Στεφάν Μαλαρμέ: η απλή ζωή ενός πρωτοπόρου

Μια ενδιαφέρουσα και αποκαλυπτική βιογραφία του “παρεξηγημένου” ποιητή

by Times Newsroom 1

ΟΤΑΝ τα ποιήματα του Στεφάν Μαλαρμέ (1842-1898) άρχισαν να εμφανίζονται είτε σε εκδόσεις με περιορισμένα αντίτυπα είτε σε λογοτεχνικά περιοδικά του Παρισιού του δεύτερου μισού του προπερασμένου αιώνα, η υποδοχή τους υπήρξε κάτι περισσότερο από ανάμικτη (ο όρος δηλώνει κάποια χλιαρότητα) ήταν διχασμένη. Τα εγκώμια των συναδέλφων του ποιητών ήταν αντιστρόφως ανάλογα προς την περιφρόνηση που του έδειξε το μεγάλο κοινό. Για τους πρώτους ήταν ο σημαντικότερος καινοτόμος της γλώσσας, ένας άξιος συνεχιστής του Μποντλέρ, ενώ για το δεύτερο ήταν ασυνάρτητος και ακαταλαβίστικος.

Σήμερα, αν ζούσε, ίσως έμενε κατάπληκτος με την επίδραση που ασκεί. Η ζωή του ήταν τόσο απλή όσο η τέχνη του ήταν σύνθετη. Και στα δυο, κατά τις κριτικές του ξένου Τύπου, είναι εξαίρετος οδηγός η βιογραφία του που κυκλοφόρησε με τον τίτλο ενός φημισμένου ποιήματός του, “Ρίξιμο των ζαριών(A Throw of the Dice), από τον εκδοτικό οίκο Secker & Warburg (389 σελίδες).

Κατά την Guardian” ο βιογράφος του Γκόρντον Μίλαν (Gordon Millan), καθηγητής γαλλικών σπουδών στη Σκωτία, διαθέτει τη σαφήνεια στη σκέψη και το ύφος, που είναι απαραίτητα σε μια περίπτωση περίπλοκη σαν τον Μαλαρμέ.

Ήταν δάσκαλος των αγγλικών στο σχολείο, μια γλώσσα που την έμαθε μέσα σε τρεις μήνες στο Λονδίνο προκειμένου να διαβάσει στο πρωτότυπο Έντγκαρ Άλαν Πόε, τον θαυμασμό προς τον οποίο κληρονόμησε από τον Μποντλέρ. Του άρεσε να έχει στο σπίτι του καναρίνια και να πηγαίνει για ψάρεμα τα Σαββατοκύριακα. Ένα τέτοιον άνθρωπο ίσως να τον διασκέδαζε σήμερα να έβλεπε πως βρίσκεται στο επίκεντρο όλων των συζητήσεων και στη βάση όλων των μοντέρνων θεωριών για τη φύση και τη λειτουργία της λογοτεχνίας.

Ο Στεφάν Μαλαρμέ μ’ ένα κοράκι: συμβολικό σχέδιο του Γκωγκέν, του 1891

Ο Ζακ Ντεριντά, η Τζούλια Κρίστεβα και οι λοιποί αποδομιστές τον θεωρούν μεγάλο πρωτοπόρο που τα πειράματά του με τη γλώσσα όχι μόνο προμήνυαν αλλά και γέννησαν τον μοντερνισμό. Πλήθος γλωσσολογικών απόψεων συνδέονται με το όνομά του και στα αμερικανικά πανεπιστήμια εμφανίζονται μεταπτυχιακές μελέτες με τίτλους όπως “Μετά τον Μαλαρμέ: μετατοπισμοί σημασιών στη μετα-μυθοπλασία”.

Γραφέας Ληξιαρχείου

Ο ίδιος ήταν ένας αφηρημένος δάσκαλος που όταν δεν δίδασκε ή δεν εργαζόταν πάνω στη σύνταξη του Αγγλικού Λεξικού του, δούλευε ως γραφέας στο Ληξιαρχείο. Είχε σκυφτό κορμί και ευαίσθητη υγεία κι η δυσπεψία καραδοκούσε αν τύχει κι έπινε κάτι δυνατότερο από μπίρα, με αποτέλεσμα ύστερα να περνά μέρες ξαπλωμένος στο ντιβάνι. Προς το τέλος της ζωής του όταν είχε πια κατακτήσει μια μικρή φήμη, διοργάνωσε στο σπίτι του στο Παρίσι τις φημισμένες “Τρίτες”. Μέσα απ’ το παράθυρο έμπαινε ο θόρυβος του κοντινού τρένου κι ο Μαλαρμέ μιλούσε με μονότονη φωνή, στον κύκλο των συγκεντρωμένων θαυμαστών του, μεταξύ των οποίων ο Αντρέ Ζιντ, ο Βερλέν, ο Όσκαρ Ουάιλντ κι ο πιο προικισμένος ίσως απ’ όλους, ο Πολ Βαλερί, για την ποίηση και τη μουσική.

Αντίθετα από το είδωλό του, τον Μποντλέρ, ουδέποτε κατέφυγε σε τεχνητούς παραδείσους. Η γυναίκα του ήταν μια μάλλον άκομψη Γερμανίδα γκουβερνάντα, εντελώς το αντίθετο από την Ζαν Ντιβάλ, την πρασινομάτα Αφροδίτη των σονέτων του Μποντλέρ. Δεν υπάρχει ίχνος “κατάρας” στα έργα του που βρίθουν από εικόνες λευκότητας, απουσίας, απώλειας, στειρότητας – εκτός αν αυτά τα δυο εξισούνται.

Υπάρχει ένα λήμμα του στο Αγγλικό Λεξικό, που προσπαθούσε να συντάξει, το οποίο ίσως συνοψίζει την ύπαρξή του: “φτερό, το φτερό η χήνα ξεπουπουλιάζεται” – δεν ήταν για κείνον ο αιφνίδιος όλεθρος των λεγόμενων “καταραμένων” ποιητών, αλλά το αργό σβήσιμο.

Πένης και ανοργάνωτος…

Το μικροαστικό σπίτι απ’ όπου προερχόταν διαλύθηκε με το θάνατο της μητέρας του, όταν αυτός ήταν πέντε χρόνων· μεγάλωσε με τους παππούδες του κι ο πατέρας του ξαναπαντρεύτηκε. Αλλά και το δικό του σπίτι κόντεψε να διαλυθεί όταν πέθανε ο μικρός του γιος Ανατόλ, στα οκτώ του χρόνια. Υπέφερε συχνά από αρρώστιες και από προσβολές μεταφυσικής αγωνίας, ενώ συχνά, όπως γράφει ο βογράφος του, οι τσέπες του ήταν άδειες. Δεν είχε πολύ μυαλό για τα λεφτά, λιγότερο από ανικανότητα και περισσότερο από περιφρόνηση, και το ισχνό του εισόδημα συμπλήρωνε με δημοσιογραφικά κομμάτια για τα αγαπημένα του θέματα, κυρίως, τον Βάγκνερ και τον Έντγκαρ Άλαν Πόε. Όταν τρεις γαλλικές εφημερίδες τού ανέθεσαν να γράψει ένα κομμάτι γιατη Μεγάλη Έκθεση του Λονδίνου το 1851, δεν μπόρεσε να το παραδώσει έγκαιρα σε καμιά από τις τρεις.

Εκλεκτικός και εκλεπτυσμένος τόσο που δυσκολευόταν, γιατί δεν έβλεπε τον ουσιαστικό λόγο, να βάζει μια λέξη στο χαρτί – σ’ αυτόν ανήκει ο φημισμένος στίχος: “αλίμονο, η σάρκα είναι θλιμμένη κι έχω διαβάσει όλα τα βιβλία”. Δεν τον ενδιέφερε η δημιουργική πληθώρα, το πλήθος των σελίδων, γι’ αυτόν η ποίηση ανθεί στα λευκά διαστήματα ανάμεσα στις λέξεις. Δεν ενδιαφέρει η ύλη που έχει βάρος, αλλά η λευκότητα κι η απροσδιοριστία. Το τελευταίο του ποίημα “Ρίξιμο των ζαριών”, το σύμβολο κατόπιν του μοντερνισμού, λάμπει από το λευκό φως του κενού και γέμει από αμφιβολίες και μετακινούμενες σκιές. Κάποιος κριτικός το έχει παρομοιάσει με τη φλόγα από ένα αψέντι (ένα ποτό που ο Μαλαρμέ δεν είχε ποτέ του δοκιμάσει) που καίει στο κενό.

Το κενό αυτό ο Μαλαρμέ το ανακάλυψε στην καρδιά της γλώσσας κι ο βιογράφος Γκόρντον Μίλαν ιχνηλατεί με ακρίβεια την επίπονη, και κάποτε κωμική, πορεία που οδήγησε τον Μαλαρμέ στο συμπέρασμα ότι η γλώσσα “δεν είναι στην πραγματικότητα τίποτε άλλο από μια συλλογή συμβατικών σημείων δίχως νόημα”.

Ίσως να μην είναι ανεξήγητη η έλξη που άσκησε –και ασκεί– στους θεωρητικούς της γλώσσας και της λογοτεχνίας. Κάποτε είπε στον φίλο του, τπν ζωγράφο Ντεγκά, ότι οι λέξεις κάνουν τα νοήματα, όχι οι ιδέες. Αυτό το 1863, κι αργότερα πολύ ο Ζαν Πολ Σαρτρ υποστήριξε πως ο Μαλαρμέ έγινε ο ποιητής του τίποτα, επειδή έχασε τη μητέρα του πολύ μικρός. Ο χώρος τού Γκόρντον Μίλαν όμως δεν είναι η ψυχανάλυση για να θέσει τέτοια ερωτήματα, αλλά η ιστορία της λογοτεχνίας και το βιβλίο του, εκτός των άλλων, είναι και μια πολύ καλή ιστόρηση των αρχών του συμβολισμού και του ιμπρεσσιονισμού. Έκανε τα πάντα για να προωθήσει τη φήμη του Έντγκαρ Άλαν Πόε (τον έβλεπε κατ’ ουσίαν Ευρωπαίο του οποίου η ποίηση έτεινε προς τη μουσική) και υπερασπίσθηκε τον Μανέ όταν ο πίνακάς του, ενός αλκοολικού, απορρίφθηκε από μια έκθεση το 1859. Είχε και οξύ το αίσθημα της κοινωνικής δικαιοσύνης. Όταν ο Ζολά φυλακίσθηκε για την υπόθεση Ντρέυφους, του έστειλε στη φυλακή τηλεγράφημα συμπαράστασης, όμως η γνώση του Μίλαν της ιστορίας της γαλλικής λογοτεχνίας της περιόδου είναι τόσο εκτεταμένη ώστε να μπορεί να δίνει στον αναγνώστη πληροφορίες φαινομενικά ασήμαντες αλλά πολύ σημαντικές για τη δημιουργία της ατμόσφαιρας, όπως π.χ. ότι ο Μαλαρμέ ήταν συνοδός της σορού στην κηδεία του Βερλέν. Η σχέση όμως του Μαλαρμέ με την Μερί Λοράν παραμένει ακόμη άγνωστης φύσης. Παρά ταύτα όμως, όπως σημειώνουν οι κριτικές, η βιογραφία του Μίλαν –η πρώτη του Μαλαρμέ εδώ και πενήντα χρόνια και αξιοθαύμαστα άθικτη από τη στρουκτουραλιστική φρασεολογία– θα περάσουν πολλά χρόνια για να ξεπεραστεί.

Επιρροές

Όσον αφορά στην επιρροή του στους άλλους συγγραφείς, το λακωνικό στυλ του Βιτγκενστάιν, οι μόλις ακουστές λέξεις του Μπέκετ, τα αντιμυθιστορήματα του Αλέν Ρομπ Γκριγιέ και του Ρομπέρ Πινζέ, όλα οφείλουν κάτι στην ιδέα του Μαλαρμέ για μια τέχνη δίχως σάρκα, μόνο γυμνά κόκαλα.

Η έμμονη ιδέα του ήταν για ένα βιβλίο όπου θα μπορούσαν όλα να μπουν μέσα. Θα ήταν αυτό ιστορικό, ανθρωπολογικό, επιστημονικό ή όλα μαζί, παραμένει μυστήριο. Την παραμονή του θανάτου, στην ηλικία των 65 χρόνων, είπε στην κόρη του να κάψει όλα τα χαρτιά του. Ίσως οτιδήποτε είχε γράψει για το βιβλίο εκείνο, κατέληξε στις φλόγες της σόμπας ή του τζακιού.

Διόλου μικρή δεν είναι και η σχέση του με τους μουσικούς – αυτό που πίστευε για την ποίηση του Έντγκαρ Άλαν Πόε ότι τείνει προς τη μουσική, ισχύει εξίσου, αν όχι περισσότερο, και για τη δική του. Εκτός από το φημισμένο συμφωνικό ποίημα του Ντεμπισί “Το απομεσήμερο ενός φαύνου” που εμπνέεται από το ομώνυμο έργο πουο Μαλαρμέ ονομάζει “εκλογή” απηχώντας τον κόσμο των “Εκλογών” του Βιργιλίου, τόσο ο Ντεμπισί όσο κι ο Ραβέλ έσκυψαν πάνω στα ίδια τα ποιήμαατα του ποιητή. Κι οι δυο στα 21 τους χρόνια, ο Ντεμπισί το 1884 μελοποιώντας την “Εμφάνιση” και ο Ραβέλ την “Αγία” το 1896. Αργότερα κι οι δυο ξανάπιασαν τις “Ποιήσεις” του Μαλαρμέ (Γκαλιμάρ, 1913) μελοποιώντας τρία ποιήματα του Στεφάν Μαλαρμέ (τα δυο είναι τα ίδια), ο Ντεμπισί για φωνή και πιάνο κι ο Ραβέλ για φωνή, δυο φλάουτα, δυο κλαρινέτα, πιάνο και κουαρτέτο εγχόρδων.

Στον 20ό αιώνα ο Πιέρ Μπουλέζ έγραψε, στο τέλος της δεκαετίας του ’50 και στις αρχές της δεκαετίας του ’60, τη σύνθεση “Πλι σελόν Πλι, ένα πορτρέτο του Στεφάν Μαλαρμέ” για φωνή και 58 μουσικούς και αργότερα τους “τρεις αυτοσχεδιασμούς στον Μαλαρμέ” πάλι για φωνή και ορχήστρα.

Τέλος, το 1944 ο Γερμανός συνθέτης Πάουλ Χίντεμιτ συνέθεσε την “Ηρωδιάδα”, αποκαλώντας την “Απαγγελία με ορχήσστρα”, όπου μέρη της ημιτελούς τραγωδίας του Μαλαρμέ απαγγέλλονται και χορεύεται μια χορογραφία με τη συνοδεία μικρής ορχήστρας.  (Πηγή: The Guardian / H Kauhmerin;h)

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή