Στέλιος Χαλκίτης: «De Profundis, Αναμάρτητοι Έρωτες» | Εκδόσεις Πηγή

by Times Newsroom

Παρουσιάζει μέσα στις σελίδες του τις στεβλώσεις στις κοινωνικές συμβάσεις, ανατρέπει παραδοχές και φιλοδοξεί να προβληματίσει με σκοπό να αναθεωρήσουμε βεβαιότητες.

Στο «καταφύγιο», κοντά στο τριζοβόληµα της φωτιάς, στον ήχο της βροχής και στης άνοιξης τις αύρες, ανδρώθηκε η φιλία του Μητροπολίτη Νικόλαου µε τον άθεο µηχανικό Κορνήλιο Βερόνη, µια καθαρή συναναστροφή, απαλλαγµένη από µικρότητες και φθηνές παραστάσεις αποκριάτικου βίου. Σε πλούσιο αφηγηµατικό χρόνο, µε εικονοπλασία επενδεδυµένη µε βάθος πνευµατικό, µια δικαστής κάνει βουτιά στα άδυτα του συναισθήµατος, εµπλέκοντας στον παράξενο έρωτα τον κραταιό Μητροπολίτη ο οποίος καταφεύγει –κατά την ανατρεπτική τους συµπόρευση– στις άγνωστες συµπαντικές στιγµές του Ιησού και της Μαγδαληνής που αναδύονται µέσα από τα µυστικά Τετράδια του γερο-Πιτσιρίκου. Τετράδιο τέταρτο, σελίδα τριάντα µία: Είχαν αποµακρυνθεί… «Γιατί, Κύριέ µου, αφήνεις να Σε σταυρώσουν;» ψιθύρισε µε απόγνωση. «Τυπώνω Μαρία στο σώµα µου αυτά που δεν λέγονται». «Και τι θα κερδίσεις, Βασιλιά µου;» «Πολλές φορές Μαρία, δεν έχει σηµασία πόσα κέρδισες, αλλά πόσα δεν έχασες. Κι εγώ ετοιµάστηκα για να τα δώσω όλα. Στύβω τις πέτρες και µατώνω»…

Η Άσπεργκερ αδελφή του Μητροπολίτη, αμείλικτα προκλητική, δηλώνει παρούσα και πλέκει στον κόσμο της το όνειρο µε την πραγματικότητα, µε απεγνωσμένη γενναιότητα και µε πολεμική διάθεση ενάντια στην ανθρώπινη αλλοτρίωση. Και ο συγγραφικός προβολέας ανάβει για να φωτίσει την Ψυχανάλυση παράλληλα και τη ζωή των άλλων ολοζώντανων χαρακτήρων, που υπόσχονται να μιλήσουν σε συλλεκτικές στιγμές, να ανατρέψουν βεβαιότητες, να υποτάξουν τις εκατονταρχίες του ψεύδους και να αφήσουν τη βροχή να συνοδεύει το παράπονό τους.

 

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ

«…Ήταν οι μέρες που η γιαγιά σου θα έφευγε από τη ζωή. […] Λίγες μέρες πριν χάσω για πάντα τη μορφή της, πριν σιωπήσει η φωνή της, πριν σβήσει ο ήλιος μου, η ζωοδότρα μου, ένα πρωινό με ανεμόβροχο, αρχές του Δεκέμβρη, την ερωτεύτηκα ξανά. […] Ναι, την ερωτεύτηκα ξανά, αυτή τη φορά με ωριμότητα, φρίττοντας ενώπιον της επιπολαιότητας της νεότητας, και μάλιστα οι πράξεις της νεότητας ήταν η αφορμή να νιώσω την ανάγκη να την ερωτευτώ εκ νέου και να προχωρήσω πέρα από την όψη, να αναλογιστώ τις μύχιες πτυχές της ψυχής και του νου της, που στα πρώτα χρόνια του έγγαμου βίου μας μου ήταν άγνωστες, και αυτή η άγνοια μου προκαλούσε φόβο, έτρεμα μήπως τη χάσω, γι’ αυτό ο ανόητος προσπαθούσα να την πείσω πως ήμουν πρώτος σε όλα…, κανείς ποτέ δεν είναι πρώτος σε τίποτα. […]

Τώρα σαν να έφυγε η λάσπη από τα μάτια μου, είδα. Είναι τόσο περίεργο αυτό το συναίσθημα του νέου έρωτα με την ίδια γυναίκα. Την ίδια μέρα που σκίρτησε μέσα μου, συνέβη και κάτι άλλο, ένιωσα να την ποθώ ερωτικά παρόλο που, όπως καταλαβαίνεις, δεν είχε την ομορφιά του πρώτου καιρού, ωστόσο τώρα είχε μια άλλη ομορφιά πολύ πιο ελκτική, ήταν ένας συνδυασμός ομορφιάς της ωριμότητας και δέους για το πώς χειρίστηκε μέχρι σήμερα τη ζωή, για το πώς άνθεξε τις ιδιορρυθμίες μου. […]

Τις φωτεινές εκείνες μέρες αναζητούσα στη γιαγιά σου τις λεπτομέρειες. Όσο πιο πολλές, πιο ποικίλες, πιο περίπλοκες ή ακατανόητα απλές, τόσο πιο μακριά με συμπαρέσυραν, μάγευαν το μυαλό μου και με υποχρέωναν να ψάξω μέσα μου. Έπαιρνα την εικόνα της και την ψηλάφιζα. Και η μορφή, το ύφος είναι χίλιες εικόνες και άπειρες λεπτομέρειες, όμως δεν μου ήταν αρκετό να κλέβω στιγμιότυπα, αναζήτησα την κίνηση, τη μυρωδιά και το άγγιγμα. Τότε επεδίωξα ‒θα σ’ το πω απλά, όπως το σκέφτομαι‒ να την ξεμοναχιάσω, και όταν το κατάφερα, εκείνη δεν αντέδρασε όπως τις πρώτες φορές, την παλιά εποχή, τώρα έμεινε να την αγγίζω, να τη γδύνω, σαν αυτό να ήταν κάτι επιβεβλημένο, κάτι που έπρεπε να γίνει, ωστόσο όταν εγώ θέλησα να της χαρίσω όσο περισσότερη ηδονή γίνεται ‒κάτι που ομολογουμένως την αιφνιδίασε‒ εκείνη τη δέχτηκε μετ’ ευχαριστήσεως και ανταπέδωσε με ένα σφίξιμο που όμοιό του δεν μου πρόσφερε ποτέ στο παρελθόν. Το αγκάλιασμά της ήταν δηλωτικό του έρωτά της για μένα ‒έτσι το αισθάνθηκα‒ και όχι των λίγων στιγμών ηδονής. Τις επόμενες μέρες το μυαλό μου είχε κατακλυστεί από εκείνη […] Θα σ’ το πω λυρικά: αισθανόμουν τ’ αστέρια να ανατέλλουν μόνο για εκείνη και αυτή για πρώτη φορά ζήλευε τη βροχή γιατί με άγγιζε. […]

Αυτό το γράμμα, Κορνήλιε, το έγραψα για σένα, για να σου πω ότι είμαστε ανόητοι που έχοντας όλη τη ζωή μπροστά μας δεν εκτιμούμε τα πολύτιμα, αλλά είμαστε στραμμένοι στα κίβδηλα, ο χρόνος όμως δεν μας περιμένει».


Ο ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ

Ο Στέλιος Χαλκίτης γεννήθηκε στην Κάλυμνο όπου ζει, εργάζεται και συγγράφει. Κατά τη διάρκεια των εγκύκλιων σπουδών του, αλλά και αργότερα, σε μια προσπάθεια να βρει απαντήσεις στις υπαρξιακές του ανησυχίες, ταξίδεψε σε Ινδίες, Θιβέτ, Ιμαλάια, Αγ. Ορος κ.α. Επί σειρά ετών αρθρογραφούσε σε ελληνικές εφημερίδες για πολιτικά, φιλοσοφικά και κοινωνικά θέματα, υποστηρίζοντας με θέρμη τα ανθρώπινα δικαιώματα, την ισότητα των γυναικών και την ισότητα εν γένει, όπως και την ανάγκη αναθεώρησης πάσης φύσεως βεβαιοτήτων. Συχνά προσκαλείται σε πνευματικά ιδρύματα, φιλοσοφικά συμπόσια ή άλλες εκδηλώσεις όπου δίνει διαλέξεις φιλοσοφικού ή ψυχολογικού χαρακτήρα που τυγχάνουν μεγάλης αποδοχής από το ευρύ κοινό και μέλη της πανεπιστημιακής κοινότητας. Εκτός από το «De Profundis. Αναμάρτητοι Ερωτες» έχει εκδώσει άλλα τρία βιβλία: το «Μάργκινους Μόριους», 2012, Εκδόσεις Ζήτη, «Ο Λούσηρος» (2013, εκδόσεις Ζήτη) και («Ante Tractatum – Φιλοσοφικές Σημειώσεις» (2015, εκδόσεις Ρώμη). Το πρώτο από αυτά έχει κάνει δεύτερη έκδοση στην Ελλάδα (2015) και αγγλική έκδοση στη Μεγάλη Βρετανία: «Marginus Morius», Vanguard Press, 2014. Το «Ante Tractatum» διδάσκεται στο Τμήμα Φιλοσοφίας και Παιδαγωγικής της Φιλοσοφικής Σχολής του Α.Π.Θ.

 

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή