Συναντήσεις με τον γαλλομαθή Ανδρέα Παπανδρέου του Ροζέ Μιλλιέξ

Τότε ο Merlier  μου ψιθυρίζει στο αυτί «ξέρετε, ο νεαρός που μιλάει είναι γιος ενός μεγάλου πολιτικού ανδρός, του Γεωργίου Παπανδρέου».

by Times Newsroom
  • Γράφει κι επιμελείται ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΑΛΟΥΡΔΟΣ
  • giorgosbalurdos.blogspot.com 

Μια μαρτυρία του φιλέλληνα Ροζέ Μιλλιέξ

Εφημερίδα  Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, Κυριακή 7  Ιουλίου 1996, σ.30

Τρείς από κοντά και προφορικές συναντήσεις και μία εξ αποστάσεως ανάμεσα στο πλήθος. Η πρώτη, αρκετά παλιά, αφού πραγματοποιήθηκε πριν από σχεδόν 60 χρόνια, είχε όμως 6 μηνών διάρκεια, τη διάρκεια δηλαδή ενός περίπου σχολικού έτους. Πραγματικά το Νοέμβριο του 1936, ένας 23 χρόνων  νεαρός Γάλλος πρωτοπάτησε-και με τι έξαρση!- τα ονειρεμένα χώματα, φρεσκο-διορισμένος στο Γαλλικό Ινστιτούτο της Αθήνας ως καθηγητής γαλλικής γλώσσας και φιλολογίας. Τότε, στη «Γαλλική Ακαδημία», καθώς λεγόταν από τον πολύ κόσμο το Ινστιτούτο, μόλις είχε δημιουργηθεί ένα ειδικό τριτοετές τμήμα για φοιτητές του ελληνικού πανεπιστημίου. Ανέλαβα εγώ ο αρχάριος την Τρίτη ομάδα, των πιο προχωρημένων στα γαλλικά φοιτητών.

Με απασχόλησε πολύ η σκέψη να βρω, τουλάχιστον για μια φορά την εβδομάδα, μια προφορική άσκηση που να έλυνε τη γλώσσα των σπουδαστών μου. Και βρήκα μια λύση που απ’ την άλλη μεριά θα αποτελούσε για το νεοφερμένο ταξιδιώτη που ήμουνα μια πρώτη ιστορικογεωγραφική μύηση στον άγνωστό μου ακόμα τόπο. Ο κάθε φοιτητής θα συμμετείχε σε μια ομάδα όπου θα παρουσίαζε την ιδιαιτέρα ή προγονική του πατρίδα. Έπιασε, φαίνεται, το πείραμα. Ο φοιτητής μιλούσε πάνω στην καθηγητική έδρα κι εγώ καθόμουν στο βάθος της τάξης, κρατώντας σημειώσεις για να διορθώσω τα ενδεχόμενα γλωσσικά λάθη και για ν’ ανοίξω ένα διάλογο με τον ομιλητή και με τους συμφοιτητές του.

Οκτάβιος Μερλιέ

Μια μέρα, λοιπόν, ο διευθυντής του Ινστιτούτου, ο αείμνηστος Octave Merlier που επρόκειτο να γίνει σύντομα ο πνευματικός μου πατέρας, μπαίνει στην τάξη μου για να διαπιστώσει αν τα καταφέρνει ο αυτοδίδακτος-στην τέχνη της διδασκαλίας της γαλλικής ως ξένης γλώσσας-συνεργάτης του και έρχεται να καθίσει δίπλα μου στην τελευταία σειρά καθισμάτων. Πάνω στην έδρα μιλάει ένα ψηλό, γερό, όλο αποφασιστικότητα, 19 χρόνων αγόρι και περιγράφει μια περιοχή της Πελοποννήσου, όπου δεν πρόλαβα ακόμα να πάω, και ένα πατρογονικό του χωριό, το Καλέντζι, που για πρώτη φορά βέβαια άκουγα το όνομά του. Τότε ο Merlier  μου ψιθυρίζει στο αυτί «ξέρετε, ο νεαρός που μιλάει είναι γιος ενός μεγάλου πολιτικού ανδρός, του Γεωργίου Παπανδρέου». Πράγματι θα μάθω γρήγορα ότι ο διευθυντής μας γνωρίζει καλά τον πατέρα του σπουδαστή μου, αφού συνεργάστηκε μαζί του, όταν ο άλλος ήταν υπουργός Παιδείας, και επεξεργάστηκαν μαζί το νόμο 4593 του 1930 βάσει του οποίου ιδρύθηκε το περίφημο «Κουρ σπεσιάλ» («Ειδικό τμήμα προπαρασκευής καθηγητών της Γαλλικής») όπου δίδασκε ο ίδιος ο διευθυντής μας και που θα δημιουργούσε αρκετές γενιές λαμπρών Ελλήνων εκπαιδευτικών και γενικά πνευματικών ανθρώπων.

Ανδρέας Γ. Παπανδρέου

Έτσι από το στόμα του γιου του Γεωργίου Παπανδρέου, του Ανδρέα, ξεναγήθηκα νοερά τότε στην Αχαΐα, στον Ευρύμανθο που θα τον σκαρφάλωνα λίγα χρόνια αργότερα, στην Πάτρα που θα είναι η πρώτη μεγάλη πόλη της επαρχίας που θα επισκεφτώ στα Φώτα του ’37 και μου έγινε ιδιαίτερα αγαπητή. Ο Ανδρέας Παπανδρέου στάθηκε λοιπόν ένας από αυτούς τους εμπνευσμένους, πολλές φορές εμπνευσμένους νέους «ξεναγούς» μου, στην πρώτη, πρώτη μου θητεία στην Αθήνα. Ανεξίτηλη, δηλαδή, η παρθενική αυτή εμπειρία.

Μετά τη σχολική αυτή συμβίωση του ’36-’37, έχασα για πολλά χρόνια τα ίχνη του νεαρού Αχαιού οδηγητή μου που έμαθα εκ των υστέρων την αστυνομική του περιπέτεια και την αποδημία του στην Αμερική. Κάποιος όμως μου είπε ότι η πρώτη επίσκεψη του νεαρού επαναστάτη, βγαίνοντας από τα γνωστά «γρανάζια» της μεταξικής Ασφάλειας, ήταν να καταφύγει στη Γαλλία, ως πατροπαράδοτη «γη ασύλου» (Terre d’ Asile). (Ακόμη και τούτη τη στιγμή είναι αριθμητικά η δεύτερη απ’ όλη την Ευρώπη, με όλες τις ντροπερές, ξενόφοβες διαθέσεις αρκετών-φευ!-κατοίκων και τις αφιλόξενες διατάξεις του κρατικού μηχανισμού…) Για να γυρίσουμε στον τότε τροτσκιστή Ανδρέα, δεν ξέρω κατά πόσο αληθεύει το πρωταρχικό αυτό σχέδιο για Παρίσι. Ας μου το διευκρινίσουν οι βιογράφοι του.

Περνάνε τα χρόνια. Από το 1959, η δεύτερη μορφωτική μου αποστολή μ’ έχει γεωγραφικά απομακρύνει από το Κέντρο, αλλά όχι από την ψυχή του ελληνισμού, αφού μ’ έχει τοποθετήσει στην Κύπρο όπου μου χάρισε μια μοναδική, αδιάκοπη, 12 χρόνια συνέχεια (1959-1971), πνευματική, ιστορική ακόμη και περιηγητική έξαρση.

Τακτικά όμως ταξιδεύω προς το κλεινόν άστυ που είναι και η γενέτειρα της Τατιάνας. Το ’64-’65, επειδή γνώρισα τον λαμπρό δημοσιογράφο, προοδευτικό και φιλέλληνα Eric Rouleau που κάνει χρέη προσωρινού ανταποκριτή της εφημερίδας “Le Monde” αντικαθιστώντας τον όχι τόσο συμπαθή μόνιμο ανταποκριτή, βρίσκω την ευκαιρία να δηλώσω με γράμμα μου στην εφημερίδα, την ικανοποίησή μου για την ευτυχή αλλαγή του τόνου των ανταποκρίσεων, σχετικά με την κυβέρνηση του Κέντρου και πιο ιδιαίτερα με τις «νεωτεριστικές» θέσεις του υπουργού Συντονισμού Ανδρέα Παπανδρέου. Μια μικρή, ανεπίσημη, σιωπηλή (ήμουν υπάλληλος του υπουργείου Εξωτερικών της Γαλλίας) συμμαχία που οπωσδήποτε  διέφυγε της προσοχής και του ενδιαφερόμενου παλαιού μαθητή μου.

Ήρθε η τρίτη και τελευταία θητεία (1971-1974-1975), στη Τζένοβα της Ιταλίας όπου, «ανεπιθύμητοι» στην Ελλάδα, η Τατιάνα κι εγώ, περιμένοντας το νόστιμον ήμαρ, διασκεδάζουμε  τη νοσταλγία μας, αλωνίζοντας την ανεξάντλητη και όλο αντιχουντική αλληλεγγύη Ιταλία. Μια μέρα, το σημείωσα στο ημερολόγιό μου, ήταν ακριβώς στις 30 Απριλίου 1973, ενώ η Τατιάνα είναι στο Παρίσι, κοντά στους Έλληνες συνεξόριστους και συναγωνιστές της, βρίσκομαι στην ωραία μεσαιωνική και αναγεννησιακή Μπολόνια της επαρχίας Εμίλια. Είμαι εκείνη τη στιγμή ο μοναδικός τουρίστας στην περίφημη πλατεία, με τους επιβλητικούς κεκλιμένους πύργους Ασινέζι και Γκαριζέντα.

Ξαφνικά, σαν από θαύμα, γεμίζει ολόκληρη με νέους παλλόμενους ανθρώπους και μεταμορφώνεται ξαφνικά σε νησίδα που μιλάει, φωνάζει, τραγουδάει ελληνικά. Είναι Έλληνες φοιτητές που βγαίνουν προφανώς από συλλαλητήριο και να που εμφανίζεται ο ρήτορας εμψυχωτής τους: ο Ανδρέας Παπανδρέου. Νιώθω τόσο ενωμένος μαζί μ’ αυτούς τους νέους αγωνιστές που τους φλόγισε το αντιδικτατορικό πάθος, που κάτι με καθηλώνει μέσα στο πλήθος, δεν θα πάω να χαιρετήσω τον αρχηγό του, για να μην εκμεταλλευτώ την παλιά μας σχολική συμβίωση, προτιμάω να παραμείνω έναν ανώνυμος, σιωπηλός, βουβός συναγωνιστής του.

Το φθινόπωρο του 1975 έρχεται επιτέλους η ποθητή αφυπηρέτηση. Παρά την απορία μερικών συμπατριωτών μου ούτε μια στιγμή δεν μου ήρθε η επιθυμία να επιστρέψω οριστικά στην πρώτη μου πατρίδα: σπεύδω να γυρίσω στη δεύτερη, θετή, ακριβή πατρίδα όπου, αδέσμευτος πια, αποφασίζω να λάβω μέρος, ως ελεύθερος σκοπευτής, στους κοινούς αγώνες, ειδικά για το Κυπριακό.

Αργότερα κάποιο βράδυ (δεν σημείωσα την ακριβή ημερομηνία) ο παλιός μας Κύπριος φίλος, ο ποιητής και μαχητής, Νίκος Κρανιδιώτης, τότε πρέσβης στην Αθήνα της Κυπριακής Δημοκρατίας, κάλεσε στο Ψυχικό για δείπνο τον Ανδρέα και την Μαργαρίτα καθώς και μένα . Έτσι, ύστερα από ίσως 40 χρόνια, η κυπριακή φιλοξενία μας προσφέρει την πολύτιμη αυτή επανασύνδεση. Μόλις εμφανίζεται το επίσημο ζεύγος, αρχίζω αμέσως το διάλογο.

Μαργαρίτα και Ανδρέας Παπανδρέου

-Κύριε πρόεδρε, ήσαστε καλώς σπουδαστής μας στην οδό Σίνα. Αλλά φοβάμαι πολύ ότι τα γαλλικά σας πήγανε περίπατο και τα σκεπάσανε ολότελα τα αμερικάνικα, ιδίως αυτά της κυρίας Μαργαρίτας.

Μου απαντάει απροσδόκητα ο Ανδρέας:

-Ε, λοιπόν, αγαπητέ μου δάσκαλε, το πίστευα και εγώ. Και να που μια μέρα βρέθηκα στη Γαλλία και οι σύντροφοί μας οι Γάλλοι σοσιαλιστές με βάλανε να μιλήσω σ’ ένα συλλαλητήριο. Και έκπληκτος διαπίστωσα ότι δεν είχα ξεχάσει τα γαλλικά που ήξερα και μίλησα.

Ευχάριστη έκπληξη και του δασκάλου-του ανέκαθεν φανατικού διαδότη της εθνικής του γλώσσας.

Η τελευταία, η πολύ σύντομη, μα ουσιαστική προσωπική συνάντηση, το 1987, θα είναι συνδεδεμένη μ’ ένα μήνυμα από τη γαλλική ποίηση. Σε μια προηγούμενη συνεδρίαση της Βουλής, ο πρωθυπουργός Παπανδρέου έχει αναφέρει δύο στίχους από το περίφημο παράνομο ποίημα ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ  (Liberte) του Πωλ Ελυάρ (έτυχε να το πάρουμε το 1943 στην Αθήνα από το Αλγέρι και το διαβάσανε στη Νέα Εστία οι έκπληκτοι Αθηναίοι, στην ωραία μετάφραση του φίλου Νάσου Δετζώρτζη που κατάφερε να νικήσει και τους ενδοιασμούς του Ιταλού λογοκριτή. Οι δύο στίχοι λοιπόν, λίγο πριν από το τέλος του ερωτικού ύμνου του Ελυάρ στην «Ελευθερία» λέγανε:

Η ζωή μου ξαναρχίζει
χάρη στη δύναμη μιας λέξης.

Λίγες μέρες αργότερα, ακριβώς στις 5 Ιουνίου του 1987, γίνονται, παρουσία του τότε προέδρου της Κύπρου Σπύρου Κυπριανού και του πρωθυπουργού Ανδρέα Παπανδρέου, τα εγκαίνια του «Σπιτιού της Κύπρου». Φυσικά είμαι παρών στην οδό Ηρακλείτου για να παραστώ στην τελετή. Πυκνότατο πλήθος. Μόλις και μετά βίας στέκομαι όρθιος, στριμωγμένος στον τοίχο, αναμένοντας το πέρασμα των επισήμων. Σαν φθάνει ο πρωθυπουργός στο ύψος μου, λέω δυνατά στα γαλλικά:

Et par le pouvoir d’ un mot, je recommence ma vie (χάρη στη δύναμη μιας λέξης η ζωή μου ξαναρχίζει).

Ο Ανδρέας Παπανδρέου ξαφνιάζεται για ένα δευτερόλεπτο, κοντοστέκεται, το βλέμμα του με ανακαλύπτει μέσα στο πλήθος και με ρωτάει στα ελληνικά: «Δεν είναι ωραίο το ποίημα αυτό;». Συμφωνώ μαζί σας, κύριε πρωθυπουργέ, είναι πολύ ωραίο!

Κι έτσι ύστερα από περίπου 50 χρόνια, έκλεισε ο κύκλος που είχε ανοίξει στη «Γαλλική Ακαδημία». Μια γεφυρούλα είχε ριχτεί ανάμεσα στο Καλέντζι της Αχαΐας κι ένα πάντοτε επίκαιρο μήνυμα της αντιστασιακής ποίησης της ΓΑΛΛΙΑΣ.

_______________________________________________

Φρανσουά Μιτεράν

Ο ΦΡΑΝΣΟΥΑ  ΜΙΤΕΡΑΝ «ΜΑΚΙΖΑΡ»

Αντίσταση και αντιστασιακή διαπαιδαγώγηση

Ροζέ  Μιλλιέξ, εφημερίδα ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΗ ΑΥΓΗ   7/8/1994, σ. 20

Σύμφωνα με ένα γαλλικό ρητό «τα ταξίδια μορφώνουν τα νιάτα». Αν κρίνω από δύο προσωπικές αποκαλύψεις που μου χάρισε ένα πρόσφατο ταξίδι στην πατρίδα-ισχύει το ρητό και για την, ας πούμε, ώριμη ηλικία…

Διπλό στάθηκε το προσκύνημα, διπλή η επιστροφή στις πηγές (αυτό που λέμε με μια λέξη στα γαλλικά: Ressourcement), στη μεσογειακή φωκιανή γενέτειρα και στις βουνίσιες προγονικές μας ρίζες, στην περιοχή των Άλπεων. Έτυχε λοιπόν μια μέρα, στο ίδιο πρωινό μέσα, κάπου ανάμεσα στο Gap-πρωτεύουσα του νομού Hautes  Alpes και τη μεγαλύτερη πρωτεύουσα των Άλπεων Grenoble, στους πρόποδες της ψηλής, ακόμα τον Ιούνη χιονισμένης, οροσειράς του Devolvy, να ανακαλύψω διαδοχικά και σε ελάχιστη απόσταση μεταξύ τους δύο εντολές διαφορετικούς, αλλά για μένα το ίδιο εντυπωσιακούς και συγκινητικούς, τόπους. Ο ένας ήταν στην κοιλάδα του ποταμιού Buech που τραγούδησε με τόσο εξαίσιο τρόπο, επί τόπου, το 1974, ο τότε αυτοεξόριστος αδερφός μας, ο Νικηφόρος Βρεττάκος, ήταν το ορθόδοξο γαλλόφωνο μοναστήρι της Κοίμησης της Θεοτόκου, στη La Faurie. Αναπάντεχη η συνάντηση ενός Γάλλου ιερομόναχου Demetre που έμαθε αγιογραφία και φτιάχνει εικόνες και κατά τα άλλα διδάσκει φιλοσοφία σ’ ένα καθολικό λύκειο του Gap. Επίσης, είχε σπουδάσει αρχαία ελληνικά και τώρα μαθαίνει τη νεοελληνική. Αλλά ο πρώτος αυτός αλπικός σταθμός είναι έξω από το σημερινό μας θέμα.

Το δεύτερο θέμα μου προσφέρθηκε, λίγα χιλιόμετρα από τη La Faurie, στο χωριό Montmaur που στέκεται στα 200 μ., κάτω από τα βράχια του Pic de Bure που φτάνουν τα 2.700. Εδώ υψώνεται ένας φημισμένος μεσαιωνικός πύργος που χρονολογείται από τον 14ον αιώνα, με πλούσιο και αδιάκοπο αρχοντικό παρελθόν, σε φρούριο στα σύνορα του Dauphine (με πρωτεύουσα τη Grenoble) και της Προβηγκίας. Ανάμεσα στις αριστοκρατικές οικογένειες που πέντε αιώνες διαδέχτηκαν εκεί, σημειώνει μια νεαρή αρχόντισσα Martine de Clermont d’ Amboise που είχε μερικές σταγόνες βυζαντινού αίματος, ως απόγονη των αυτοκρατόρων της Νίκαιας. Αλλά δεν ήρθα στο Montmaur για να κάνω μιαν αρχαιολογική επίσκεψη σ’ ένα επιβλητικό μνημείο που είναι καταγραμμένο στον επίσημο κατάλογο των ιστορικών μνημείων της Γαλλίας. Εκ των προτέρων είχα πληροφορηθεί ότι το κάστρο απέκτησε ένα πιο πρόσφατο τίτλο τιμής, κατά τη διάρκεια του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου, ως κέντρο, μάλιστα πρωτοποριακό κέντρο, Εθνικής Αντίστασης.

Και να που, στο αριστερό μέρος της εισόδου του μεγαλοπρεπούς κτιρίου, διαβάζω μια μπρούτζινη επιγραφή αφιερωμένη στη μνήμη του ταγματάρχη Antoine Mauduit, αξιωματικό της Λεγεώνας της Τιμής, που από το 1942 ίδρυσε μέσα στον πύργο ένα από τα πρώτα κινήματα ένοπλου αγώνα εναντίον του κατακτητή και έπεσε το 1945 στη Γερμανία, θύμα της πατριωτικής δράσης.

Από την ωραία, τεκμηριωμένη και εικονογραφημένη τουριστική μπροσούρα που έβγαλε ο τωρινός ιδιοκτήτης, ανακαινιστής και εμψυχωτής του πύργου κ. Raymond Laurens,  έμαθα εκ των υστέρων ενδιαφέρουσες λεπτομέρειες για τη μαχητική πορεία του ήρωα Mauduit, κάτω από τον τίτλο «Ένας ιππότης του σύγχρονου κόσμου». Αρχές του ΄42 ανεβαίνει στο Montmaur ο Mauduit και σε μια πρώτη φάση το κάνει κέντρο φιλοξενίας για τους τέως Γάλλους αιχμαλώτους πολέμου που έχουν επαναπατρισθεί από τα γερμανικά στρατόπεδα αιχμαλώτων και από κει φροντίζει για τη δραπέτευση άλλων αιχμαλώτων.

Στις 19 Σεπτεμβρίου της ίδιας χρονιάς προχωρεί στο καθαυτόν αντιστασιακόν αγώνα και μέσα στον ιερό ναό της La Salette-δημοφιλές στις Άλπεις προσκύνημα-ιδρύει το δίκτυο La Chaine (Αλυσίδα) που, ως θερμός χριστιανός, εχθρός της αντιχριστιανικής ιδεολογίας του ναζισμού, του δίνει για σκοπό «την ανόρθωση της Γαλλίας και την άμυνα του χριστιανικού πολιτισμού». Το φθινόπωρο του 1942 συγκεντρώνει στον πύργο μερικούς φίλους, μεταξύ των οποίων βρίσκεται ο τότε νεαρός, 26 χρόνων, Φρανσουά Μιτεράν, που μόλις το ‘σκασε από το γερμανικό στρατόπεδο αιχμαλώτων. Η ομάδα θεμελιώνει το «Εθνικό Κίνημα Αντίστασης Αιχμαλώτων Πολέμου» (MNPGD) που τη Διοικητική Επιτροπή του την απαρτίζουν τα τρία Μ: Mauduit, Mitterand, de Monjoie. Το Montmaur αποτελεί έτσι ένα από τα πρώτα «Μακί» που θα πυκνώσουν το 1943, όταν νέοι Γάλλοι που αρνιούνται να πάνε να δουλέψουν στη Γερμανία θα βγούνε στο κλαρί.

Ο Mauduit όμως συλλαμβάνεται από τους Γερμανούς το Γενάρη του 1944 και στέλνεται στα πιο φρικτά στρατόπεδα συγκεντρώσεως. Buchenwald, Dora, Bergen-Bensen. Εφήμερη γι’ αυτόν η χαρά της απελευθέρωσης, τελείως εξαντλημένος από τις κακουχίες πεθαίνει στις 9 Μαϊου 1945 στο νοσοκομείο του Sollingen. Μετακομιδή των οστών του στο Montmaur γίνεται το 1949 και ενταφιάζεται σε ένα λόφο της γαλλο-ρωμαϊκής αρχαιότητας, στο παρεκκλήσι της Αγίας Φιλομένης.

Ο συναγωνιστής του Φρανσουά Μιτεράν, τότε συνεργάτης του Ντε Γκολ, ως υπουργός των παλαιών πολεμιστών και θυμάτων του πολέμου, τίμησε το 1945 τη μνήμη του αντάρτη-ήρωα Mauduit, υπογραμμίζοντας την επιδίωξή του να συμβάλει στη δημιουργία μιας σύνθεσης των χριστιανικών παραδόσεων της ιστορίας και της σύγχρονης, επαναστατικής περιόδου. Τον Αύγουστο του 1986, ως πρόεδρος πια της Δημοκρατίας, ανεβαίνει στο Montmaur ο πρώην μακιζάρ για να εγκαινιάσει τη μπρούτζινη αναμνηστική πλάκα και δηλώνει χαρακτηριστικά για τον συμπολεμιστή του Mauduit: «Στη ζωή μου δεν έχω συναντήσει πέντε άλλους ανθρώπους με μια παρόμοια ακτινοβολία».

Το καλό είναι ότι δεν σταμάτησε με την επίσημη τελετή η τιμητική αναγνώριση του πατριωτικού του αγώνα.

Το δωμάτιό του στον πύργο ο σημερινός ιδιοκτήτης το μετέβαλε σε Μουσείο Αντίστασης με αντικείμενα και ντοκουμέντα που απεικονίζουν τη δράση της οργάνωσης «Αλυσίδα» και που σχολιάστηκε στις ξεναγήσεις που γίνονται τακτικά το καλοκαίρι μέσα στον πύργο. Δυστυχώς η τουριστική σεζόν δεν έχει αρχίσει ακόμη σήμερα και ο πύργος παρέμεινε κλειστός. Κι έτσι θα στερηθώ τη συγκίνηση αυτουνού του προσκυνήματος, που κάθε χρόνο, στις 22 Αυγούστου, το εκτελούν οι παλαιοί συναγωνιστές του Mauduit.

Ο κ. Laurens  κάνει και άλλο πιο ουσιαστικό αγώνα για τη διατήρηση της μνήμης του και για τη διαπαιδαγώγηση της ανίδεης καινούργιας γενιάς. Φέτος, την ημέρα ακριβώς που είμαστε στο Montmaur αλλά το απόγευμα, κάλεσε δύο τάξεις του Κολεγίου της κοντινής πολίχνης Veynes και ολόκληρο το δημοτικό σχολείο του Montmaur για να ενημερωθούν οι μαθητές κοιτάζοντας εκτεθειμένες τις εργασίες τις σχετικές με την Αντίσταση που ετοιμάσανε νέοι από τον τόπο, το νόμο, τη Γαλλία και την Ευρώπη. Του χρόνου, καθώς μου γράφει, με την ευκαιρία της 60ής επετείου του τέλους του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου, η έκθεση θα είναι αφιερωμένη στον Γαλλικό Στρατό, μ’ ένα τμήμα για την ένοπλη Εθνική Αντίσταση.

Τι λέτε, φίλοι Έλληνες αναγνώστες, δεν αποτελεί αυτή η μόνιμη διάθεση παράδειγμα προς μίμηση, σ’  όλες τις ευρωπαϊκές χώρες που γνώρισαν και ξένη κατοχή και ένοπλη αντίσταση; Και η Ελλάδα δεν είναι κατ’ εξοχήν και προνομιακά μια τέτοια χώρα;

Υ.Γ. Σπουδαία μέσα διαπαιδαγώγησης του κοινού και  ειδικά της νεολαίας, βέβαια με τη συνεργασία των εκπαιδευτικών, αποτελούν τα τοπικά ειδικά μουσεία. Τώρα τελευταία στη Λυών, στη θέση ακριβώς που η Γκεστάπο «λειτούργησε», άνοιξε ένα τέτοιο σημαντικό κέντρο ιστορίας της αντίστασης και των στρατοπέδων συγκεντρώσεως, με πλούσια ενθύμια και τακτικές δημόσιες εκδηλώσεις. Διαθέτει και ειδικό χώρο για τους νέους με κατάλληλη βιβλιοθήκη. Από το κέντρο πήρα έναν κατάλογο ιστορικών μουσείων από όλες τις επαρχίες της Γαλλίας, σε 70 πόλεις και πολίχνες. Από τα 70 αυτά μουσεία, παραπάνω από 30 είναι ρητά αφιερωμένα στην Αντίσταση και στα στρατόπεδα συγκεντρώσεως, αλλά παρουσιάζουν πιο γενικά τον πόλεμο 1940-1945 ή μίαν ιδιαίτερη φάση του πολέμου.

                                                           ΡΟΖΕ  ΜΙΛΛΙΕΞ       

Μια ξεχωριστή ανάμνηση

Ήταν η ανθοφορούσα και πολύκαρπη πνευματικά, καλλιτεχνικά, κοινωνικά και πολιτικά περίοδος μετά την δικτατορία. Των χρόνων της μεταπολίτευσης του 1974, όταν γνώρισα από κοντά το Ροζέ Μιλλιέξ μέσω της συζύγου του πεζογράφου Τατιάνας Γκρίτση- Μιλλιέξ, συνεργάτιδα μεταξύ άλλων εντύπων της παλαιάς πολιτικής δημοκρατικής εφημερίδας «Ελευθεροτυπία». Ήμουν σταθερός αναγνώστης των άρθρων και δημοσιευμάτων του ζεύγους Μιλλιέξ, όπου τα συναντούσα, των βιβλίων τους. Παρακολουθούσα την πνευματική και καλλιτεχνική τους διαδρομή.

Θαύμαζα το ελεύθερο φρόνημά τους, την ανθρωπιστική ανθρωπολογία των αγωνιστικών οραμάτων τους. Το ατιθάσευτο και ανεξάρτητο της σκέψης τους, η πρωτοποριακή προσωπικότητά τους, η για πάνω από μισό αιώνα μαχητικότητά τους, είχαν καταστήσει το ζεύγος Μιλλιέξ άξιο σεβασμού και τιμής στον ελληνικό και κυπριακό ελληνισμό. Και η έστω και μία ευτυχή συνάντηση μαζί τους, επαλήθευε ότι οι παλαιότερες γενιές και άτομα κατέθεταν και μνημόνευαν για τους δημοκρατικούς, αντιφασιστικούς τους αγώνες από την περίοδο του πολέμου και της κατοχής έως τα χρόνια της εφτάχρονης χούντας.

Τα χρόνια της μεταπολίτευσης, ο πρώτος πυρήνας λογίων, ποιητών και συγγραφέων, μεταφραστών, σκηνοθετών είχε ιδρύσει το ΑΚΟΕ και παράλληλα κυκλοφορήσει το περιοδικό ΑΜΦΙ. Καλέσματα σε συγκεντρώσεις, ψηφίσματα, διαμαρτυρίες, συγκεντρώσεις υπογραφών, μικρές αλλά δυναμικές συγκεντρώσεις, ατέλειωτο κουβεντολόι και συσκέψεις σε σπίτια φίλων μοίρασμα φυλλαδίων και πώληση του πρώτου ιδιαίτερης ταυτότητας περιοδικού για τα δικαιώματα των αντρών και γυναικών ομοφυλοφίλων, του οποίου η κυκλοφορία του πρώτου τεύχους απαγορεύθηκε. (Κυβέρνηση Κωνσταντίνου Καραμανλή του πρεσβύτερου, προσπάθεια ψήφισης του νομοσχεδίου Δοξιάδη, Αντιδράσεις και διαμαρτυρίες, πορείες).

Ένα πρωτόγνωρο με υψηλές κοινωνικές προσδοκίες για την εποχή εκείνη ακτιβιστικό κίνημα, μιας μικρής ομάδας ελλήνων μεγαλύτερων και νεαρών εφήβων τα οποία αποφάσισαν να αγωνιστούν και να κοινοποιήσουν το δικαίωμά τους στην ερωτική τους επιλογή, την σωματική τους αυτοδιάθεση, την σεξουαλική απελευθέρωση και ερωτική ελευθερία ελλήνων και ελληνίδων. Ιδιαίτερα των gay. Η πρωτόγνωρη για την ελληνική κοινωνία αυτή απελευθερωτική και «προκλητική» κίνηση αγκαλιάστηκε θετικά, υποστηρίχτηκε θερμά από μεγάλο μέρος ετεροφυλόφιλων προοδευτικών συγγραφέων, δημοσιογράφων, πανεπιστημιακών καθηγητών, καλλιτεχνών, άτομα της θεατρικής και έβδομης τέχνης.

Το σοβαρό και ενθουσιώδες αυτό κίνημα για τα ελληνικά τότε της ελληνικής πολιτείας δεδομένα, κινούνταν στις παραμεθόριες παραδοσιακές πτυχές έκφρασης έρωτος της ελληνικής κοινωνίας. Μεταξύ της «αισχρής απόλαυσης» και της συγκαταβατικής καρικατουρίστικης φιγούρας και διακωμώδησης. Διαφοροποιούνταν από τους γενικούς ορίζοντες και κανόνες του ανεκτού και παραδεκτού, του επιτρεπτού για την μέση ελληνική οικογένεια, ερωτικών ρόλων. Και όμως, η ωραία και ειλικρινής αυτή προσπάθεια, να επαναλάβουμε, μικρής ομάδας προσώπων με διαφορετικό σεξουαλικό προσανατολισμό να δημοσιοποιήσουν τα δικαιώματά τους, συγκέντρωσε την περιέργεια και το ενδιαφέρον ελλήνων και ελληνίδων, ετεροφυλόφιλων, από όλα τα στρώματα του ελληνικού λαού και πνευματικού επιπέδου. Ανήκω στην δεύτερη φουρνιά των ατόμων που συμπαραστάθηκε στην κίνηση αυτή. Εκατοντάδες φορές είχαμε κατέβει στο υπόγειο της οδού Ζαλόγγου στην Αθήνα και συμμετείχαμε σε συζητήσεις, δράσεις, συνδράμαμε με το πενιχρό χαρτζιλίκι μας στα έξοδα της κίνησης και των εκδηλώσεών της.

Την τύπωση αφισών και φυλλαδίων που σκορπούσαμε στους δρόμους και μοιράζαμε στους περαστικούς ανοίγοντας συζήτηση με ανεμελιά, τόλμη, ξενοιασιά, χωρίς ενοχοποιήσεις, δόσεις περηφάνιας, έντονης πολιτικοποίησης, κάτι που μόνο όταν είσαι έφηβος, νεαρός σε ηλικία, μπορείς να χαίρεσαι και να απολαμβάνεις δυναμικά, ριψοκίνδυνα, τολμηρά, παράτολμα, ενθουσιαστικά, δίχως να πολυσκέφτεσαι τις συνέπειες των επιλογών και πράξεών σου. Καθώς αγωνίζεσαι να σχηματίσεις την προσωπική σου ερωτική μυθοπλασία και εικόνα. Διαφορετική από τις θεμελιώδεις και κυρίαρχες κατηγοριοποιήσεις περί φύλου, έρωτος της κοινωνίας. Προσπαθούσαμε να «στρατεύσουμε» άτομα στον δίκαιο αγώνα μας. Δημιουργούσαμε ίσως μια άλλη κοινότητα έκφρασης και επιλογών. Αρνούμασταν την σωματική διγλωσσία.

Πρεσβεύαμε το απρόβλεπτο της συνάντησης, το τυχαίο της επιλογής, την νομιμοποίηση της επιθυμίας. Την αποδοχή των ερωτικών συνδηλώσεων. Την περίοδο αυτή μετά το 21ο έτος της ηλικίας σου γινόσουν για την Πολιτεία ενήλικος και είχες δικαίωμα ψήφου. Τα μεταχουντικά εκείνα χρόνια, επικρατούσε ένα γενικό κλίμα ενθουσιαστικής συλλογικότητας, κοινής κοινωνικής διαθεσιμότητας και συναντίληψης στόχων και αγώνων. Ομαδικής αντιμετώπισης των κοινωνικών προβλημάτων και αδιεξόδων της ζωής. Όπως αντίστοιχα τα πολιτικά αντιμετωπίζονταν με την συμμετοχή σε κομματικούς και πολιτικούς σχηματισμούς.

Η αδράνεια, η παθητικότητα, η ραθυμία απαγορεύονταν. Θεωρούνταν «ντροπή» η μη συμμετοχή στους κοινούς αγώνες, πορείες, διαδηλώσεις, για την εξέγερση του Πολυτεχνείου, της αμερικάνικης υποστήριξης στο τότε στρατιωτικό καθεστώς, στην επέμβαση και κατοχή ξένων της γείτονος χώρας στρατευμάτων στην Κυπριακή Δημοκρατία. Την νεότερη, τελευταία τραγωδία του ελληνισμού. Οι τότε νέοι και νέες, έφηβοι και έφηβες, ακόμα και της συντηρητικής παράταξης βρισκόμασταν στις κοινωνικές και πολιτικές επάλξεις. Ανεμίζαμε τις σημαίες της επανάστασης του καιρού μας.

«Με σημαίες και ταμπούρλα» όπως μας τραγουδά ο ποιητής της Ρωμιοσύνης. Ο ελληνικός λαός έβγαινε από ένα πολιτικό και κοινωνικό τέλμα, η δικτατορία είχε καταρρεύσει κάτω από το βάρος της Κυπριακής τραγωδίας και οι έλληνες και ελληνίδες ήθελαν να αναπνεύσουν ποικιλοτρόπως, να σπάσουν τα μέχρι τότε στεγανά, να ανοίξουν τα φτερά τους στις αλλαγές που συντελούνταν στην ευρωπαϊκή ήπειρο, στον δυτικό κόσμο. Άτακτα, απειθάρχητα, με πολλά πισωγυρίσματα φιλοδοξούσαμε να αλλάξουμε και εμείς. Οι «φτωχοπρόδρομοι» Έλληνες.

Οι νέοι καιροί επέβαλαν να διαρραγή η μονοσήμαντη και αποκλειστική παντοδυναμία της μίας παράδοσης έκφρασης και ζωής στο εσωτερικό της ελληνικής κοινωνίας, και των πολιτικών εκπροσώπων της. Ο άνεμος της ελληνικής ιστορίας φυσούσε ακατάσχετα και όποιοι κρύωναν-κρύωναν. Οι πνευματικοί άνθρωποι του τόπου, συγγραφείς, ποιητές, στοχαστές, δοκιμιογράφοι, εκδότες, μεταφραστές, εικαστικοί, ηθοποιοί, μουσικοί, καλλιτέχνες, διανοούμενοι, άτομα με δυό λόγια των γραμμάτων και των τεχνών της χώρας, (η πλειοψηφία τους προέρχονταν από την μεγάλη δεξαμενή της ανανεωτικής αριστεράς και της κεντροαριστερής παράταξης) δημοσιογράφοι και στελέχη εφημερίδων και περιοδικών, νεότερες γενιές πανεπιστημιακών καθηγητών, θεωρούσαν υποχρέωσή τους να συστρατευθούν, να συνασπιστούν, να υποστηρίξουν κάθε πρωτοπόρα και ανανεωτική κίνηση και εκδήλωση διαμαρτυρίας η οποία υποστήριζε το δικαίωμα στην διαφορετικότητα.

Εφημερίδες και περιοδικά είχαν αρχίσει να διευρύνουν και να ποικίλλουν την ύλη τους με δημοσιεύματα, άρθρα, σχόλια, απόψεις, θέσεις, οι οποίες αφορούσαν τις σχέσεις των δύο φύλων, την ισότητα αντρών και γυναικών, τον σεξουαλικό προσανατολισμό, τα δικαιώματα των γυναικών και των ομοφυλοφίλων, τον ρόλο των γονέων μέσα στην σύγχρονη ελληνική οικογένεια, τα δικαιώματα των παιδιών, την εκπαίδευση και διαπαιδαγώγηση των νέων. Δημοσιεύονταν άρθρα για την υγιεινή διατροφή, το φυσικό περιβάλλον, (Κώστας Μπαζαίος), την θετική επίδραση του αθλητισμού στην ψυχική υγεία των ανθρώπων, την σχέση εκκλησίας-κράτους, τον ενδεχόμενο διαχωρισμό τους, την συνάντηση μαρξιστών διανοουμένων με χριστιανούς συναδέρφους τους, την συνομιλία του μαρξισμού με την ορθόδοξη χριστιανική πατερική παράδοση.

Ενημερωνόμασταν για την θεολογία της απελευθέρωσης στη νότιο αμερική. Εκατοντάδες  άρθρα και κείμενα δημοσιεύονταν για το γλωσσικό ζήτημα, την διγλωσσία μας, το μονοτικό, την γλωσσική «ανομία» της καθαρεύουσας που είχε επιβληθεί επί χούντας. Την ανάγκη αλλαγής του οικογενειακού δικαίου, την κατάργηση του θεσμού της προίκας και του πιστοποιητικού κοινωνικών φρονημάτων.

Οι προοδευτικές εφημερίδες και έντυπα-αυτές που υποστήριζαν την κεντροαριστερή παράταξη, (πασοκ και ανανεωτική αριστερά) και ορισμένες σοβαρές και έγκυρου λόγου της κεντροδεξιάς, πρόσφεραν βήμα σε άτομα και φωνές, γραφίδες οι οποίες κόμιζαν κάτι καινούργιο και διαφορετικό, ανατρεπτικό, ακαμουφλάριστο,  για τα δεδομένα της ελληνικής παραδοσιακής κλειστής τότε κοινωνίας και πολιτικής σκηνής. Όλοι είμασταν συστρατευμένοι σε κάποιον σκοπό και στόχο.

Όλοι φιλοδοξούσαμε να αλλάξουμε τους πάντες και τα πάντα. Να μηδενίσουν το πρόσφατο σκοτεινό παρελθόν, να γυρίσουμε σελίδα στην ελληνική κοινωνία, ιστορία και πολιτική.  Τα φύλλα των εφημερίδων ήταν γεμάτα από υποστηρικτικά άρθρα και κείμενα, κρίσεις συνεργατών τους σε κάθε τι μοντέρνο και πρωτοποριακό. Κυριότερος πυλώνας υποστήριξης και συμπαράστασης σε κάθε μικρό ή μεγάλο, ατομικό ή συλλογικό κίνημα απελευθέρωσης, υπήρξε κυρίως, η πολιτική εφημερίδα «ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ», με το μεγάλο και εκλεκτό επιτελείο και σταθερών ή έκτακτων συνεργατών της. Η ιστορία της έκδοσής της, δεν θα ήταν άστοχο μάλλον, αν γράφαμε ότι συμπορεύεται με την ιστορία των χρόνων της μεταπολίτευσης και των κεντρικών κοινωνικών και θεσμικών αλλαγών και επιλογών. Και ασφαλώς, των νιάτων και των οραμάτων της δικής μας γενιάς. Ο έντυπος λόγος στα μεταπολιτευτικά χρόνια διαμόρφωνε σκέψεις και ενέπνεε συνειδήσεις.

Μία από τις συνεργάτιδες της πολιτικής αυτής εφημερίδας, υπήρξε και η αγωνίστρια και δημοκράτισσα, πολυδιαβασμένη, αντιστασιακή, αριστερή πεζογράφος Τατιάνα Γκρίτση-Μιλλιέξ σύζυγος του Ωραίου σαν Έλληνα Ροζέ Μιλλιέξ. Η Τατιάνα Γκρίτση Μιλλιέξ, ήταν μια γυναίκα με ανοιχτό μυαλό και ορίζοντες. Σκέψη ελεύθερη, πρόσωπο ανεξάρτητο, παιδεία στέρεα, εμφορούμενη από έναν αγωνιστικό πανανθρώπινο χαρακτήρα. Αυτό είναι εμφανές όχι μόνο στην προσωπική της πολιτική και κοινωνική διαδρομή από τα χρόνια της γερμανικής κατοχής και του πολέμου, των χρόνων της εθνικής αντίστασης, μα και στα εκατοντάδες δημοσιεύματά της, στην θεματική των έργων της στους χαρακτήρες που δομεί στα πεζά της.

Η Μιλλιέξ στάθηκε ευνοϊκά απέναντι στην αμεταμφίεστη κίνηση- διαμαρτυρίας απελευθέρωσης της σεξουαλικής ταυτότητας των ελλήνων και ελληνίδων. Διάβαζα πάντα με ανυπομονησία και περιέργεια τα κείμενα και τα άρθρα της Γκρίτση- Μιλλιέξ στις εφημερίδες και τα περιοδικά. Τα κοινωνικά της, τις βιβλιοκριτικές της, τις τεχνοκριτικές της, τις επιφυλλίδες της, τα ταξιδιωτικά της σημειώματα, τα μελετήματα και διηγήματά της, τις μεταφράσεις της όπου τις συναντούσα. Την θαυμάζαμε και την σεβόμασταν για τους διαρκείς αγώνες που έδωσε και εξακολουθούσε να δίνει για τα ιστορικά δίκαια του ελληνισμού, (ελλαδικού και κυπριακού), την ένθερμη πάντα υποστήριξή της-όπως και του συζύγου της γάλλου δασκάλου Ροζέ Μιλλιέξ στην προβολή στην Γαλλία και το εξωτερικό γενικότερα του ελληνικού πολιτισμού και των γραμμάτων.

Την έμπρακτη βοήθεια και φιλοξενία που πρόσφερε το ζεύγος Μιλλιέξ σε έλληνες κυνηγημένους και εξόριστους, φυλακισμένους, στις δύσκολες ιστορικές μέρες της χώρας μας την τελευταία πεντηκονταετία. Η Μιλλιέξ υπήρξε μιά θαρραλέα, τολμηρή, αυθεντική, υπερασπιστική γυναικεία γραφίδα. Η γραφή και αρθρογραφία της αγκάλιαζε πολλές πτυχές της κοινωνίας και της τέχνης. Προέρχονταν από την εαμική γενιά των συγγραφέων με την αγωνιστική πνοή και προοδευτικό αντιστασιακό λόγο.

Roger Milliex

Η Τατιάνα Γκρίτση-Μιλλιέξ με τον σύζυγό της Ροζέ Μιλλιέξ υπήρξαν από την εποχή του πολέμου και της κατοχής ακάματοι και σταθεροί υποστηρικτές, ουσιαστικοί συμπαραστάτες των Ελλήνων και της Ελλάδας στην Γαλλία. Πρόσφεραν στέγη και καταφύγιο σε κυνηγημένους και εξόριστους. Διέσωσαν κειμήλια του ελληνικού και κυπριακού πολιτισμού, διέδωσαν τα ελληνικά γράμματα. Κράτησαν αναμμένη την φλόγα της εθνικής αντίστασης απέναντι στον ξένο και τον ντόπιο κατακτητή. Η προσφορά του ζεύγους Μιλλιέξ έχει αναγνωριστεί και τιμηθεί εντός και εκτός ελλάδας.

Σε κάποιο από τα δημοσιεύματά της, μίλησε επαινετικά, εμψυχωτικά για την νεανική και ακτιβιστική μας προσπάθεια. Της τηλεφώνησα να την ευχαριστήσω. Μου απάντησε ευγενικά και πρόσχαρα, μου ζήτησε αν ήθελα να με γνωρίσει από κοντά, να συζητήσουμε, του ότι ήμουν από τον Πειραιά, μου έδινε ένα επιπλέον «πλεονέκτημα», αφού το ζεύγος Μιλλιέξ διατηρούσε ευχάριστες εμπειρίες και αναμνήσεις από την πόλη και από πνευματικούς του ανθρώπους. Την επισκέφτηκα κρατώντας δύο βιβλία της. Χάρηκε που την γνώριζε και την διάβαζε ένας άγνωστός της νέος από την εργατούπολη του Πειραιά. Ο οποίος διάβαζε τα μυθιστορήματά της, τα διηγήματά της, ήταν ενήμερος της αρθογραφία της, παρακολουθούσε την πνευματική και αγωνιστική της διαδρομή. Μάλιστα, ο φουριόζος νεανίας έγραφε και πρωτόλεια ποιήματα.

Στην πρώτη μας συνάντηση μου μίλησε μεταξύ άλλων και για την σχέση της με το πρώτο λιμάνι, τους πειραιώτες κατά την περίοδο της κατοχής και τα χρόνια της χούντας, ορισμένα πρόσωπά του. Στην συντροφιά μας παρευρίσκονταν και μία άλλη άγνωστή μου συγγραφέας ή μεταφράστρια (;) που δυστυχώς δεν θυμάμαι μετά από τόσες δεκαετίες το όνομά της. Εξάλλου ήμουν νέος και πολλαπλά επαναστατικός, και οι γλυκύτατες δύο γυναικείες υπάρξεις, αρκετά μεγαλύτερες μου, συγκαταβατικές, υπομονετικές, φιλόξενες. Πράγμα που με  έκανε να νιώθω κάπως άνετα, στο υπέροχο, ζεστό και κάπως «Μουσείο» αυτό σπίτι.

Όταν αποχαιρετιστήκαμε την ρώτησα αν θα ήθελε να την επισκεφτώ ξανά κα να γνωρίσω και τον υπέροχο σύζυγό της Ροζέ Μιλλιέξ που απουσίαζε. Δέχθηκε πρόθυμα και φιλικά. Συμφωνήσαμε να συναντηθούμε και πάλι και να της πάω ορισμένα περιοδικά που της ανέφερα στην πρώτη συνομιλία μας. Στην δεύτερη επίσκεψή μου γνώρισα από κοντά αυτόν τον εξαίσιο και αξιοθαύμαστο γάλλο δάσκαλο, τον όχι απλά σταθερό φιλέλληνα, αλλά Έλληνα Ροζέ Μιλλιέξ. Ωραίο παρουσιαστικό, καλοκάγαθη προσωπικότητα, αυθεντικός χαρακτήρας, γαλατικής ευγένειας και παιδείας. Κάτοχος της ελληνικής ιστορίας και του ελληνικού πολιτισμού.

Με ρώτησε για τις σπουδές μου, τα διαβάσματά μου, τα ενδιαφέροντά μου, για συγγραφείς και μεταφραστές του Πειραιά που γνώριζε και είχε συνεργαστεί, είχε βοηθήσει. Αν επιθυμούσα να μάθω γαλλικά. Του μίλησα για την μεγάλη και σημαντική προσφορά του Γαλλικού Ινστιτούτου στον Πειραιά στον πολιτισμό και τα γράμματα της πόλης μας. Στην διοργάνωση εκθέσεων, ομιλιών, διαλέξεων στις υπέροχες αίθουσές του.  Τον ρώτησα για τα χρόνια της Κατοχής, όταν ήρθε για πρώτη φορά νεότατος στην χώρα μας σαν δάσκαλος έπειτα από πρόσκληση του Οκτάβιου Μερλιέ, πρώτου διευθυντή της Γαλλικής Ακαδημίας όπως αποκαλούσαν τότε, το Γαλλικό Ινστιτούτο Αθηνών στην οδό Σίνα.

Τον παρακάλεσα να μου μιλήσει για την σχέση του με έλληνες αντιστασιακούς συγγραφείς, ποιητές που διέμεναν μόνιμα στην Γαλλία. Με δύο λόγια, ότι με έντονη περιέργεια και αρκετή φλυαρία ρωτούν οι νέοι όταν αντιλαμβάνονται ότι τα μεγαλύτερης ηλικίας άτομα που βρίσκονται απέναντί τους, τους διαθέτουν τον πολύτιμο χρόνο τους, είναι πρόθυμα και συγκαταβατικά, υπομονετικά και ευγενικά να τους απαντήσουν μέχρι εξαντλήσεως. Με φίλεψαν και έμεινα μαζί τους για κάμποση ώρα. Ήταν ένα φιλικό, ζεστό, παραγωγικό και «αποκαλυπτικό» απόγευμα, η συζήτηση μαζί τους.

Είχα την χαρά και την τιμή να συνομιλώ με δύο δημοκρατικές, αγωνιστικές διά βίου προσωπικότητες, φινετσάτες φυσιογνωμίες με μεγάλη και στέρεα προοδευτική παιδεία. Η ενασχόλησή μου με την τέχνη και την ποίηση, παράλληλα με την ακτιβιστική μου δράση, μου πρόσφερε ένα ακόμα θετικό στην αιτία της γνωριμίας μας. Γνωστά, αγαπητά, καταξιωμένα άτομα άνοιγαν το σπίτι τους, διέθεταν τον χρόνο τους σε έναν άγνωστο νέο θαυμαστή τους. Ήταν τόσο ενθαρρυντικός και εμψυχωτικός στις κοινωνικές επιδιώξεις μας ο λόγος του Ροζέ και της Τατιάνας Μιλλιέξ σε έναν άγνωστό του ανήλικο νέο, ώστε δεν ήθελα να τους αποχωριστώ. Αυθεντικοί, αληθινοί, οικείοι, φιλόξενοι, καθόλου δήθεν, απροσποίητοι.

Τα χρόνια που πέρασαν, ο ρεαλισμός της ζωής και των προβλημάτων της, τροφοδότησε με άλλες ανάγκες την πορεία μας. Δύο επιστολές της μυθιστοριογράφου μου θύμιζαν την ωραία παρουσία τους και την ευτυχή συνάντησή μου μαζί τους. Δύο επίσης κατοπινά τηλεφωνήματα κράτησαν ζωντανή την εικόνα των δύο υπέροχων αυτών Ελλήνων στη μνήμη μου. Δεκαετίες αργότερα επιχείρησα να επικοινωνήσω τηλεφωνικώς μαζί τους και πληροφορήθηκα ότι η αγαπητή πεζογράφος Τατιάνα Γκρίτση-Μιλλιέξ ήταν άρρωστη (νομίζω με αλσχάιμερ (;)), στεναχωρήθηκα, πικράθηκα. Μια θλίψη με πλημμύρισε, ένα αίσθημα ματαιότητας της ζωής, της τέχνης, των αγώνων, της λογοτεχνίας.

Όπως συνηθίζω, όταν έφυγε από κοντά μας, διάβασα και πάλι ορισμένα από τα βιβλία της ευελπιστώντας κάποτε να γράψω δυό λόγια για την συγγραφική της παρουσία. Άνοιξα έναν φάκελο και συγκέντρωνα αποκόμματα και άρθρα εφημερίδων για το έργο της. Τα χρόνια πέρασαν, και όλοι μας-οι ασχολούμενοι με τα ελληνικά γράμματα και τον πολιτισμό διαβάζαμε τα εξαιρετικά κείμενα τόσο της Τατιάνας όσο και του Ροζέ Μιλλιέξ που σποραδικά και άτακτα δημοσιεύονταν σε λογοτεχνικά έντυπα, εφημερίδες, της Ελλάδος και της Κύπρου. Αναζητούσα να βρω τρόπο να γράψω για την ευγενή παρουσία τους.

Την ευκαιρία αρκετά καθυστερημένα, μου την πρόσφερε το διάβασμα της αυτοβιογραφίας της Μελίνας Μερκούρη. Τι θέλω να πω, σε έναν φάκελο είχα λησμονήσει ορισμένα δημοσιεύματα του Ροζέ Μιλλιέξ που είχαν δημοσιευθεί μετά την κυκλοφορία του τόμου «ΕΛΛΗΝΟΓΑΛΛΙΚΑ». Ένα από αυτά τα κείμενα αναφέρονταν στην γνωριμία του δασκάλου των γαλλικών Ροζέ Μιλλιέξ με τον ηγέτη της αλλαγής και πρωθυπουργό Ανδρέα Παπανδρέου ο οποίος υπήρξε μαθητής του τα κατοχικά χρόνια. Βλέπε Ροζέ Μιλλιέξ «Συναντήσεις με τον γαλλομαθή Α. Παπανδρέου».

Μια μαρτυρία του φιλέλληνα Ροζέ Μιλλιέξ, εφημερίδα Η Καθημερινή Κυριακή 7/7/1996, σ. 30. Και ένα άλλο «συγγενικό» κείμενό του, το οποίο αναφέρεται στον επίσης σοσιαλιστή και αντιστασιακό πρώην πρόεδρο της Γαλλικής Δημοκρατίας και φίλο της Ελλάδος Φρανσουά Μιτεράν, φίλο επίσης της Μελίνας Μερκούρη. Βλέπε Ροζέ Μιλλιέξ, «Αντίσταση και αντιστασιακή διαπαιδαγώγηση» εφημερίδα Κυριακάτικη Αυγή 7/8/1994, σ. 20. Δύο δημοσιεύματα που μεταφέρω παραπάνω.  Είχα επίσης διαφυλάξει και ορισμένες καλογραμμένες μαρτυρίες του οι οποίες φανερώνουν την αγάπη του για την ορθόδοξη ελληνική παράδοση, την αρχαιολογική επιστήμη κ. ά. Βλέπε Ροζέ Μιλλιέξ, «Ένα ορθόδοξο μοναστήρι στα βουνά της Γαλλίας» Μια αναπάντεχη συγκινητική παρουσία, εφημερίδα Ελευθεροτυπία, Πέμπτη, 6/10/1994, σ.56, και Ροζέ Μιλλιέξ, «Η μεγάλη αρχαιολογική έκπληξη της Μασσαλίας», εφημερίδα Το Βήμα 5/12/1993 κλπ. Κείμενα που δημοσίευσε ο Roger Milliex, ενώ είχε γίνει αντεπιστέλλον μέλος της Ακαδημίας Αθηνών και μετά την έκδοση του αφιερωματικού τόμου «Ελληνογαλλικά», το 1990. Βλέπε επίσης, την γόνιμη και μεστή συνέντευξή του στον Σταμάτη Μαυροειδή στην εφημερίδα Κυριακάτικη Αυγή 19/10/1997, σ. 32, 34,«Η Αγάπη δεν θέλει αναγνώριση…» και διάφορα άλλα δημοσιεύματά του.

Η προσφορά του Ροζέ Μιλλιέξ στην Ελλάδα υπήρξε πολύπλευρη, έμπρακτη και διαρκής για αρκετές δεκαετίες. Το ίδιο αποφασιστική ήταν η συμπαράστασή του στον αγωνιζόμενο για την ανεξαρτησία του από τους Άγγλους αποικιοκράτες Κυπριακό Λαό, και τα μεταγενέστερα χρόνια κατά την Τουρκική εισβολή και κατοχή. Η αυταπάρνηση και ο θαυμασμός που έτρεφε ο νεαρός δάσκαλος φιλέλληνας και αντιστασιακός, αντιφασίστας Γάλλος πατριώτης στα χρόνια της Κατοχής, στην Ελλάδα και τον δημοκρατικό λαό της, ο οποίος αντιστέκονταν στην βάρβαρη εισβολή του ιταλού και γερμανού κατακτητή, είναι κάτι το καταπληκτικό και αξιοθαύμαστο για ξένο λάτρη της ελλάδος και φιλέλληνα.

Ο Ροζέ Μιλλιέξ συνδέθηκε όχι μόνο στενά με την δεύτερη πατρίδα του, που ένιωθε την ελλάδα αλλά, βοήθησε έμπρακτα δεκάδες έλληνες αντιστασιακούς κρύβοντάς τους, φυγαδεύοντάς τους, προσφέροντάς τους τρόπους διαφυγής από την σκλαβωμένη χώρα. Εκατοντάδες είναι οι μαρτυρίες απλών ανώνυμων μαθητών του στο Γαλλικό Ινστιτούτο. Ελληνόπουλα στα οποία μεταλαμπάδευσε όχι μόνο την γαλλική παιδεία και πνεύμα αλλά και το αντιστασιακό, δημοκρατικό φρόνημα.

Η διαρκής αυτή στάση του, τον έκαναν αγαπητό και πρόσωπο κοινής αποδοχής και εμπιστοσύνης στην χώρα μας και στον πνευματικό της κόσμο και στην πατρίδα του την Γαλλία. Δάσκαλος με ζήλο, αυθεντικός λάτρης της ελληνικότητας, και του ελληνικού πολιτισμού, των ελληνικών γραμμάτων. Την βαθειά του πίστη στις ψυχικές δυνάμεις και πνευματική ρώμη του ελληνικού λαού. Ακόμα και την δεκαετία του 1990, δημοσιεύονταν στις εφημερίδες επιστολές παλαιών μαθητών του την περίοδο της κατοχής που εξυμνούσαν την προσφορά του Ροζέ Μιλλιέξ. Βλέπε Γιάννης Τσαχαγέας, «Ροζέ Μιλλιέξ» εφημερίδα Η Kαθημερινή 6/11/1994. Τον Ροζέ Μιλλιέξ και την Τατιάνα Μιλλιέξ περιέβαλαν με την εμπιστοσύνη τους γάλλοι σπουδαίοι καλλιτέχνες, όπως ο ζωγράφος Ανρί Ματίς, ζητώντας του να δωρίσει και εκείνος, μαζί με άλλους γάλλους εικαστικούς έργα τους (σαράντα δύο το σύνολο) σαν φόρο τιμής στον αγωνιζόμενο ελληνικό λαό ενάντια στον γερμανό κατακτητή, στην Εθνική Πινακοθήκη- Μουσείο Αλέξανδρου Σούτσου της Ελλάδος. Βλέπε Ηρώ Μαυροειδή, «Μια κατάθεση ψυχής… στην αποθήκη!», εφημερίδα Κυριακάτικη Αυγή 7/2/1999, σ. 37.

Ο γάλλος δάσκαλος και υπάλληλος του υπουργείου εξωτερικών της Γαλλίας, ήρθε νεότατος στην Ελλάδα την περίοδο της Κατοχής, μετά από πρόσκληση του Οκτάβιου Μερλιέ-πρώτου διευθυντή του Γαλλικού Ινστιτούτου Αθηνών, να αναλάβει να διδάξει την γαλλική γλώσσα και να γνωρίσει αυτός ο φανατικός και ακαταπόνητος φιλέλληνας τις ομορφιές της Ελλάδας. Τα σημαντικά του αγωνιστικά και εκπαιδευτικά ίχνη, το ευεργετικό του ενδιαφέρον για την Ελλάδα, την Κύπρο, τον Ελληνισμό, κράτησε πάνω από μισό αιώνα, χαράχτηκαν στις μνήμες και τις συνειδήσεις εκατοντάδων ελλήνων και ελληνίδων. Εμψύχωσε τους έλληνες σε δύσκολες και αντίξοες ιστορικές συνθήκες και σε ειρηνικές περιόδους. Δίδαξε γενιές ελλήνων την μητρική του γλώσσα, βοήθησε και συμπαραστάθηκε ουσιαστικά και δημιουργικά κατά την περίοδο της γερμανικής κατοχής 1940-1941και στα μετέπειτα δύσκολα χρόνια του εμφύλιου σπαραγμού και μεταγενέστερα. Για την προσφορά και την δράση του βλέπε μεταξύ άλλων, το ντοκιμαντέρ της ΕΡΤ-1, 28/10/1994, «Οι ήρωες πολεμούν σαν Έλληνες».

Η αστείρευτη αγάπη του για την δεύτερη πατρίδα του εκδηλώνονταν με πολλούς και ουσιαστικούς τρόπους. Το Μάρτιο του 1991 δίνει στην Ακαδημία Αθηνών την ομιλία με θέμα, «Φιλελληνικές εκδηλώσεις στη Γαλλία το 1897 στο πλευρό της επαναστατημένης Κρήτης». Βλέπε και ρεπορτάζ της Μικέλας Χαρτουλάρη, εφημερίδα Τα Νέα, Δευτέρα 18/3/1991. Ενώ Τα Νέα της 21/1/1994 μας πληροφορούν για την δωρεάν αντικειμένων της αρχαιολογικής συλλογής του ζεύγους Ροζέ και Τατιάνας Μιλλιέξ στο Μουσείο Μπενάκη. Η συλλογή αποτελείται από 17 κομμάτια της Προγεωμετρικής και Προκλασικής Περιόδου τα οποία το ζεύγος Μιλλιέξ αγόρασαν από την Κύπρο, μετά την τούρκικη εισβολή και κατοχή και τα μετέφεραν στην Ελλάδα με την συγκατάθεση των ελεύθερων Κυπριακών αρχών διασώζοντας τα από την καταστροφή και άλλες εμπορικές σκοπιμότητες.

Μέχρι την αφυπηρέτησή του μα και κατόπιν, δεν έπαψε αυτός ο διαπρεπής γάλλος φιλόλογος και συγγραφέας να ενδιαφέρεται για την Ελλάδα και τα δίκαια του Ελληνικού Λαού. Να δείχνει την στέρεα και ανυστερόβουλη αγάπη του. Το 1982 κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις «Θεμέλιο» το «Ημερολόγιο και μαρτυρίες του πολέμου και της κατοχής», σελίδες 184, δραχμές 220. Ένα βιβλίο σπονδυλωτών κειμένων και ομιλιών, το οποίο περιλαμβάνει την περίοδο 28-10-1940 έως 2/11/ 1944, του Ροζέ Μιλλιέξ, πρώην μέλος της Επιτροπής των Ελεύθερων Γάλλων της Αθήνας, πρώην μέλος του Ελληνικού Απελευθερωτικού Μετώπου, όπως υπογράφει ο γάλλος συγγραφέας. Περιλαμβάνει τον Πρόλογο,- Προσωπικό Ημερολόγιο 28/10/1940 έως 2/11/1944.- Αναδρομή στους δύο χειμώνες 1940-1942.-Οι Διανοούμενοι της Ελλάδας στην υπηρεσία της Αντίστασης.-Είδα τον Ελληνικό Λαό να αγωνίζεται εναντίον της τυραννίας.-ACROPOLE ’40.- Το Γαλλικό Ινστιτούτο τον καιρό του πολέμου.-Μια ομάδα γάλλων καθολικών στην Αθήνα.-Εν όπλοις αδελφοσύνη.-Επίμετρο. Οι μεταφράσεις των γαλλικών κειμένων έγιναν από τον συγγραφέα και καθηγητή Πέτρο Παπαδόπουλο και την μεταφράστρια πειραιώτισσα Ελένη Γαρίδη, της γνωστής μας από το Πέραμα οικογένειας του ποιητή και αγωνιστή Κώστα Γαρίδη.

Ο γεννημένος στην Μασσαλία 4/7/1913 μορφωτικός ακόλουθος της Γαλλικής Πρεσβείας, άφησε την τελευταία του πνοή στην Αθήνα και την χώρα που αγάπησε, στις 7/7/2006. Ένα χρόνο μετά την απώλεια της αγαπημένης ελληνίδας συντρόφου του Τατιάνας Γκρίτση-Μιλλιέξ (1920-13/2/2005). Λαϊκός και λόγιος, δάσκαλος και φανατικός ορειβάτης, κράτησε πάντοτε ψηλά την βαθμίδα των αγωνιστικών του στόχων και συμπαράστασης προς τον ελληνικό λαό.

Τα βιβλία και τα ανάτυπα του Ροζέ Μιλλιέξ πλησιάζουν τους 20 τίτλους, όπως καταγράφονται στην Επιλογή Βιβλιογραφίας Roger Milliex (1940-1989), από τον Δαμιανό Π. Κοκκινίδη, σελίδες 767-777, του τόμου «ΕΛΛΗΝΟΓΑΛΛΙΚΑ», αφιέρωμα στον Ροζέ Μιλλιέξ, έκδοση-οφειλή του Ελληνικού Λογοτεχνικού και Ιστορικού Αρχείου, Αθήνα 1990. Ο ίδιος μεταφραστής και βιβλιογράφος έχει συντάξει και την «Βιβλιογραφία Τατιάνας Γκρίτση-Μιλλιέξ» (1945-1996), εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 1997. Να σημειώσουμε ότι το δεκαεξασέλιδό του, «Ο Ταΰγετος κ’ η σιωπή» εκδόθηκε το 1956 από τα Πειραϊκά Χρονικά του πειραιώτη Αργύρη Κωστέα. Επίσης, στην πρωινή πολιτική εφημερίδα Η Καθημερινή δημοσιεύει στις 2/3/1978 την βιβλιοκριτική του για την μελέτη του πειραιώτη ποιητή και αντιστασιακού, τεχνοκριτικού Κώστα Θεοφάνους, «Ντιντερό».

Ενώ ο Κώστας Θεοφάνους φιλικά ανταποδίδει και γράφει για το βιβλίο μαρτυριών του Ροζέ Μιλλιέξ «Ημερολόγιο του  πολέμου και της Κατοχής», στην τοπική πειραϊκή εφημερίδα Ο Χρονογράφος 20/4/1983. Ενδιαφέρον παρουσιάζει και το ταξιδιωτικό του Ροζέ Μιλλιέξ «Πειραιάς- Μασσαλία. Τα δύο λιμάνια», στο περιοδικό Τουριστική Ζωή, Φθινόπωρο 1984. Ελάχιστο δείγμα του ενδιαφέροντος του Ροζέ Μιλλιέξ για την πόλη του Πειραιά, όπως και η αμέριστη βοήθειά του στους Πειραιώτες την περίοδο του βομβαρδισμού της πόλης μας. Ένα μάλλον αχαρτογράφητο κεφάλαιο από τους ερευνητές και λογοτέχνες και ιστορικούς του Πειραιά, της προσφοράς του ζεύγους Μιλλιέξ στην πόλη μας και τους ανθρώπους της.

Την συμμετοχή του διαβάζουμε και στο «Αφιέρωμα στην Ελλάδα 1940-1944» που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Κέδρος 1980 Εκατοντάδες είναι οι συνεργασίες του σε γαλλικά περιοδικά και έντυπα, σε ελληνικές και κυπριακές εφημερίδες και περιοδικά, για γάλλους Λογοτέχνες, όπως η αγάπη του Πώλ Κλωντέλ, τον Ρομαίν Ρολάν, τον Σατωβριάνδος, τον Βίκτωρα Ουγκώ, τους έλληνες ποιητές, Διονύσιο Σολωμό, Κωστή Παλαμά, Άγγελο Σικελιανό, για εικαστικούς, όπως ο Παναγιώτης Τέτσης κλπ. Γράφει προλόγους σε ιστορικά και λογοτεχνικά έργα, βλέπε Ιστορία της Γαλλικής Επανάστασης, μετάφραση του έργου «Πανούκλα» του Αλμπέρ Καμύ κ. ά. Αναφέρουμε ενδεικτικούς τίτλους εφημερίδων και περιοδικών που διαβάζουμε κείμενα, δοκίμια, μελέτες και άρθρα του. εφημερίδες: Η Αυγή, η Ελευθερία, η Καθημερινή, η Μεσημβρινή, η Πρώτη, Το Βήμα, η Χαραυγή, η Ελευθεροτυπία κ. άλλες. Τα περιοδικά Αντί, Ελεύθερα Γράμματα, Θερμοπύλες, Καινούργια Εποχή, Κυπριακές Σπουδές, Κυπριακά Χρονικά, Η Λέξη, Νέα Εστία, Νεανική Φωνή, Παιδεία και Ζωή, Πολιορκία (για τον ρώσο σκηνοθέτη Αντρέι Ταρκόφσκι) Τετράδιο, Τομές (το λογοτεχνικό περιοδικό του ποιητή Δημήτρη Δούκαρη που τους αφιερώνει τεύχος του) και σε αρκετά άλλα, στην Γαλλία, την Ελλάδα, την Κύπρο.

Στο προσωπικό αυτό σεργιάνι στον Γάλλο δάσκαλο και φιλέλληνα Ροζέ Μιλλιέξ και την συνάντησή μου μαζί του, και της συζύγου του πεζογράφου Τατιάνας Γκρίτση Μιλλιέξ, και καθώς διαβάζω τον τόμο αφιέρωμα «ΕΛΛΗΝΟΓΑΛΛΙΚΑ» και αντιγράφω βιβλιοκριτικές που γνωρίζω για να δημοσιεύσω στο δεύτερο σημείωμα στην μνήμη τους, αντιγράφω το ποίημα αφιέρωμα στον Roger Milliex του ποιητή Μίλτου Σαχτούρη, σελίδα 14 καθώς και το πραγματικά κεντητό κείμενο του Οδυσσέα Ελύτη για τον Ροζέ Μιλλιέξ, σελίδα 16.

BATIR DES CHATEAUX EN ESPAGNE

              στον Roger Milliex

Εδώ και σαράντα χρόνια
ο θάνατος στέκει πλάι μου
είναι μι’ ασπροντυμένη  κοπέλα
κάθε μέρα μου ζυμώνει το  ψωμί
μαντάρει τις κάλτσες,
πού και πού ρίχνει μιάν κρυφή ματιά
και με κοιτάζει

Κι εγώ γράφω κόκκινους στίχους
χτίζω γκρεμίζω πύργους
στην Ισπανία
και περνάνε χρόνια και χρόνια
ασπρίζουν τα μαλλιά της κοπέλας
ασπρίζουν τα μαλλιά του θανάτου
κάθε μέρα που ζυμώνει το ψωμί
μαντάρει τις κάλτσες
κι’ όλο ρίχνει κλεφτές ματιές
ματιές α π ο ρ η μ έ ν ε ς
σε μένα
που ατάραχος πάντα χτίζω
γκρεμίζω πύργους
στην Ισπανία.

ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ, 27 Μαϊου 1986

__________________________________________

ΤΟ  «ΚΕΝΤΗΜΑ  MILLIEX»

Στο μάκρος των τριών τελευταίων δεκαετιών, η δράση και τα γραφτά της Τατιάνας και του Roger Milliex επέτυχαν με συνεχείς διασταυρώσεις, αντιστίξεις και πνευματικές σταυροβελονιές,  να δημιουργήσουν ένα κέντημα ελληνικό από τα πιο σπάνια στο είδος τους. Και ο καμβάς πάντοτε τα πάθη και οι καϋμοί του λαού μας.

Μπαίνουν οι χρονιές η μία μέσα στην άλλη και από την Αθήνα, το Παρίσι, τη Λευκωσία, τη Γένοβα, τα νήματα τεντώνονται  για να σχηματίσουν και να μας αποκαλύψουν μιά ιστορία ζωής γεμάτη αγάπη, ευγένεια, ήθος. Ο καθένας μας βρίσκει τον εαυτό εκεί μέσα. Είτε τον θυμάται στα μαύρα χρόνια της Κατοχής να καταφεύγει στο Γαλλικό Ινστιτούτο για λίγη ανθρώπινη ζεστασιά’ είτε λίγο αργότερα στα χρόνια του εμφύλιου ν’ αναζητεί, κατατρεγμένους, μιάν ειλικρινή προστασία’ είτε πιό πρόσφατα, στα χρόνια της δικτατορίας, αυτοεξόριστος στην Κύπρο, ν’ ακούει από το στόμα τους έναν λόγο παρηγοριάς.

Δεν ξέρεις αν η αγάπη του καλού Γάλλου για την Ελλάδα βρήκε στο πρόσωπο της Ελληνίδας τη ζωντανή γεωγραφία που ζητούσε ή αν αυτή διαμόρφωσε την οριστική φυσιογνωμία του ξένου που έφτασε να γίνει ελληνικότερος των Ελλήνων. Όπως και να ‘ναι, ο ένας έφτιασε τον άλλον και οι δύο, θα έλεγες, όλους εμάς μαζί. Πρόκειται για μια βαθιά και διηνεκή σ υ μ μ ε τ ο χ ή που εξαλείφει τα σημεία της αρμογής και μας αφήνει να δούμε καθαρό το αποτέλεσμα: ένα κέντημα στο τραπέζι του χρόνου, τόσο στερεό που να παραμένει για να το αγγίζουν και να το χαϊδεύουν οι μέλλουσες γενεές

-αυτές που θα συνεχίσουν τα όνειρά μας.

ΟΔΥΣΣΕΑΣ  ΕΛΥΤΗΣ 1977.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς, Τετάρτη 24 Νοεμβρίου 2021

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή