θεώρησα ότι σε αυτό το σημείο βρισκόταν ένας κόμβος προβλημάτων –στη διασταύρωση της φιλοσοφίας, της λογοτεχνίας, του σκεπτικισμού και της εκπληκτικής επιτυχίας του κινηματογράφου ως μέσου της εξιδανίκευσης και της λαϊκής τέχνης–, κόμβος του οποίου οι προεκτάσεις εξακολουθούν να καταλαμβάνουν το έργο μου εξαπίνης.

  • Λέτε συχνά ότι η ψυχανάλυση βρίσκεται κοντά στη φιλοσοφία. Υπό ποία έννοια τις θεωρείτε συγγενείς αλλά και διαφορετικές;

Με εντυπωσιάζει η ύποπτη επιμονή με την οποία ο Φρόιντ αρνείται ότι είναι φιλόσοφος. Η ερμηνεία που δίνω είναι ότι ο Φρόιντ έβλεπε πως η ψυχανάλυση είναι –και συγχρόνως δεν είναι– η συνέχεια της φιλοσοφίας. Γι’ αυτό αποτελεί πρόβλημα για μένα να κατανοήσω πως η σύλληψη και η ενάσκηση της ψυχανάλυσης (δυο ενασχολήσεις συνδεδεμένες και διαρκείς για τον Φρόιντ) απομακρύνθηκαν (τουλάχιστον όπως βλέπω στη Β. Αμερική) σε τέτοιον βαθμό από τη φιλοσοφία. Ένας τρόπος να απαντήσουμε στο θέμα της καταρχήν συγγένειας της φιλοσοφίας και της ψυχανάλυσης είναι να αναρωτηθούμε τι χάνει η καθεμιά τους στον παρόντα θεσμικό διαχωρισμό τους. Η ψυχανάλυση χάνει την ικανότητα να διατυπώνει με σθένος τις σχέσεις ανάμεσα στη φαντασίωση, στη γλώσσα και στην πραγματικότητα (σε γενικές γραμμές αυτό που υπογραμμίζει ο Λακάν όταν μιλάει για φιλοσοφία) και να καθορίζει τον σκοπό της ψυχαναλυτικής θεραπείας με τους όρους (ή “εναντίον”) της χιλιετούς μελέτης της φιλοσοφίας για τους “καλούς” και τους “κακούς” τρόπους ζωής. Από την πλευρά της η φιλοσοφία χάνει τη δυνατότητα να ξανασυνδεθεί, με πρωτότυπο τρόπο, με την αρχαία θεραπευτική της αποστολή: την απελευθέρωση της ψυχής.

  • Το ενδιαφέρον σας για την ψυχανάλυση φαίνεται επίσης στον τρόπο με τον οποίον ακούτε –και ερμηνεύετε– τη μουσική όπερας, της οποίας είστε λάτρης.

Το μέσο της όπερας, όπως και το μέσο του ομιλούντος κινηματογράφου, προκαλεί στις λέξεις κάτι που ξεπερνά εκείνο το οποίο τους προκαλείται στο θέατρο ή στον δρόμο. Είχα μια αίσθηση ότι η φιλοσοφία έχει να κάνει με την ανθρώπινη φωνή και ότι ο σκεπτικισμός δεν είναι κατά βάθος τίποτε άλλο παρά απώθηση αυτής της φωνής. Ας πούμε ότι συνίσταται στο να πνίξει αυτή τη φωνή, να της αφαιρέσει κάθε έκφραση. Εκείνο το οποίο με ενδιαφέρει κυρίως στη φιλοσοφία της “κοινής γλώσσας” είναι ακριβώς η προσπάθεια που κάνει να ξαναβρεί την ανθρώπινη φωνή. Πίστευα οττι υπήρχε μια σεξουαλική χροιά στον σκεπτικισμό, ότι ήταν δηλαδή αρσενική υπόθεση. Όταν διάβασα στο βιβλίο της Κατρίν Κλεμάν “Η όπερα ή η ήττα των γυναικών” την ιδέα ότι στην όπερα η γυναίκα πεθαίνει επειδή τραγουδά, συνειδητοποίησα πλέον ότι η φωνή που πνίγει ο σκεπτικισμός είναι γυναικεία – είτε ο σκεπτικιστής είναι άνδρας είτε είναι γυναίκα. Έτσι οδηγήθηκα προοδευτικά στο ακόλουθο ερώτημα: Τι είναι εκείνο το οποίο η αρσενική –ή φιλοσοφική– συνείδηση δεν θέλει να ακούσει; Υπό αυτή την προοπτική θέτω ερωτήματα στο τελευταίο μου βιβλίο σχετικά με την έκσταση της γυναικείας φωνής που παράγει η όπερα, σχετικά με την απόλυτη έκφραση του απόλυτου ανεκφράστου της.

  • Έχετε αναλάβει σήμερα ενεργό ρόλο στην επανέναρξη του ευρωαμερικανικού φιλοσοφικού διαλόγου. Ποια ειναι κατά τη γνώμη σας τα κύρια εμπόδια που βαρύνουν αυτόν τον διάλογο;

Πιστεύω ότι η εντύπωση της τομής –ή της αμοιβαίας αποφυγής– ανάμεσα στις δυο μεγάλες παραδόσεις της δυτικής φιλοσοφίας –ας τις πούμε εμπειρισμό και ορθολογισμό ή αγγλοαμερικανική και γαλλογερμανική σχολή ή αναλυτική και ηπειρωτική (όλες αυτές οι ετικέτες είναι αμφισβητήσιμες)– βασίζεται σε κάτι το πραγματικό, στο γεγονός ότι η παρούσα κατάσταση της φιλοσοφικής σκέψης είναι πράγματι εκείνη μιας τομής. Και πιστεύω ότι τα κύρια εμπόδια στην έναρξη αυτού του διαλόγου παρά την ύπαρξη της τομής είναι, όπως συνήθως, ταυτοχρόνως η ιδέα ότι η αμοιβαία κατανόηση θα είναι αδύνατη ή άχρηστη (σαν το μισό της σκέψης να μην έχει τίποτε φιλοσοφικά αξιόλογο να προσφέρει στο άλλο μισό) και η ιδέα ότι αυτή η κατανόηση είναι πολύ εύκολο να επιτευχθεί, σαν να αρκούσε για να ικανοποιηθεί αυτή η περιέργεια η ανάγνωση περισσότερων βιβλίων.

Πηγή: Le Monde

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή