Τα Λόγια της Πλώρης ή ο Θαλασσινός Καρκαβίτσας 

Στις 24 Οκτωβρίου, το 1922, πέθανε στο Μαρούσι ο Ανδρέας Καρκαβίτσας. Ένα μικρό κείμενο για «Τα Λόγια της Πλώρης» για να τον θυμηθούμε ως διηγηματογράφο...

by ΑΝΔΡΕΑΣ ΦΟΥΣΚΑΡΙΝΗΣ
  • ΑΝΔΡΕΑΣ ΦΟΥΣΚΑΡΙΝΗΣ

Η συλλογή αυτή του Ανδρέα Καρκαβίτσα που είδε το φως της δημοσιότητας στα 1899, την τελευταία δηλαδή χρονιά του 19ου αιώνα, αποτελείται από είκοσι διηγήματα, εμπνευσμένα, κατά κύριο λόγο, από τη θαλασσινή ζωή, τους θρύλους και τις παραδόσεις της. Και εδώ, όπως και στα υπόλοιπα, σχεδόν, έργα του δύο είναι τα μεγάλα θέματα που εμπνέουν το λεχαινίτη διηγηματογράφο: από τη μια, η φύση, η ελληνική κυρίως φύση με όλη την πλαστικότητα και τη ζωντάνια που τη διακρίνει, ενίοτε μάλιστα προσωποποιημένη, και από την άλλη οι παραδόσεις των Ελλήνων.

Αποτέλεσμα εικόνας για Ανδρέας Καρκαβίτσας

Αυτά τα δύο θέματα λοιπόν αποτελούν τον κύριο πόλο έλξης της τέχνης του Καρκαβίτσα και στη συγκεκριμένη συλλογή διηγημάτων του, θα έλεγα, τον αποκλειστικό. Και στις δύο περιπτώσεις βέβαια βρίσκεται η Ελλάδα, στο κέντρο του κόσμου του, και ο Έλληνας, όπως φυσικά τον βλέπει η θαυμαστική, ως ένα σημείο, ματιά του. Για το λόγο αυτό, και όχι άδικα πιστεύω, νεότεροι κριτικοί και ιστορικοί της Λογοτεχνίας τον αποκάλεσαν ελληνοκεντρικό, γιατί ο Έλληνας είναι σε τελευταία ανάλυση αυτός που φιγουράρει, δρα, σκέφτεται, ελπίζει, ονειρεύεται δίχως τέλος σε ολόκληρο το έργο του και εκπροσωπεί ταυτόχρονα τον κόσμο ολόκληρο, αφού θα τον βρεις παντού, σε κάθε σημείο του πλανήτη μας.

Η ζωντανή παρουσία του φυσικού περιβάλλοντος όπου τα πάντα αποκαλύπτονται μέσα στο εκτυφλωτικό φως του Αιγαίου και άλλων θαλασσών της Μεσογείου σε όλη τους τη φυσική ζωντάνια, σε όλη την ποικιλία των σχημάτων και των χρωμάτων που τα χαρακτηρίζουν και όπου τίποτα δε μένει κρυμμένο, τα μάτια του αναγνώστη βλέπουν τα πάντα, κατά την παρατήρηση του Πέτρου Χάρη (και σε τούτο το σημείο ο Καρκαβίτσας αποτελεί τον αντίποδα του Παπαδιαμάντη) και που εδώ είναι, κατά κύριο λόγο, το θαλασσινό τοπίο και μάλιστα το ανοιχτό πέλαγος, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τη ζωή των ανθρώπων, που παρουσιάζεται μαζί με κάποιες από τις λαϊκές παραδόσεις που το συνοδεύουν, όχι πάντα απόλυτα συνταιριασμένο. Ο Καρκαβίτσας είναι εξαιρετικός τοπιογράφος και λαογράφος μαζί, και πολλές φορές δεν μπορείς να ξεχωρίσεις που τελειώνει το τοπίο, η Λογοτεχνία και που αρχίζει η Λαογραφία. Είναι γνωστό άλλωστε ότι ακολούθησε πιστά τις «εντολές» του ιδρυτή της επιστήμης της Λαογραφίας στην Ελλάδα, του Νικόλαου Πολίτη και συγκέντρωσε αρκετό λαογραφικό υλικό από την Ηλεία, αλλά και από άλλες περιοχές, όπου έζησε κατά διαστήματα, και το δημοσίευσε σε περιοδικά της Αθήνας και άλλο ενσωμάτωσε στα διηγήματά του.

Οι λαϊκές παραδόσεις, οι θρύλοι, οι μύθοι, η ιστορία υπηρετούν άριστα τον εθνικισμό και τον ελληνοκεντρισμό του Καρκαβίτσα, ικανοποιούν μία ενδόμυχη ανάγκη του σε τέτοιο σημείο μάλιστα κάποιες φορές ώστε να τον απομακρύνουν από τη Λογοτεχνία και να τον οδηγούν σε μία φτηνή ρητορεία. Ο εθνικισμός του από την άλλη μεριά έχει ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό, δεν ξεκινάει πάντα από την αρχαία Ελλάδα, την ιστορία της και τον πολιτισμό της, δεν είναι αυτή η αφετηρία του παρά μονάχα όπου έχουν επιβιώσει στοιχεία της μέσα στη λαϊκή μνήμη. Ο εθνικισμός του λοιπόν περνάει, κατά κύριο λόγο, μέσα από το Βυζάντιο και στο μεγαλοϊδεατισμό που ξεκινάει από την πεσούσα αυτοκρατορία. Εκεί έχει σχεδόν πάντα στραμμένη τη ματιά του.

Η πρωτεύουσα των πορφυρογέννητων, η Κωνσταντινούπολη, είναι το όνειρο που ζει μέσα του. Έτσι ζει διαρκώς μέσα στο έργο του, έρχεται και ξανάρχεται χωρίς διαλείμματα η μεγάλη ιδέα, που αποσκοπούσε στην ανασύσταση της Βυζαντινής αυτοκρατορίας με κάθε μέσο, με κάθε θυσία, η κορυφαία πολιτική ιδεολογία όλων των πολιτικών παρατάξεων του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα, το μεγάλο εθνικό όνειρο των Ελλήνων που έσβησε για πάντα στα 1922 μαζί με τον ξεριζωμό των κατοίκων της Μικράς Ασίας και την ανταλλαγή των πληθυσμών που ακολούθησε.

Αποτέλεσμα εικόνας για Ανδρέας Καρκαβίτσας

Ο Πέτρος Χάρης αποκαλεί αυτό τον εθνικισμό δημιουργικό. Δεν ξέρω κατά πόσο μπορεί να είναι έτσι και τι σχέση έχει με τη Λογοτεχνία. Μάλλον κάποια μετατόπιση των προβλημάτων γίνεται με αυτό τον τρόπο και ο Καρκαβίτσας παίρνει θέση απέναντί τους σαν αμερόληπτος δικαστής. Και δεν είναι πάντα αμερόληπτος, κάποτε υπερισχύει και περισσεύει η ιδεοληψία. Χτύπησε με τον «Αρχαιολόγο» του τη στείρα προγονοπληξία, με τον «Ζητιάνο» την κακοδιοίκηση του ελληνικού κράτους και την κακοδαιμονία των Ελλήνων του χωριού, τη ρουσφετολογία και την απάτη της πολιτικής ζωής του τόπου, την αγραμματοσύνη και την εγκληματικά επικίνδυνη αφέλεια των κατοίκων αυτής της χώρας, και σε γενικές γραμμές το ξέφτισμα κάθε πραγματικής αξίας στο αδύναμο βασίλειο των Ελλήνων.

Ένας μεγάλος αριθμός Ελλήνων εκείνη την εποχή επεδίωκε να βρει τις δυνάμεις που χρειάζονταν για να δώσει το καίριο χτύπημα ώστε να επουλωθούν αυτόματα και οι πληγές του κράτους και αυτό έβλεπε ότι δε μπορούσε να γίνει παρά αν απωθούσε τον Τούρκο κατακτητή στα βάθη της Ασίας και, αν ήταν δυνατόν, ακόμη παραπέρα. Ένας από αυτούς ήταν και ο Καρκαβίτσας.
Ας έρθουμε όμως στο θέμα μας. Η θάλασσα, ζωντανή και δυναμική, σε όλα τα διηγήματα της συλλογής, πραγματικό στοιχειό της φύσης, πλαστουργείται σε όλο της το μεγαλείο με πάθος και αγάπη περίσσια. Ο ίδιος τη ζει από μέσα, του είναι έντονο βίωμα, ισχυρό και δίνει στην τέχνη του πνοή και δύναμη. Ο ίδιος, σαν στρατιωτικός γιατρός ή σκέτα ναυτικός έζησε για καιρό μέσα στα πλοία, γι’ αυτό και την αγάπησε όσο κανένας άλλος, κάποτε τη μίσησε, αλλά πάντα, ό,τι και να ένιωθε, γινόταν μέσα του τραγούδι.

Η θάλασσα, εξάλλου, δίνει πάντα το δυναμικό της παρόν στη νεότερη λογοτεχνία μας. Και πώς να γινόταν αλλιώς, αφού είμαστε ένας θαλασσινός λαός; Έχει και αυτή τον Μακρυγιάννη της, τον Βασίλη Λούλη. Για πρώτη φορά αποκτάει ένα ιδιαίτερο νόημα στην ποίηση του Σολωμού και του Κάλβου. Κάποιες προσπάθειες του Βιτσέντζου Κορνάρου να αποδώσει πειστικά σκηνές της θαλασσινής ζωής απέτυχαν. Προφανώς δεν το είχε μέσα του. Δεν την είχε ζήσει από μέσα, ίσως. Η παρατήρηση ανήκει στον Σεφέρη: «όταν παραβάλλω ορισμένες αγροτικές εικόνες του με τις «θαλασσογραφίες» του πάω να πιστέψω πως ο ποιητής του «Ερωτόκριτου» δεν ήταν θαλασσινός». Διαφορετικά, δεν εξηγείται η άγνοια του θαλασσινού στοιχείου από έναν νησιώτη όπως ήταν ο κρητικός Κορνάρος. Στον ίδιο το Σεφέρη η θάλασσα, στυφή, ακίνητη, μια τεράστια λίμνη γεμάτη ναυάγια, μια μνήμη αποτυχημένων στιγμών, ναυαγισμένων ελπίδων και συνεχών διαψεύσεων, αποπνέει μια αίσθηση πίκρας δείχνοντας έτσι και το ιδεολογικό αδιέξοδο του ξεριζωμένου ποιητή, που μιλάει αλλά δεν δρα κι ο αγώνας του δεν στέφεται ποτέ από επιτυχία, όπως και του λαού που εκφράζει.

Στον Σολωμό αρχικά η θάλασσα είναι ένα στοιχείο έντονης αγωνιστικότητας («Ύμνος στην ελευθερία») όπου μέσα του σφυρηλατείται με αδιάκοπη πάλη και αγώνα το στήσιμο της λευτεριάς. Στην ώριμη περίοδο όμως της ποιητικής του δημιουργίας τα ακίνητα νερά της που την κάνουν να μοιάζει περισσότερο με γραφική λίμνη όπου μέσα της καθρεφτίζονται ειδυλλιακά οι πεταλούδες («Ελεύθεροι Πολιορκημένοι») ή οι ήρωες του έργου («Λάμπρος») και ψάλλεται λυρικά η ιερή ομορφιά της φύσης από αγαπημένα πρόσωπα που χώνονται ηδονικά και με αγαλλίαση στην αγκαλιά της («Πόρφυρας»), η φύση λοιπόν, η θάλασσα με την τέλεια και ατάραχη, αρυτίδωτη ομορφιά της αποτελεί το μυστικό προάγγελο της επερχόμενης συντριπτικής καταστροφής. Είναι μια ευχάριστη, μια ειδυλλιακή στιγμή πριν από τον όλεθρο που θα ξεσπάσει σε λίγο βίαια, κατά μία αδήριτη αναγκαιότητα, είτε με την επέλαση της τουρκοαιγυπτιακής λαίλαπας του Ιμπραήμ, είτε με τα κοφτερά δόντια του σκυλόψαρου που θα κατασπαράξει το νεαρό Άγγλο στρατιώτη, είτε με την τραγική αποκάλυψη της φοβερής αλήθειας. Στον Σολωμό δηλαδή η θάλασσα, ακίνητη, ήρεμη, ειδυλλιακή, χαρά του ματιού και χάδι του κορμιού γίνεται ο τραγικός καθρέφτης της ανθρώπινης ψυχής και αποχτάει έτσι μια ανεπανάληπτα συμβολική δύναμη γνώσης και κυρίως αυτογνωσίας. Η οριστική στέρηση της ομορφιάς που χάνεται από τις υπέρτερες δυνάμεις που την πολεμούν δείχνει το ηρωικό ή μη, το τραγικό μεγαλείο του θανάτου που καραδοκεί.

Στον Κάλβο η θάλασσα γίνεται στοιχείο μεγαλόστομης αγωνιστικότητας που γεννάει μέσα από τα σπλάχνα της τους ήρωες που, σκίζοντάς την καθημερινά με τα «πτερωμένα αδράχτια» τους παλεύουν με υπομονή και καρτερικότητα και πάθος ακαταμάχητο για τη λευτεριά τους. Ο Ελύτης παρατηρεί: «ένα μουρμούρισμα, ένα θρόισμα ή πάλι μια οργισμένη θύελλα, ένας πόντος αναταραγμένος, συνοδεύουν αδιάκοπα τις πράξεις των αγωνιστών του Εικοσιένα». Ο Παπαδιαμάντης, με τη σειρά του, έφερε τη θάλασσα και τον κόσμο της στο διήγημα και επέμενε ιδιαίτερα στην ιδιόμορφη ζωή της. Εδώ βρίσκεται η θάλασσα μαζί και το ρόδινο ακρογιάλι που τραγουδάει, απειλεί, μαγεύει, τρομάζει, όπως παρατήρησε και ο Πέτρος Χάρης. Στον Παλαμά αλλάζει πρόσωπα συνεχώς, σαν το μυθικό Πρωτέα, μεγαλώνει, μικραίνει, περιορίζεται, ξεβαθαίνει, γίνεται, κάποια στιγμή, η μεσολογγίτικη λιμνοθάλασσα, με τους καϋμούς και τους πόθους που την συγκλονίζουν και τους τραγουδάει με πάθος, πίκρα και έξαψη. Ένας κόσμος κλειστός εντέλει και γι’ αυτό βέβαιος για τον εαυτό του και τη μοίρα του.

Η θάλασσα είναι παρούσα και ζωντανή στις σελίδες και άλλων λογοτεχνών μας: Μωραϊτίδη, Ράδου, Σούκα, Ποταμιάνου, Νιρβάνα κ. ά., μερικοί από τους οποίους τείνουν να ξεχαστούν σήμερα. Ο χρόνος και ο χώρος όμως δεν μου επιτρέπουν να σκύψω περισσότερο στο έργο τους μια και ο λόγος είναι για τον Καρκαβίτσα. Μόνο μια ιδιαίτερη μνεία θα κάνω ακόμη, τον Νίκο Καββαδία. Στην ποίησή του η Μεσόγειος έχει αντικατασταθεί από τους ωκεανούς, τις ανοιχτές θάλασσες, τη ζωή στα πλοία, τα μακρινά λιμάνια και τις κακόφημες συνοικίες τους, τις γεμάτες με τραγικές ανδρικές και γυναικείες φιγούρες. Παρόλα αυτά η θαλασσινή ζωή αποτελεί εδώ το άπιαστο και ανέφικτο ιδανικό της ευτυχισμένης και ελεύθερης ζωής, ενώ η ζωή στη στεριά είναι γεμάτη με ανία και πλήξη.

Στον Καρκαβίτσα η θάλασσα, χιλιόμορφη και χιλιοπρόσωπη, αλλάζει από τη μια στιγμή στην άλλη, ενώ ο άνθρωπος, ο ήρωας του διηγήματος εν προκειμένω, δεν είναι παρά ένα ασήμαντο παιχνίδι στην πλανεύτρα αγκαλιά της. Η ελκτική της δύναμη είναι τεράστια, έχει κάτι το μαυλιστικό μέσα της, που μαγνητίζει τα πλήθη. Κανένας δεν μπορεί να αντισταθεί στο ελκυστικό κάλεσμά της. Οι ναυτικοί, παρόλο που γνωρίζουν πολύ καλά το μέγεθος των κινδύνων και της μπαμπεσιάς που περικλείει δε μπορούν να κρατηθούν με τίποτα μακριά της, όσο κι αν το επιθυμούν. Αν υπάρχει περίπτωση να το επιθυμούν δηλαδή. Η λογική είναι παντελώς ανίσχυρη στην αντιμετώπιση της μεγάλης επιθυμίας των ναυτικών να μη μείνουν για πολύ μακριά της: «Μακριά απ’ τ’ άτιμο στοιχειό! Δεν έχει πίστη, δεν έχει έλεος. Λάτρεψέ την όσο θες, δόξασέ την. Εκείνη το σκοπό της. Μην κοιτάς που χαμογελά, που σου τάζει θησαυρούς. Αργά γρήγορα θα σου σκάψει το λάκκο ή θα σε ρίξει πετσί και κόκκαλο, άχρηστο στον κόσμο». Είναι ένας ακαταμάχητος πειρασμός η θάλασσα. Έτσι, κάθε αντίσταση στο μαυλιστικό της κάλεσμα είναι μάταιη, χαμένη από πριν: «Ούτε τάματα ούτε οι άγιοι ωφελούν στην αρρώστια μου. Εγώ είμαι παιδί της θάλασσας. Με κράζει και θα πάω». Ούτε η γυναίκα, η οικογένεια, τα πλούτη, τα παιδιά ή η άνετη ζωή μπορούν να κρατήσουν μακριά για πολύ καιρό τον παθιασμένο ναυτικό.

Αποτέλεσμα εικόνας για Ανδρέας Καρκαβίτσας

Στα «Λόγια της Πλώρης» η θάλασσα αλλάζει συνεχώς πρόσωπα, διάθεση, μορφές. Άλλοτε είναι καλή, υποτακτική, γλυκιά και παιχνιδιάρα σαν την καλύτερη ερωμένη: «στύλωσε τα μάτια του στο κουφό κύμα με τόση τρυφεράδα που πάγωσα. Δεν κοιτάζει αγαπητικός με τόσο πόθο την αγαπητικιά του. Αλλά και κείνο ανάθεμά το, έκαμε άξαφνα κάτι σούφρες και πάφλασε εδεκεί τινάζοντας διαμαντένιο αφρόδροσο σα ν’ ανατρίχιαζε στο βλέμμα του». Εύκολα όμως μπορεί να αλλάξει διάθεση και να δείξει το άλλο της πρόσωπο, οπότε γεμάτη θυμό, μίσος, αγριάδα κρατάει τα πάντα στο ανελέητο κύμα της: «Το νερό περίγυρα άφριζε και μάνιζε, λες ήθελε να ξεριζώσει τα πορολίθαρα. Ο άνεμος σφύριζε βλαστήμιες και μοιρολόγια. Κανόνι βροντούσε πέρα το κύμα. Και μας έδερνε και μας έσπρωχνε και μας πελάγωνε, σα να μας είχε αντίδικους. Το ξύλο έτριζε απάνω στο βράχο, στέναζε, ένας-ένας του έφευγαν οι αρμοί, άνοιγε η καρίνα, σκορπούσαν τα δεσίματα… Σχοινιά, μαδέρια στα κύματα, ναυαγοί στους βράχους. Σε μια ώρα κουρέλι έγινε η όμορφη «Παντάνασσα». Είναι καταστροφική λοιπόν, καταλύτρα ζωής και πραγμάτων, τίποτα δε μένει ορθό στη θέση του όταν αγριεύει παράφορα και η ανθρώπινη ζωή γίνεται ένα ασήμαντο παιχνίδι στα χέρια της.

Ο Καρκαβίτσας αντικρίζοντας τη φύση, γενικότερα, και τη θάλασσα, ειδικότερα γίνεται και παραμένει ένας αθεράπευτος παγανιστής. Ο θαυμασμός που νιώθει είναι γνήσιος, γεμάτος μεταφυσική ιερότητα κι όταν τον εκφράζει, λυρικός, σαν ποιητής. Η φύση δεν φαίνεται να τον κουράζει ποτέ, δεν χορταίνει να την κοιτάζει με πάθος και λατρεία δίχως φυσικά να νιώθει κάποιο συναίσθημα ενοχής γι’ αυτό ή αμαρτίας, όπως κάνει ο Παπαδιαμάντης που, όντας πιστός χριστιανός, παθιάζεται προς στιγμήν από τη μυστική θέαση της φύσης, για να ξαναγυρίσει λίγο αργότερα μετανιωμένος για το πρόσκαιρο ξεστράτισμά του από την αυστηρή του άσκηση. Η λατρεία της φύσης όμως στον Παπαδιαμάντη είναι βαθιά, στον Καρκαβίτσα λίγο επιφανειακή και επιπόλαιη.

Ο Καρκαβίτσας έχει τη δυνατότητα να περιγράφει τη φύση, εδώ τη θάλασσα, με χίλιους δύο τρόπους ώστε να μην κουράζει ποτέ τον αναγνώστη, παρά μονάχα σε κάποιες στιγμές που η περιγραφική του διάθεση ξεπερνάει κάθε όριο εις βάρος πάντα της αφήγησης. Γαλήνη, ηρεμία, τρικυμία, καταιγίδα εναλλάσσονται συνεχώς στα κείμενά του και το ανίκητο στοιχειό, η θάλασσα παρουσιάζεται με όλους αυτούς τους τρόπους, με όλες αυτές τις διαθέσεις.

Αλλά και ο βυθός δεν μένει παραπονεμένος: «Κάτω φυκοστρωμένος ο βυθός, άνοιγε πλατύς και μαλακός σα βελούδο. Εδώ ακαλήφες βαθυγάλαζες έβγαιναν από την αμμουδιά, άλλες ανοιχτές σαν κούπες και σαν αρχαία κύπελλα. Μερικές σαν κρίνα μεγάλα κι άλλες έφευγαν ψηλά κρεμώντας κάτω μυριόχρωμο κομπολόι τ’ απαυτά τους». Η περιγραφή είναι λεπτομερέστατη.

Ο θαλασσινός άνθρωπος, όπως μας τον σκιαγραφεί ο Καρκαβίτσας στα διηγήματά του, ανίσχυρος μπροστά στην παντοδύναμη μοίρα του, με την οποία έρχεται συχνά αντιμέτωπος, αγωνίζεται με πείσμα και πάθος για την επιβίωση, παλεύει για να νικήσει τις δυνάμεις που τον αντιπαλεύουν σε έναν αγώνα μάταιο, πολλές φορές, και χαμένο από χέρι. Είναι, κατά κάποιο τρόπο, ένα τραγικό πρόσωπο, αφού ξέρει από πριν την κατάληξη του αγώνα του. Είναι ένας νέος Διγενής που μάχεται συνεχώς με το Χάρο στα αλώνια της θάλασσας, και οδηγεί τον αγώνα του ως το τέλος, γιατί ξέρει πως δεν έχει το δικαίωμα να υποκύψει χωρίς πάλη, να παραδώσει τα όπλα δίχως να αγωνιστεί. Και ο αγώνας του αυτός αποχτάει στο τέλος μία συμβολική τραγικότητα που τον εξαγνίζει.

Ο Καρκαβίτσας, ως γνήσιο τέκνο της εποχής του, φέρνει πολλές φορές απέναντι στην ανθρώπινη αγωνιστικότητα όχι μόνο τα προσωποποιημένα στοιχεία της φύσης αλλά και άλλα, του μύθου και της ιστορίας, στοιχειά και τελώνια, γοργόνες και καλικάντζαρους και γενικά όλα τα μεταφυσικά πλάσματα της φαντασίας του ελληνικού λαού. Έτσι, η δεισιδαιμονία φαίνεται ότι παίζει σημαντικό ρόλο σε πολλά από τα διηγήματά του. Και εδώ βέβαια ο αγώνας έχει τα ίδια χαρακτηριστικά και την ίδια κατάληξη: η ήττα είναι γραμμένη, καθορισμένη από πριν, από σκοτεινές και ανεξιχνίαστες δυνάμεις που δρουν πανίσχυρες, παντοδύναμες, ακατανίκητες και πολλές φορές ανελέητες συντρίβοντας τον άνθρωπο και τα έργα του, αποδεικνύοντας με αυτό τον τρόπο την προδιαγεγραμμένη μοίρα του θαλασσινού.

Αποτέλεσμα εικόνας για Ανδρέας Καρκαβίτσας

Ο άνθρωπος αυτός για τον οποίο μιλάω είναι ο Έλληνας. Γι’ αυτόν μιλάει πάντα ο Καρκαβίτσας. Πιστεύει ακράδαντα στη δύναμη και την αξία του που πηγάζει άμεσα από την αγωνιστική εικόνα της ιστορίας του. Η πίστη του αυτή όμως τον οδηγεί πολλές φορές σε κούφια ρητορεία, σε έντονο εθνικιστικό κήρυγμα, όπως π. χ. στο διήγημα «Εκδικητής». Ο Έλληνας στα μάτια του δεν είναι παρά ένα θαλασσινό στοιχειό που παλεύει νύχτα και ημέρα με ένα σωρό αντίξοες και εχθρικές δυνάμεις που τον πολεμούν μέχρι θανάτου, που δεν κάνει ποτέ πίσω, νικάει ή νικιέται, δεν χάνεται όμως ποτέ. Κάθε παραβίαση όμως των ανθρώπινων μέτρων, κάθε προσπάθεια για την υπέρβαση των ορίων του καθενός φέρνει κατ’ ανάγκην τη σκληρή και συνάμα πικρή τιμωρία της «Θείας Δικαιοσύνης». Αντίληψη, σκέψη, εικόνα πολύ παλιά βέβαια που μας πηγαίνει κατ’ ευθείαν στην αρχαία Ελλάδα (Ύβρις), στο λαϊκό πολιτισμό και σε συγγραφείς σαν τον Θουκυδίδη ή τον Σοφοκλή.

Ο άνθρωπος της θάλασσας είναι, σε γενικές γραμμές, ιδιότυπος και ιδιόρρυθμος, γενναίος, σκληρός, ανθεκτικός στις κακουχίες, πεισματάρης, σπάνια όμως κακός και κατά βάθος, παρά τη φαινομενική του αφέλεια, έξυπνος και αγαθός, αλλά και σαρκαστικός που όμως αναγνωρίζει την αξία του άλλου, όταν δεν είναι υπέρμετρα ζηλιάρης. Είναι ένας κόσμος ξεχωριστός, ακατανόητος πολλές φορές, μοναδικός, σε τέτοιο σημείο μάλιστα που, όπως λέει ο ίδιος ο Καρκαβίτσας, δεν τον δέχονται μήτε στην κόλαση μήτε στον παράδεισο όταν πεθάνει και γι’ αυτό έχει στήσει το δικό του τσαντίρι ανάμεσά τους.

Μια τελευταία παρατήρηση: όλα τούτα που γράφτηκαν πιο πάνω είναι δοσμένα με πινελιές αδρές, με πλούσια και γνήσια λαϊκή γλώσσα, την οποία ο συγγραφέας γνωρίζει πολύ καλά, με ζωντανούς διαλόγους και ξεχωριστό, προσωπικό ύφος. Μοναδικό μειονέκτημα η έλλειψη μέτρου που παρατηρείται κάποιες φορές στις περιγραφές και η ρητορεία που τον οδηγεί σε κάποια σημεία του έργου του η εκπλήρωση της εθνικιστικής του ανάγκης. Παρά τις κάποιες αντιρρήσεις «Τα Λόγια της Πλώρης» κλείνουν μέσα τους ατόφιο έναν ολόκληρο κόσμο, ελληνικό κατά βάσιν αλλά και παγκόσμιο συγχρόνως και παρά τα χρόνια που έχουν περάσει από τότε που είδαν το φως της δημοσιότητας για πρώτη φορά δείχνουν ότι αντέχουν ακόμη, όσο και η εκλεκτική τάση πολλών σύγχρονων αναγνωστών. Και θα εξακολουθήσουν να αντέχουν ακόμη, όσα χρόνια και να περάσουν, γιατί είναι ήδη ένα βιβλίο κλασικό.

(Περιοδικό «Διάλογος», Λεχαινών, τεύχος 2ο, 1978, Ιούνιος)

The following two tabs change content below.

ΑΝΔΡΕΑΣ ΦΟΥΣΚΑΡΙΝΗΣ

Ο Ανδρέας Φουσκαρίνης σπούδασε Ιστορία και Αρχαιολογία στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας και εργάστηκε για 36 έτη στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές: «Πρελούντιο» (1980), «Συμπληγάδες Πέτρες και άλλα συναφή» (1982), «Περικαλλείς διηγήσεις Χριστοφόρου του Πατζινακίτου» (1983). Επίσης, την «Ανθολογία Ηλείων Λογοτεχνών», 1981 με τη συνεργασία των: Γιώργου Γώτη και Διονύση Κράγκαρη, τη μελέτη : «Η ανολοκλήρωτη κοινωνία του Μεσοπολέμου στο βιβλίο του Δημήτρη Χατζή: Το Τέλος της Μικρής μας Πόλης» (1990), την ποιητική συλλογή «Φρυκτωρίες» (2010) και τον τόμο «Άνθη της Εσπερίας» (1994) που περιλαμβάνει μεταφράσεις ποιημάτων των Έλιοτ, Πάουντ, Πρεβέ, Απολλιναίρ, Πλαθ, Λήβι, Αρχίλοχου του Πάριου και άλλων. Έχει συνεργαστεί στην έκδοση των περιοδικών: «Ανδρέας Καρκαβίτσας» και «Διάλογος» της Μορφωτικής Ένωσης Λεχαινών, «Εκ Παραδρομής» της Πολιτιστικής Εταιρίας «Φράγμα» και «Δροσελή» της Κίνησης των Πολιτών για την Οικολογία και το Περιβάλλον των Λεχαινών

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή