Στράτης Μυριβήλης: “Ώσπου να γίνει δυο και τέταρτο”

by Times Newsroom 1
Share this

Ο Στράτης Μυριβήλης δίνει μια συνοπτική ιστορία του έργου του Η ΖΩΗ ΕΝ ΤΑΦΩ, γράφοντας στον πρόλογο της έκδοσης του 1949: «Το Η ζωή εν τάφω άρχισε να σχεδιάζεται μέσα στα χαρακώματα του Α΄ παγκοσμίου πολέμου. Ένα κεφάλαιο κιόλας δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Νέα Ελλάς που έβγαινε στη Θεσσαλονίκη το 1917. Κατόπι, σαν γυρίσαμε από την Μικρασιατική Καταστροφή, το πρώτο σύνολο μπήκε σαν επιφυλλίδα στην εφημερίδα Καμπάνα της Μυτιλήνης. Το ανάτυπο από εκείνη την επιφυλλίδα (1924) στάθηκε η πρώτη έκδοση του έργου. Από τότες η Η ζωή εν τάφω σημειώνει μια σταθερή πορεία ως τις μέρες μας, ανάμεσα σε πολλές και τρικυμιώδεις πολιτικές περιπέτειες, ενθουσιασμούς και παρεξηγήσεις. Η κυκλοφορία του βιβλίου είχε απαγορευτεί τα τέσσερα χρόνια της δικτατορίας [του Μεταξά] και τα κατοπινά τέσσερα χρόνια της κατοχής.» Σύμφωνα με την βιογράφο του, Νίκη Λυκούργου, το έργο φαίνεται να γράφτηκε το πεντάμηνο διάστημα από την αποστράτευσή του και την επιστροφή του στην Μυτιλήνη, δηλαδή από τον Νοέμβριο του 1922 έως και την πρώτη δημοσίευσή του, σαν επιφυλλίδα στην εφημερίδα Καμπάνα, τον Απρίλιο του 1923. Πρώτη δημοσίευση, στην επιφυλλίδα της εφημερίδας Καμπάνα, και στα πρώτα φύλλα της (αρ. 3 Απρίλιος 1923, έως αρ. 46 Ιανουάριος 1924). Το κείμενο που ακολουθεί είναι ένα απόσπασμα:

Ώσπου να γίνει δυο και τέταρτο

ΦΤΑΣΑΜΕ ΛΟΙΠΟΝ στη μεγάλη νύχτα! Γι’ απόψε ορίστηκε το μεγάλο χτύπημα. Αυτή τη φορά θα είναι ο Πόλεμος με όλο το περιεχόμενο της μάχης. Η κρούση θα γίνει σε έχταση χιλιόμετρων, μεραρχίες ολάκερες θα χτυπηθούν, αποστάσεις θα διατρέξουμε. Πρέπει να πάρουμε από τα χέρια των Γερμανοβούλγαρων ολάκερο το φρουριακό συγκρότημα που είναι δεξιά μας. Φαίνεται αυτού πάνου ν’ ακουμπά όλη η γραμμή τους στο βαλκανικό τομέα. Θα τους το πάρουμε αφού πρέπει. Αυτό το βλέπεις, το διαβάζεις σ’ ολωνών τα πρόσωπα. Φαίνεται πως είναι μια λύση. Καθένας μέσα σ’ αυτή τη γενική λύση τραβά να ξεδιαλύνει το δικό του το ατομικό πρόβλημα. Η λέξη που κυκλοφορεί είναι η “εξόρμηση”. Τη λεν σιγά σαν απόρρητο, τη λεν σαρκαστικά και μισοκλείνουν τα μάτια, την πετάν με πείσμα, δεν καταλαβαίνεις ενάντια σε ποιον. Σφίγγουν τα δόντια και τεντώνουνται οι μασητήρες στα βουλιαγμένα μάγουλα:

-Θα τα πούμε στην εξόρμηση!

Οριστικά αποφασίστηκε γι’ απόψε στις δυο και τέταρτο. “Δυο και δεκάξι” είναι η διαταγή. Οι λοχαγοί παίρνουν κάθε λίγο στο τηλέφωνο τη σωστήν ώρα. Είναι ακόμα νωρίς, ωστόσο όσοι έχουν ρολόι σηκώνουν το χέρι και το κοιτάζουν κάθε λίγο. Και κάθε φορά το κοιτάζουν κάμποσην ώρα. Θαρρείς και παρακολουθούν με εναγώνια περιέργεια αυτούς τους μικρούς δείχτες που περπατάν με τόσο μικρά βήματα πάνω στο δρόμο του χρόνου, και κάθε βήμα μάς φέρνει πιο κοντά στην κρίσιμη στιγμή. Υπάρχει ένα είδος ανυπομονησία ακόμα και για τα πιο τρομερά πράματα. Όλοι είναι ξενευρισμένοι εχτός από το λοχαγό. Αυτός βρίσκεται παντού. Τα προβλέπει όλα, τα νοιάζεται όλα ώς τις παραμικρές λεπτομέρειες. Περνά μπροστά απ’ όλους, και για τον καθένα έχει μια φιλική κουβέντα που δίνει αέρα στην ψυχή και στυλώνει την καρδιά.

Το πυροβολικό μας άρχισε να σαρώνει τ’ αντικρινά χαρακώματα εδώ και μιαν ώρα. Είναι κάτι το καταπληκτικό, σχεδόν ανυπόφερτο. Ρίχνουν αδιάκοπα χίλια πενήντα κανόνια. Χώρια τα “μηχανήματα χαρακωμάτων”. Δίχως ανασασμό, δίχως ανάπαψη. Τι μπορεί ν’ απομείνει κάτω απ’ αυτή την οργή; Η σάρκα του φαντάρου είναι μαλακιά σαν τη ζύμη. Φτάνει ένα μικρό λέπι από τη χειροβομβίδα για να τη σπαράξει. (Και η κάθε χειροβομβίδα ανοίγει σε εκατό κομμάτια.) Η κοιλιά προπάντων είναι τόσο απαλή και απροστάτευτη. Και η κάθε λαβωματιά μέσα στα άντερα φέρνει ένα βέβαιο, αργό και οδυνηρό θάνατο.

Είναι τόσο πολλές, τόσο μεγάλες, δυνατές και αλύπητες οι μηχανές που έστησε ο πόλεμος αντίκρυ στο κορμί του φαντάρου. Ποιος θα μπορέσει καμιά φορά να κάνει κοινή συνείδηση τούτο το απλό πράμα: Πως απόψε στις δυο και τέταρτο δεν πρόκειται να παλέψουν τριάντα χιλιάδες Έλληνες με τριάντα χιλιάδες Γερμανοβούλγαρους, μα εξήντα χιλιάδες μαλακά ανθρώπινα κορμιά με αμέτρητες ατσαλένιες μηχανές. Αυτές είναι οι δυο πραγματικές παράταξες. Οι ανθρώποι από τη μια, οι μηχανές από την άλλη. Και η νίκη γι’ αυτές θα ‘ναι. Αυτές δεν πονάν, δεν αγαπούν, δεν έχουν φαντασία, δεν έχουν ιδέα από τη χαρά της ζωής και τη γλύκα του ήλιου.

Αυτό θα γίνει απόψε, δυο ώρες και δεκάξι λεφτά ύστερ’ από το μεσονύχτι και κανένας δεν μπορεί να το σταματήσει, ούτε ο Θεός. Τα χίλια πενήντα κανόνια μας από τώρα κιόλας “προετοιμάζουν” την εξόρμηση. Αυτό θα πει πως την κάθε στιγμή χίλιες πενήντα οβίδες σκάβουν τ’ αντικρινά χαρακώματα ψάχνοντας για ανθρώπινη σάρκα. Και εκεί πέρα άλλα τόσα περιμένουν την ώρα τους. Σωπαίνουν κουρνιασμένα στις κρύφτρες, στις φυλλωσιές και στα διχτυωτά τους, περιμένουν μια λέξη, ένα σύνθημα για ν’ απαντήσουν.

Οληνώρα ο κόσμος τρέμει και βουίζει. Ο ουρανός τρέμει, ο αέρας τρέμει. Κάθε λίγο ξανανάβω το κερί μου που το σβήνει η πίεση. Στις κοντινές εκρήξεις των μεγάλων κομματιών νιώθω έναν πόνο στο στομάχι, σα να δίνει κανείς εκεί μια ξαφνική γροθιά.Η ατμόσφαιρα γέμισε πρωτάκουστες φωνές. Θαρρείς πως ένα τέρας μεγάλο, άμορφο και απλωτό σαν τη βροχή γιόμισε την ατμόσφαιρα με την ευαίσθητη ουσία του. Και αυτό το τέρας το βασανίζει αλύπητα ένας Τιτάνας. Το καμακίζει με πυρωμένες τρίαινες κι αυτό κουλουριάζεται και συσπάται. Ουρλιάζει, ολολύζει με αμέτρητα στόματα, βογκά, φοβερίζει και παραπονιέται. Ούτε κι αυτό. Ολάκερη η Πλάση είναι που μουγκρίζει, σφυρίζει και βλαστημά. Όλες οι σπηλιές γίνανε στόματα που ρεκάζουν, όλες οι χαράδρες άνοιξαν τις οδοντοστοιχίες των γυμνών βράχων και βρυχιούνται από αβάσταχτους πόνους. Ένα θεϊκό καμουτσί δέρνει τη χτίση τούτο το ψυχρό βράδυ και το χιονόνερο νοτίζει τη γυμνή ράχη της ψιλά-ψιλά. Το θεϊκό καμουτσί σφυρίζει και πέφτει, τυλίγεται στα καπούλια της ζωντανής Γης και χαράζει αιματηρές αυλακιές. Αυτή τινάζεται να σπάσει τις αλυσίδες του Νόμου που την κρατάνε ζεμένη στο μαγγανοπήγαδο του κύκλου της. Χιμάει να ξεφύγει, κεντρισμένη από την παραφροσύνη της τρομάρας, το φλούδι της ρυτιδιάζει, ανετριχιάζει σα ζωντανό δέρμα. Πολεμά να ορμήσει στο βάραθρο της άβυσσος, γυρεύει την πιο παράμερη γωνιά να συρθεί τρεμουλιάζοντας σαν το δαρμένο ζαγάρι. Μεγάλα, αόρατα σώματα τρέχουν μέσα στο φλογισμένο σκοτάδι κοπαδιαστά, αφήνουν πίσω τους ουρές από οργισμένες φωνές. Αντίκρυ άναψε ένα ηφαίστειο με χίλιους κρατήρες. Κόκκινες φλόγες, πράσινες φλόγες πηδάν από τη γης, γλείφουν το πρόσωπο της νύχτας. Οι προβολείς αδειάζουν πάνω στα βουλγάρικα χαρακώματα καταρράχτες σκληρό φως.

ΚΑΘΟΥΜΑΙ και σου γράφω.

Με ποιον άλλον έχω να συναγροικηθώ τούτες τις ώρες; Κι άλλοι κάμουν το ίδιο, στο Μεγάλο Αμπρί. Μερικοί προσεύχουνται. Ντηριούνται να το κάμουν ελεύτερα μπροστά στον κόσμο, κάθουνται παράμερα δίχως να μιλούν, δίχως να κινιούνται. Όμως βλέπεις τα χείλη τους και καταλαβαίνεις. Ένας διαβάζει τους Ψαλμούς του Δαβίδ. Και σαν κάνει κανείς να μιλήσει, το κάνει σιγανόφωνα, από πολύ κοντά, μ’ έναν τρόπο εμπιστευτικό. Ο άλλος που ακούει τόνε βλέπει στα χείλια όπως οι κουφοί. Είναι όλοι χλωμοί, κίτρινοι σαν τις μουσαμαδιές των τρατάρηδων. Τώρα που νύχτωσε άρχισαν να μας βαρούν απ’ αντίκρυ με τα βαριά τους κομμάτια. Είναι ανάμεσα σ’ αυτά δυο που οι φαντάροι τα γνωρίζουν από τον ξεχωριστόν ήχο που κάμουν οι οβίδες και τα πήραν από φόβο. Λένε πως ρίχνουν από πολύ μακριά, από τα μετόπισθεν της γραμμής του οχτρού, και είναι τόσο μεγάλα που κινιούνται πάνω σε σιδηροτροχιές. Τα λένε “ο Αδάμ και η Εύα”, δεν ξέρω γιατί. Ο λοχαγός λέει πως είναι κανόνια του ναυτικού, ξεσηκωμένα από μεγάλα θωρηχτά. Κάθε φορά που σκάει μια οβίδα τους κοντά στη στέγη μας, τραντάζεται όλη η γαλαρία σύξυλη, τρίζουν τα αμπρόξυλα και πέφτουν χώματα και πετραδάκια από τις χαραμίδες. Τότες όλοι σταματούν το γράψιμο, το σιγομίλημα την προσευκή τους. Σηκώνουν το κεφάλι με ανησυχία στο ταβάνι, κοιτάζουνται, κατόπι πάλι συνεχίζουν. Αυτός που διαβάζει τους Ψαλμούς σταυροκοπιέται κάθε φορά.

Από χτες είμαστε όλοι ντυμένοι του κουτιού. Ολοκαίνουργιοι από την αρβύλα ‘ως το γαλάζιο μαντίλι του λαιμού. Αυτό, λέει, γίνεται πριν από κάθε μεγάλη επιχείρηση για να μη μολεύονται οι λαβωματιές από τα βρώμικα ρούχα, σαν ακουμπάν αυτά σε ανοιχτή πληγή ή συνεπαίρνουνται τα ξεσκίδια μέσα στα σπλάχνα από τα κομμάτια της οβίδας. Είναι πολύ εκνευριστικό να τα συλλογιέται κανείς αυτά, όμως είμαι φχαριστημένος να νιώθω παστρικά εσώρουχα κατάσαρκα. Είναι ακόμα κ’ ένα φρεσκάρισμα για το ηθικό. Για μένα ακόμα περισσότερο, που πάντα μου ένιωθα τον παραμικρό λεκέ στα ρούχα να προβάλλεται ώς μέσα, πάνω στην ψυχή μου. Όμως οι φαντάροι πήρανε το πράμα με το συνηθισμένο σαρκασμό. Τον καινούργιο ρουχισμό, τον είπανε με μια πένθιμη λέξη: “Τα σάβανα”. Και ο λοχίας σιτιστής που έκαμε τη διανομή αναγκάστηκε να μεταχειρίζεται την ίδια λέξη:

-Έλα δω, συ, κοίτα τι σου λείπει. Πήρες όλα τα σάβανά σου;

Πρέπει να σου πω ακόμα πως πριν από το σαβάνωμα έγινε η Μετάδοση. Ο Μπαλαφάρας, όλα κι όλα, είναι θρήσκος άνθρωπος. Ο παπάς της Μεραρχίας μέρες τώρα κάνει αυτή τη δουλειά. “Μεταλαμβάνει ο δούλος του Θεού…” Το μούτρο του μου ‘φερνε αναγούλες. Έλεγε την ευκή μηχανικά, ανάμεσα πετούσε και καμιά κουβέντα στο λοχαγό και έσπρωχνε το κουταλάκι. Ποιος είν’ αυτός ο Θεός που δέχεται τον παπα-Θεόδωρος μεσολαβητή για να επικοινωνήσει με την ψυχή μας που χτυπά τα φτερά της σαν τρομαγμένος άγγελος;

Στ’ αλήθεια όλοι θαρρείς βάλθηκαν να μας κάμουν να το πάρουμε απόφαση πως είμαστε ετοιμοθάνατοι. Ο Συνταγματάρχης κάλεσε τους αξιωματικούς σε δείπνο και το ‘πανε “το δείπνο του θανάτου”. Αν είναι Σπαρτιατικό αυτό, όμως μυρίζει πολύ καμποτινισμό. Ένας έφεδρος αξιωματικός, που ήταν δημοσιογράφος, τράβηξε στη γραφομηχανή και μοίρασε τούτο εδώ το πρόγραμμα:

ΜΕΓΑΛΟΣ ΧΟΡΟΣ ΠΡΟΣΩΠΙΔΟΦΟΡΩΝ

Πρόσκλησις

“Αύριον την 2.16΄ π.μ. η ευφήμως γνωστή ανά την κοσμικήν κίνησιν των Βαλκανίων Κα Πατρίς δίδει εις το υψόμετρον 386 μια παρτίδα γκάρντεν πάρτι. Θα γίνει και χορός προσωπιδοφόρων (μπαλ-μασκέ). Συνάθροισις αν γκαρσόν. Οι κυρίες αποκλείονται εκτός των Αδελφών του Ερυθρού Σταυρού, που θα γίνονται δεκταί… κατόπιν εορτής. Μουσική: η διεθνής τζαζ. Χίλια πενήντα όργανα. Στολή εκστρατείας πρωτοφόρετη. Δια τας προσωπίδας θα μεριμνήσει η Υγειονομική αποθήκη. Μπουφέ πλουσιότατον. Θα σερβιριστούν ‘αηδόνια’ και ‘γουρούνες’ Λικέρ: “Liquides enflammés”.  Δροσιστικά αεριούχα: “Gaz asphyxiants” και “Caz lacrymogènes”. Ψάρια: Τορπιλίσια και όσα πιάσει το “δίκτυον συρματοπλεγμάτων”. Σερβίτσιο: Μάχαιρα χαρακώματος. Πηρούνια της γερμανικής αεροπορίας. Πετσέτες ολομέταξες από αλεξίπτωτα φωτιστικού πυραύλου. ατραξιόνες: Μεγαλοπρεπή πυροτεχνήματα, ρουκέτες όλων των χρωμάτων δι’ όλα τα γούστα. Κοτιγιόν περιεργότατα και εξόχως γραφικά. Ακροβατικά εναέρια γυμνάσματα. Μερικά νούμερα: Ο άνθρωπος που περπατεί δίχως κεφάλι. Ο άνθρωπος που τρέχει δίχως πόδια. ο άνθρωπος που εξαερώνεται. ο άνθρωπος που τρώει φλόγες και καταπίνει σπαθιά. Θα μοιρασθούν ως αναμνηστικά μπομπονιέρες με επάργυρα κουφέτα (μάρκα “εγκαιροφλεγής”) ως και υποδείγματος “F1”. Στο τέλος θα χορευθούν Lanciers (ελληνιστί “λογχοφόροι”) σε πολύ πρωτότυπος φιγούρες. Εξίσου πρωτότυπες θα είναι οι φιγούρες των χορευτών. Μετά το πέρας της εορτής τα απομεινάρια θα αναλάβουν να τα συγυρίσουν οι “εκκαθαρισταί”. Είσοδος ελευθέρα-υποχρεωτική. Δια τους προσκληθέντας και μη τιμήσαντας την εορτήν “θάνατος και στρατιωτική καθαίρεσις”. Δια τους λοιπούς μόνον το πρώτον. Την πρώτην πρόποσιν θα εγείρει ο παπα-Θεόδωρος υψώνων το Άγιον Ποτήριον της Μεταλήψεως. Τρέξατε όλοι. Γέλια! Γέλια!! Γέλια!!!”

Η παρωδί τούτη γύρισε από χέρι σε χέρι. Διαβάστηκε πολύ και όλοι τη βρήκανε γουστόζικη και γέλασαν. ΄να γέλιο περίεργο. Αυτό θα ήταν “σαρδώνειος γέλως” των αρχαίων που προσπαθούσε να μας δώσει να καταλάβουμε ο σχολάρχης μας ο Αναγνώστου.

ΩΣΤΟΣΟ ΟΙ ΔΕΙΧΤΕΣ ΠΕΡΠΑΤΑΝΕ πάνω σ’ όλα τα ρολόγια. Τα μικρά τους βήματα περνούν πάνω από τις στιγμές, οι στιγμές γίνουνται ώρες. Κάποτε – απόψε θα ‘ναι αυτό – θα δείξουν το μεγάλο σταθμό “2.16΄”. Για πόσους από μας κι πό τους άλλους αυτό θα είναι η ώρα της Μοίρας; Κανείς δεν το ξέρει. Ούτε και οι δικοί τους, μανάδες, παιδιά, γυναίκες, αδερφές, αρραβωνιαστικές, ούτε κι αυτοί το ξέρουν πως απόψε ο Θάνατος παραφυλάει έξω από χιλιάδες σπίτια. Τα σπίτια αυτά είναι ειρηνικά. Η φωτιά της Εστίας καίγει στο παραγώνι, όλοι κοιμούνται ή περιμένουν τον ταχυδρόμο να φέρει τις γαλάζιες κάρτες του μετώπου με τον εύζωνα και με το μικρό μήνυμα που δίνει τη γαλήνη για λίγες μέρες και κάνει τα πόδια να ξεδιπλώνουνται ξεκουραστικά κάτω από το πάπλωμα: “Τ.Τ. 999. Είμαι πολύ καλά, το αυτό εύχομαι και δι’ υμάς”.Ωστόσο κανένα απ’ αυτά τα σπίτια δεν το υποψιάζεται πως έξω από την ξώπορτά τους παραμονεύει ο Θάνατος. Κρατάει την κλεψύδρα και περιμένει. Και μόλις η ώρα της Μοίρας σημάνει 2 και 16 πρώτα λεφτά με το ρολόι του Στρατηγείου; Αυτός θα σηκώσει το μαύρο χέρι του και τότες θ’ ακουστούν να χτυπήσουν μέσα στη βαθιά νύχτα τα χτυπητήρια. Χιλιάδες χτυπητήρια σε χιλιάδες κλειστές οξώπορτες. “Ντακ-ντακ!”  Αυτή τη φορά δε θα ‘ναι πια ο αγροτικός ταχυδρόμος που φέρνει τα γαλάζια πουλιά του “Τ.Τ. 999”.

Λένε για το μυστικό προαίστημα που δέχεται η ψυχή των μελλοθάνατων. Εγώ δεν έχω τίποτε τέτοιο. Ποτές μου δεν ένιωσα να ‘μαι από τους καταδικασμένους του πολέμου. Ούτε κι από τις μάχες του ’12-’13 βγήκα ποτές “έκπληχτος” που ζω. Πώς γίνεται να πιστέψω πως είναι μπορετό να πάψω – για πάντα, για πάντα – να γράφω, να κολυμπώ, να τραγουδώ, να τρέχω, ν’ αγαπώ, να πονώ και να μισώ; Είναι φορές, ακόμα και στις πιο μαύρες ώρες, που μου ‘ρχεται να ξεφωνίζω κάτω από το κύμα της χαράς που με συνεπαίρνει και με σηκώνει στην κορυφή της ζωής.

Έξω από τα συρματοπλέγματά μας, αντίκρυ στο άκρο αριστερό του χαρακώματος που κρατάει ο λόχος μας, είναι ένας πολύ μεγάλος και ρηχός τάφος. Φραντσέζοι, Βουλγάροι και Γερμανοί είναι παραχωμένοι εκεί ανάκατα και πρόχειρα. Κάθε δυο-τρεις μέρες, σα νυχτώσει καλά, βγάζουμε αγγαρεία και τους ρίχνει χώμα. Κάθε πρωί το βουλγάρικο πυροβολικό βαράει, τους ξεθάβει και ξεβρωμάει ο τόπος. Σα φυσά από κείνη τη μεριά ο αγέρας μάς έρχεται φαρμάκι. Μπαίνει ακόμα και στο στομάχι, οι άντρες ξερνάνε. Με τις πρώτες οβίδες ξεβγαίνουν από τα χώματα μισολιωμένα χέρια, καβουριασμένα σαν ξερά κλωνάρια της συκιάς. μουντζώνουν τον ουρανό ή σηκώνουν τη μαύρη γροθιά στους παρατηρητές μας. Ξεπροβάλλει ακόμα ένα κεφάλι με το κρανίο μισομαδημένο από τα μαλλιά του. Τα σάπια του μάτια κρέμουνται στα μάγουλα σαν να έκλαψαν τους βολβούς αντίς για δάκρυα. Είναι κ’ ένας νέος Γερμανός πολύ νέος, σαν παιδί του Γυμνασίου φαίνεται. Φορά την κάσκα με το υποσιάγωνο καλά σφιγμένο. Αυτός βγάζει το κεφάλι και κοιτάζει το χαράκωμά μας με ακίνητη προσοχή. Οι άντρες της αγγαρείας λεν πως είναι πολύ ωραίος ακόμα και σ’ αυτό το χάλι. Είναι κ’ ένα πόδι με μια μπότα. Αυτό είναι πάντα ανοικονόμητο. Όσο και να το παραχώσουν δε γίνεται να σκεπαστεί ολότελα. Σαν πέσει οβίδα κάπου εκεί κοντά, το πόδι με την μπότα δίνει μια κλωτσιά και βγαίνει έξω ώς το γόνατο. Ειδοποιήσαμε κιόλας δυο φορές τους αντικρινούς με χαρτιά που κρέμασαν οι περίπολές μας να μη βαράν εκεί. Αυτοί τη δουλειά τους. Λοιπόν όσες φορές πήγα στο παρατηρητήριο και κοίταξα αυτό το θέαμα, ποτές δεν κατόρθωσα να το παραδεχτώ πως μπορεί να βρεθεί το πόδι μου, το χέρι μου, σ’ αυτή την κατάντια. Θαρρώ πως οι καταδικασμένοι, οι “προορισμένοι”, έχουν κάποια μυστική σφραγίδα, σαν τον κόκκινο σταυρό που σημαδεύουν στο κούτελο τ’ αρνιά του Πάσχα. Γυρίζω, κοιτάζω τους συντρόφους που σαλεύουν ή ακινητούν γύω μου. Προσπαθώ να ανακαλύψω πάνω στα πρόσωπα τη μυστική σφραγίδα του αρνιού.  Κάποτε θαρρώ πως την ξεχωρίζω σε μερικούς. Τότες πηγαίνω κοντά, τους χαρίζω κάτι τιποτένια μικροπράματα, κανέ τσιγάρο, κανέ κομματάκι σοκολάτα, γίνουμαι τρυφερός μαζί τους. Προπάντων με κείνους που κάποτε έλαχε ν’ αλλάξω άσκημα λόγια.

Κάμποσοι απόψε γράφουν γράφουν γράμματα αιώνιου αποχαιρετισμού. Οι πιο πολλοί δε θα πιστεύουν αυτά που γράφουν. Μερικοί όμως παράδωσαν κιόλας κάτι βέρες, κάτι οικογενειακά θυμητάρια στον ταμεία της Μεραρχίας για φύλαξη. Είναι εδώ κ’ ένας Ριζαρίτης ανάμεσα σ’ αυτούς που προσεύχουνται. Έφαγε όλς τις εφεδρικές τροφές του γελιού για να κάμει θέση για μια χοντρή Παλαιά Διαθήκη, δεμένη με πετσί. Αυτός άρχισε να προσεύχεται δυνατά, έχει ένα ύφος που σ’ ερεθίζει. Λες και μιλά στο τηλέφωνο με το Θεό και κείνος κρατάει κάπου το ακουστικό κι ακούει με προσοχή τη φλυαρία του. Ποτές δεν μπόρεσα να καταλάβω πώς γίνεται να είναι απαραίτητα τα λόγια μπροστά στο Θεό. Ο Ριζαρίτης αυτός έχει κάτι φοβερές αχείλες και δόντια μεγάλα σαν σκερπάνια. Ο Γιγάντης είπε μια φορά γι αυτόν: “Μυστήριο, να ‘χεις τα πιο μεγάλα χείλια του κόσμου και να μη φτάνουν να σκεπάσουν τα δόντια συ!” Κάθε φορά που σταματά για λίγο την προσευχή γυρίζει και κοιτάζει ένα γύρω σαν το Δίκαιο Φαρισαίο. Τ΄τες, λέω, είναι που ακούει το Θεό να του απαντά στο τηλέφωνο. Τα χείλια του ανταμώνουν μια στιγμή,  με την καλοπροαίρετη προσπάθεια να σμίξουν  πάνω από τα δόντια. Όμως κατόπι δυστυχώς  πάλι χωρίζουν. ανάμεσό τους “μέγα χάσμα εστήρικται”.

Δεν προσευχήθηκα ποτέ στις κρρίσιμες ώρες της ζωής μου. Δεν αιστάνθηκα ποτέ την ανάγκη. Δεν μ’ αρέσουν οι μονόλογοι, προπάντων στις τραγωδίες.

Στράτης Μυριβήλης, 50 χρόνια από τον θάνατό του - Ειδήσεις - νέα - Το Βήμα  Online

Η ζωή εν τάφω είναι το πρώτο μυθιστόρημα που έγραψε ο λογοτέχνης Στράτης Μυριβήλης, και ένα από τα πιο δημοφιλή και εμβληματικά μυθιστόρηματα της ελληνικής λογοτεχνίας του 20ού αιώνα. Στο μυθιστόρημα, βασισμένο στις προσωπικές εντυπώσεις του συγγραφέα, εξιστορείται η φρίκη όχι μόνο του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, αλλά και κάθε πολέμου γενικότερα. Ο λοχίας του πεζικού Αντώνης Κωστούλας καταγράφει σε γράμματα-ημερολόγιο, που σκοπεύει να στείλει στην αγαπημένη του, τις εμπειρίες, τις σκέψεις και τα συναισθήματά του, κατά την περίοδο που αυτός πολεμάει στο Μακεδονικό Μέτωπο το 1917.

Στο μυθιστόρημα διαβάζουμε τα γράμματα, που έγραφε προς την αγαπημένη του ο Μυτιληνιός λοχίας Αντώνης Κωστούλας, τα οποία βρέθηκαν στο γυλιό του (στρατιωτικό σάκο). Η κάθε επιστολή είναι και ένα κεφάλαιο του βιβλίου. «Δεν πρόκειται εδώ για την ηρωική διάσταση του πολέμου, αλλά για μια πραγματικότητα φρικιαστική. Είναι η φρίκη των χαρακωμάτων, έτσι όπως την έζησε ο συγγραφέας. Το αντιπολεμικό μήνυμα του έργου αναδεικνύεται μέσα από την ωμότητα της ρεαλιστικής περιγραφής, που χρησιμοποιεί τη φρίκη ως μέσο απώθησης και εξισώνει όλους τους ανθρώπους, φίλους και εχθρούς, κάτω από το βάρος της συντριβής της ανθρώπινης ύπαρξης. Από την άλλη, η αγάπη για τη ζωή, για τον άνθρωπο και το φυσικό του περιβάλλον θα παραμείνει ο συνεκτικός ιστός της σκέψης του και ολόκληρου του έργου του, το μόνο αντίδοτο, η μόνη ελπίδα απέναντι στον παραλογισμό του πολέμου.»

Εκδήλωση στο Μουσείο Βιομηχανικής Ελαιουργίας Λέσβου για τον Μυριβήλη |  olivenews.gr

Το έργο αποτελεί το πρώτο μέρος της μυθιστορηματικής τριλογίας του Μυριβήλη, με δεύτερο τη Δασκάλα με τα χρυσά μάτια (1933, η μικρασιατική εκστρατεία και καταστροφή) και τρίτο την Παναγιά τη Γοργόνα (1948, η εγκατάσταση του Ελληνισμού της Μικρασίας στα ελλαδικά χώματα).

Ο Ηλίας Βενέζης έγραψε: «Το όραμα που παρουσιάζει το βιβλίο έχει τόση φαντασία και δύναμη που δεν μπορώ παρά να θυμούμαι τις παρόμοιες ασύγκριτες εικόνες της Αποκάλυψης και μερικές υπερφυσικές συλλήψεις που ανταμώνεις στην παλιά ασιατική τέχνη».

Ο Γρηγόριος Ξενόπουλος έγραψε: «Η ζωή εν τάφω βρίσκω πως είναι ανώτερο έργο από όλα τα ανάλογα της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας που διάβασα.». Τέλος, ο ποιητής Ιωάννης Γρυπάρης έγραψε: «Η Ζωή εν τάφω είναι το καλύτερο, το ανώτερο, το αρτιώτερο πεζογράφημα που έχει να δείξει από τις καταβολές της μέχρι σήμερα η νεοελληνική πεζογραφία».

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΚΙ ΕΔΩ:

Στράτης Μυριβήλης: ένας «αδιάλλακτος της λογοτεχνίας» σε συνεχή αναζήτηση της ελληνικότητας

Share this

Σχετικά Άρθρα

Leave a Comment

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή