Τα περιοδικά της επαρχίας: Μια πρώτη προσπάθεια ταξινόμησης

by ΑΝΔΡΕΑΣ ΦΟΥΣΚΑΡΙΝΗΣ
  • Γράφει ο ΑΝΔΡΕΑΣ ΦΟΥΣΚΑΡΙΝΗΣ

«Επαρχία δεν είναι μόνο η Αθήνα»

Περιοδικό « Εκ Παραδρομής».

Κατ’ αρχάς να ορίσουμε την έννοια της επαρχίας:

1. Ο εκτός των τειχών της πρωτεύουσας χώρος, ήγουν σύμπασα η επικράτεια πλην του κέντρου των Αθηνών.

2. Οι γειτονιές και οι «επαρχίες» της Αθήνας, τουτέστιν τα λεγόμενα λαϊκά προάστια και η περιφέρεια της πρωτεύουσας όπου κατοικούν, κατά κύριο λόγο, επήλυδες και μετανάστες από την επαρχία, καθώς και οι απόγονοί τους.

3. Ο κόσμος που ζει και κινείται στο περιθώριο της πολιτικής, κοινωνικής και πολιτισμικής δραστηριότητας της πρωτεύουσας όπου και αν κατοικεί αυτός, περιχαρακωμένος, συνήθως, όχι πάντα με ασφάλεια και σιγουριά για τον εαυτό του και τους οικείους του, στους επαρχιακούς, αθηναϊκούς συλλόγους ή στις εθνικοτοπικές των διαφόρων πολιτικών κομμάτων.

4. Ο κόσμος που ζει και κινείται στο περιθώριο, επίσης, της οικονομικής οργάνωσης και της ταξικής διαστρωμάτωσης, σέρνοντας μόνιμα μαζί του την απέραντη μοναξιά που νιώθει στους πολυσύχναστους και πολυθόρυβους δρόμους της Αθήνας και των άλλων μικρών ή μεγάλων αστικών κέντρων και πρωτευουσών ολόκληρης της επικράτειας.

Ένα μικρό πρόβλημα παρουσιάζεται με την Θεσσαλονίκη, τη λεγόμενη και συμπρωτεύουσα που συνεχίζει και σήμερα το δεύτερο ρόλο που είχε από πάντα, για χιλιετίες, μετά την κατάλυση του βασιλείου της Μακεδονίας από τους Ρωμαίους, από τα χρόνια του Βυζαντίου και δώθε που αποτελούσε τη συμβασιλεύουσα, αλλά και με μία ή δύο ακόμη σχετικά μεγάλες πόλεις. Τελικά, αυτές οι πόλεις αποτελούν τμήμα της επαρχίας ή είναι αυτόνομα και αυτόφωτα πολιτισμικά κέντρα, όπως διατείνονται συνήθως οι παράγοντες που κατευθύνουν τις τύχες τους;

Μήπως στο πλάτος της έννοιας «επαρχία» περιλαμβάνεται το σύνολο της ελληνικής επικράτειας (συνεπώς και οι πρωτεύουσές της), χώρα της πολιτισμικής (και φυσικά όχι μόνον αυτής) περιφέρειας της Ευρώπης, οπότε και το πρόβλημα της Θεσσαλονίκης, της Πάτρας και δύο ή τριών ακόμη πόλεων δεν είναι παρά ψευδοπρόβλημα για το οποίο δεν χρειάζεται να δείξουμε κανένα επιπλέον ενδιαφέρον.

Δεύτερον: Να ορίσουμε τι ακριβώς είναι ένα περιοδικό της επαρχίας και κυρίως με τι ασχολείται. Είναι λοιπόν εκείνο που εκδίδεται σε μία από τις επαρχίες, τυπώνεται εκεί, κυκλοφορεί στην επαρχία και τα θέματα που περιέχονται στις σελίδες του αναφέρονται σε αυτήν και μόνο; Πόσα τέτοια υπάρχουν; Ελάχιστα, θα έλεγα.

Έτσι, εντελώς καταχρηστικά βέβαια, αλλά δεν γίνεται αλλιώς, πρέπει να θεωρήσουμε ως επαρχιακά τα περιοδικά εκείνα που, με τον άλφα ή τον βήτα τρόπο, και ανεξάρτητα από τον τόπο που εκδίδονται ή τυπώνονται, αναφέρονται και απευθύνονται κατά κύριο λόγο σε κάποια επαρχία και το αναγνωστικό της κοινό. Άλλωστε, στην επαρχία υπάρχουν ελάχιστες έως μηδαμινές τεχνικές ή τυπογραφικές δυνατότητες κι έτσι δεν μπορούν πάντα να τυπώνονται εκεί τα περιοδικά που την αφορούν και, πολλές φορές, διάφοροι λόγοι που δεν είναι του παρόντος ώστε να εξεταστούν ενδελεχώς, αναγκάζουν τους εκδότες να εγκαταλείψουν για πάντα την ιδιαίτερη πατρίδα τους και να μετοικήσουν στην πρωτεύουσα, αφού εκεί βρίσκουν ό,τι τους είναι αναγκαίο για την εκπλήρωση του σκοπού τους και ενδεχομένως και της «τρέλας» τους. Έτσι η Αθήνα μεταμορφώνεται αναγκαστικά σε πρωτεύουσα όλων των επαρχιών της χώρας μας.

Και ένα τελευταίο ερώτημα: Ποιοι πρέπει να δημοσιεύουν κείμενά τους σε αυτά τα περιοδικά και με ποια θεματολογία; Οι κατοικούντες και παρεπιδημούντες σε κάποια επαρχία ή και οι καταγόμενοι από αυτήν, πλην όμως διαμένοντες εν Κολονακίω και αλλαχού; Και φυσικά, μέχρι ποίας γενιάς;

Τελικά, ποιος πρέπει να θεωρείται επαρχιώτης, αφού το σύνολο του αθηναϊκού πληθυσμού, και όχι μόνο, σχεδόν ολόκληρο έλκει την καταγωγή του από κάποια μακρινή ή κοντινή επαρχία; Ο κύκλος μας φέρνει και πάλι στην αρχή. Ελπίζω να μην είναι τόσο φαύλος όσο φαίνεται με την πρώτη ματιά. Εδώ, σε αυτό το κείμενο, θα θεωρήσουμε ως επαρχιώτη αυτόν που γεννήθηκε σε κάποια επαρχία ή κατάγεται από την επαρχία, ανεξάρτητα από το πού ζει, ή, έστω, και αυτόν που απευθύνεται με τα κείμενά του σε κάποιο επαρχιακό κοινό που η ύπαρξή του δεν ενδιαφέρει το κέντρο. Και βέβαια, και αυτόν που τον χαρακτηρίζει πλήρως το λεγόμενο επαρχιώτικο πνεύμα και ποιότητα για τα οποία μιλάμε στην αμέσως επόμενη παράγραφο, γιατί αποτελεί μια τάση που χαρακτηρίζει πολλούς πνευματικούς ανθρώπους.

Με βάση τις πρώτες, και τελευταίες φυσικά, αυτές παρατηρήσεις καταλήγουμε εύκολα στα συμπεράσματα που ακολουθούν και για τα οποία είμαι σχεδόν βέβαιος ότι αποτελούν μια πρώτη και πλήρη βεβαιότητα. Είναι γεγονός αναντίρρητο, και αξιοπαρατήρητο, ότι τα τελευταία χρόνια εκδόθηκαν και εξακολουθούν να εκδίδονται και να κυκλοφορούν δεκάδες περιοδικών που μπορούν να θεωρηθούν, σύμφωνα με τα όσα είπαμε μέχρι τώρα, επαρχιακά.

Στο σημείο αυτό όμως θα πρέπει να γίνει μία πρώτη διάκριση ανάμεσα στον όρο «επαρχιακά» και στον όρο «επαρχιώτικα», όπως τον χρησιμοποιώ εγώ, και στον όρο «επαρχιώτικο πνεύμα» που, κατά τη γνώμη μου πάντα, αναφέρεται κυρίως στην προχειρότητα με την οποία είναι γραμμένα κάποια κείμενα, στη χαμηλή τους ποιότητα, στην ασχετοσύνη με την οποία εξετάζουν τα πράγματα ή τα πρόσωπα και τα γεγονότα, στο μίζερο και γλυκανάλατο ύφος, στην κακογουστιά της γλώσσας και της έκφρασης, στην παντελή ή στρεβλή γνώση των τελευταίων εξελίξεων της επιστήμης και της τέχνης και συνακόλουθα στην περιορισμένη εμβέλεια της σκέψης και του λόγου του επαρχιώτη διανοούμενο, για τον οποίο θα μιλήσουμε μια άλλη στιγμή, που είναι και ο βασικός συντάκτης των κειμένων που γεμίζουν με συγγραφική αυταρέσκεια τις σελίδες των επαρχιώτικων περιοδικών και εντύπων κάθε είδους και, συνήθως, επί παντός του επιστητού.

Εννοείται ότι ένας σημαντικός αριθμός επαρχιακών, και όχι μόνο, εντύπων και περιοδικών εμπίπτουν δικαιωματικά στην κατηγορία των επαρχιώτικων, όπως περιγράφηκαν λίγο πιο πάνω, και στο πνεύμα και στο περιεχόμενο και στη γραφή, αλλά και στην εμφάνιση, τη σελιδοποίηση και την εκτύπωση χωρίς με αυτές τις παρατηρήσεις να αποκλείονται και πολλά αθηναϊκά που τα χαρακτηρίζει σε μεγάλο βαθμό ο επαρχιωτισμός. Αν καταλάβατε καλά ο επαρχιωτισμός είναι ένα ολόκληρο κίνημα που το χαρακτηρίζει πλήρως το γλείψιμο του ενός συγγραφέα προς τον άλλο και η πλήρης έλλειψη κάθε έννοιας κριτικής σκέψης.

Μια πρώτη ταξινόμηση λοιπόν με βάση τον τόπο στον οποίο εκδίδονται και τυπώνονται. A priori αποκλείονται από την ταξινόμηση αυτή όλα όσα εκδίδονται στην Αθήνα, όχι όμως εκείνα που εκδίδονται στις διάφορες επαρχίες της, αν υπάρχουν τέτοια, και τη Θεσσαλονίκη με τα προάστιά της, παρόλο που μπορεί να αναφέρονται με σαφήνεια ή μη σε κάποια επαρχία.

1. Περιοδικά που έχουν ως τόπο έκδοσης την επαρχία, τυπώνονται όμως στην Αθήνα και μερικά στη Θεσσαλονίκη. Είναι τα περισσότερα. Ενδεικτικά αναφέρονται τα πιο σημαντικά: «Περίπλους», «Ζάλη», «Παράθυρο», «Γιατί», «Βορειοελλαδικά», «Ηπειρωτική Εστία», «Τετράμηνα», «Τυφλοπόντικας» (μέχρι και το πέμπτο τεύχος), «Διάλογος» Λεχαινών, «Εκ Παραδρομής», «Αλφειός» και άλλα.

2. Περιοδικά που εκδίδονται και τυπώνονται στην Αθήνα, αλλά έχουν ως πεδίο αναφοράς τους κάποια επαρχία. Π. χ. «Αιολικά Γράμματα», «Θεσσαλική Εστία», «Τριφυλλιακή Εστία», τα «Ψαρά» και άλλα.

3. Περιοδικά που εκδίδονται και τυπώνονται στην επαρχία όπου ή όταν οι συνθήκες το επιτρέπουν. Είναι φυσικά τα πιο λίγα, γιατί τεχνικές δυνατότητες για μία έκδοση δεν υπάρχουν παντού. Ενδεικτικά: «Πόρφυρας», «Υδρία», «Γρύλλος», «Αυτό», «Σχήμα Λόγου» κ. ά.

Δεύτερη ταξινόμηση με βάση το είδος της κύριας ενασχόλησής τους:

1. Πολιτικά, π.χ. «Αυτό», «Τυφλοπόντικας», «Απόπειρα», «Ουρλιαχτό» και άλλα.

2. Λογοτεχνικά-φιλολογικά: «Πόρφυρας», «Παράθυρο», «Αιολικά Γράμματα», «Σκίαθος», «Θεσσαλική Εστία», «Τετράμηνα», «Βορειοελλαδικά», «Υδρία», «Ελλέβορος», «Ζάλη», «Σχήμα Λόγου» και άλλα.

3. Πολιτιστικά. Πολλά από αυτά είναι συγχρόνως και πολιτικά. Κάποια παραδείγματα: «Περίπλους», «Τα Ψαρά», «Γρύλλος», «Διάλογος» Λεχαινών, «Εκ Παραδρομής», «Αλφειός» Πύργου και άλλα.

4. Ποικίλου περιεχομένου. Συνήθως περιλαμβάνουν στις σελίδες τους θέματα τοπικά, Ιστορίας, Λαογραφίας, Γλωσσολογίας, Βοτανικής, Αρχαιολογίας, Αρχιτεκτονικής, Θεολογίας, τοπικές ειδήσεις και άλλα. Τέτοια περιοδικά είναι η «Ηπειρωτική Εστία», η «Τριφυλλιακή Εστία», τα «Θρακικά Χρονικά», ο «Αλφειός» Πύργου και άλλα.

Τρίτη ταξινόμηση ως προς το είδος των κειμένων που δημοσιεύονται στις σελίδες τους.

1. Περιοδικά πανδέκτες, όπου χωρούν και δημοσιεύονται τα πάντα, και ως προς τη θεματολογία των περιεχομένων τους και ως προς την ποσότητα των κειμένων και ως προς την ποιότητά τους. Π.χ. «Ηπειρωτική Εστία», «Τριφυλλιακή Εστία», «Θεσσαλική Εστία» και άλλα.

2. Περιοδικά ανθολογίες κατά το πρότυπο κάποιων αθηναϊκών, όπως το «Δέντρο», η «Λέξη» και άλλα. Είναι κατά κύριο λόγο τα λογοτεχνικά της προηγούμενης κατάταξης. Π.χ. «Πόρφυρας», «Υδρία», «Μικρή Υδρία», «Σχήμα Λόγου» και άλλα.
3. Περιοδικά ανθολογίες με σαφή τοπικό προσδιορισμό. Μερικές φορές μπορούν να εξελιχθούν σε πανδέκτες. Π.χ. «Περίπλους», «Αιολικά Γράμματα» και άλλα.

Μερικές κρίσεις και συμπεράσματα. Μερικά ερωτήματα ακόμη.

Η πληθώρα των περιοδικών και των κάθε είδους εντύπων που εκδίδονται και απευθύνονται, κατά κύριο λόγο, στο χώρο και το κοινό της επαρχίας γεννάει αυτομάτως μία σειρά επιπλέον ερωτημάτων που δεν είναι εύκολο να απαντηθούν κάθε φορά που εμφανίζεται κάποιο καινούριο.

Βγαίνουν τόσα περιοδικά, αλλά το βασικό ερώτημα είναι τι απήχηση βρίσκουν στο φιλομαθές κοινό της επαρχίας. Ποιο ρόλο καλούνται (αν καλούνται) να παίξουν, σε τελευταία ανάλυση, αυτά τα περιοδικά και πόσα από αυτά και ποια; Πόσοι από τους φιλόδοξους εκδότες τους είναι πρόθυμοι να απαντήσουν σε ένα τέτοιο ερώτημα; Και έτοιμοι;

Τελικά, τι προσφέρουν (αν προσφέρουν κάτι) τόσα και τέτοια περιοδικά και κατά πόσο μπορούν να θεωρηθούν , τουλάχιστον ένας σημαντικός αριθμός από αυτά, ως γνήσια τέκνα της επαρχίας και του πολιτισμού που τη χαρακτηρίζει, αλλά και των ανθρώπων που την κατοικούν, όταν εκδίδονται, στοιχειοθετούνται, συγκεντρώνουν την ύλη τους, δέχονται τις συνδρομές των αναγνωστών τους και τυπώνονται στην Αθήνα ή τη Θεσσαλονίκη, πρωτεύουσες όλων των επαρχιών της χώρας; Ποιον αφορούν, τέλος πάντων;

Κατά πόσο αυτά τα περιοδικά εκφράζουν ή νομίζουν οι εκδότες και οι συντάκτες τους ότι εκφράζουν, την επαρχία και τον κόσμο της, το κρυφό ή φανερό, ήσυχο ή θορυβώδες, δυναμικό της, τη γοητεία, τους πόθους, την αγωνία, το μεγαλείο και τη μιζέρια της ή τη μοναξιά των ανθρώπων που την κατοικούν, για διάφορους και διαφορετικούς λόγους ο καθένας από αυτούς; Οι εκδότες και οι συντάκτες τους και όσοι τους στηρίζουν νομίζουν, άραγε, ότι εκπολιτίζουν, μορφώνουν, διαμορφώνουν ή καθοδηγούν έναν κόσμο μαθημένο, εδώ και αιώνες, να ζει, να αναπνέει και να κινείται στο περιθώριο της κοινωνίας, των αλλαγών και της ιστορίας μέσα σε μια ασάλευτη και ακίνητη, τουλάχιστον φαινομενικά, πραγματικότητα; Πόσοι γνωρίζουν αληθινά τη σημασία αυτού του «φαινομενικά»;

Και τελειώνοντας αυτό το μέρος του κειμένου αναρωτιέμαι αν μπορεί να υπάρξει πραγματικά ένα άλλο σπουδαίο κίνητρο πέρα από το κέφι και το προσωπικό μεράκι, την επιθυμία κάποιων από τους ανθρώπους αυτούς για την απόκτηση κάποιας δύναμης ή αναγνωριστικότητας σε τοπικό (και όχι μόνο) επίπεδο, από τον διακαή πόθο τους για δημοσιότητα και ενίοτε για την κατάληψη κάποιας μικρής, έστω, δημόσιας θέσης στη μικρή κοινωνία που ζουν ή όσοι δεν ζουν εκεί στην κοινωνία στην οποία απευθύνονται; Ένας αληθινός διάλογος, νομίζω, πρέπει να αρχίσει κάποτε στον οποίο, αφού θέσουμε με σαφήνεια και ειλικρίνεια τα ερωτήματα και τις απαντήσεις, είμαστε πρόθυμοι να τον ακολουθήσουμε και να δεχτούμε, έστω και κριτικά, τα συμπεράσματά του ή, όπερ και σπουδαιότερο, τους κανόνες που, ενδεχομένως, θα θέσει;

Και τώρα οι κρίσεις.

1. Τα πολιτικά όσο και τα πολιτιστικά περιοδικά προσπαθούν, τις περισσότερες φορές, να αρθρώσουν και, πολλές φορές το επιτυγχάνουν, έναν επαρκή και αυτόνομο, αδέσμευτο πολιτικό λόγο («Γιατί», «Περίπλους», «Διάλογος», «Εκ Παραδρομής»), με έντονα προσωπικά στοιχεία («Γρύλλος») ή με κατεύθυνση περιθωριακή («Αυτό», «Απόπειρα»). Είναι χαρακτηριστικό και άξιο παρατηρήσεως ότι τα περισσότερα από αυτά (και όχι μόνον αυτά) τα βγάζουν ομάδες, μικρές και χαρακτηριστικές, και όχι άτομα, με κάποια μικρή ή μεγάλη ομοιογένεια μεταξύ τους. Τα έντυπα που εκδίδονται από (ή απευθύνονται σε) αυτόνομες περιθωριακές, πολιτικές ομάδες διαφέρουν από τα υπόλοιπα και με την τυπογραφική τους εμφάνιση, τη σελιδοποίηση, το σχήμα και την ποιότητα του χαρτιού, αλλά και με την προσπάθεια που καταβάλλουν, όχι πάντοτε με πλήρη επιτυχία, να έλθουν σε ρήξη με τις κατεστημένες κοινωνικές ή πολιτικές δυνάμεις. Αυτά τα έντυπα, τα περισσότερα τουλάχιστον, είναι συνήθως μεγάλου σχήματος, ίσως για να ξεχωρίζουν («Αυτό», «Απόπειρα»), ενίοτε δαχτυλογραφημένα ή πολυγραφημένα, λόγω του υψηλού κόστους των εκδόσεων κάθε είδους, και σπανιότερα τυπογραφημένα. Τα κείμενα που περιέχουν τα διακρίνει, πολλές φορές, πηγαίο χιούμορ, καυστική σάτιρα («Γρύλλος») και αυστηρή κριτική διάθεση εναντίον των θεσμών. Πολλές φορές όμως αδυνατούν να εκφέρουν έναν δικό τους αυτόνομο και αυτόφωτο πολιτικό λόγο και αναμασούν ή αναδημοσιεύουν χωρίς περαιτέρω επεξεργασία λόγια ή κείμενα άλλων, όπως π.χ. συμβαίνει στα δύο πρώτα τεύχη του περιοδικού «Ουρλιαχτό», μιας ανώνυμης ομάδας αυτοαποκαλούμενων αναρχικών της Αμαλιάδας. Από το τρίτο τεύχος όμως και μετά το έντυπο αυτό πήρε το σχήμα εφημερίδας.

2. Τα περιοδικά-ανθολογίες δημοσιεύουν, συνήθως, κείμενα λογοτεχνικού και φιλολογικού, ιστορικού περιεχομένου τα οποία συμβαίνει, πολλές φορές, είναι αλήθεια αυτό, να μην έχουν καμία θεματολογική ή άλλη σχέση το ένα με το άλλο. Έτσι μπορεί να βρίσκονται δίπλα-δίπλα κείμενα συγγραφέων, εντελώς διαφορετικών μεταξύ τους, τεχνοτροπιών, ειδών ή θεμάτων. Η προσφορά τους είναι ανάλογη με εκείνη των κανονικών, μη θεματολογικών όμως, ανθολογιών. Των ανθολογιών δηλαδή που μπορεί να περιέχουν τα πάντα χωρίς κανένα κριτικό ή ταξινομικό διαχωρισμό με κάποια μικρά, έστω, κριτήρια ταξινόμησης. Τα περιοδικά αυτά αποτελούν τον τόπο στον οποίο, ομάδες ή άτομα,, συνήθως αποκλεισμένα, λόγω ποικίλων λόγων, όχι αδικαιολόγητα πάντα, από τις σελίδες των αντίστοιχων εντύπων του κέντρου, μπορούν και δημοσιεύουν άφοβα τα κείμενά τους, κάνοντας με συγγραφική αυταρέσκεια το κέφι τους ή εκπληρώνοντας, με αυτό τον τρόπο, κάποιες ανάγκες τους, όχι αναγκαστικά με κάποιο προσωπικό συμφέρον προβολής ή αναρρίχησης σε κάποιο τομέα που τους ενδιαφέρει, πολιτικό ή άλλο. Όνειρό τους είναι να αποτελέσουν κάποτε τα περιοδικά τους στο μέλλον έναν πανελλήνιο πόλο έλξης και να αναγνωριστούν οι ίδιοι ως συγγραφείς πρώτης κατηγορίας από το σινάφι τους. Αναγκαστικά, λοιπόν, δεν συμβαδίζουν πάντα στις σελίδες αυτών των περιοδικών η ποιότητα με την ποσότητα. Σε τεύχος ενός περιοδικού αυτής της κατηγορίας εμφανίστηκαν μαζί, ως δια μαγείας, εικοσιπέντε (παρακαλώ ,προσέξτε τον αριθμό για να μη γίνει κανένα λάθος) νέες ποιήτριες (μόνο;) από την ίδια πόλη και της ίδιας ηλικίας περίπου. Αναλογικά με τους πληθυσμούς θα έπρεπε, την ίδια χρονική στιγμή, εκατόν είκοσι πέντε στη Θεσσαλονίκη, εξακόσιες είκοσι πέντε στην Αθήνα και αδυνατώ να υπολογίσω με κάποια ακρίβεια πόσες στην υπόλοιπη Ελλάδα, ηπειρωτική ή νησιωτική, καθώς και στις χώρες που κατοικοεδρεύει μεγάλος αριθμός Ελλήνων κάθε ηλικίας. Και φυσικά χωρίς να υπολογίζεται ο αριθμός των αρρένων συναδέλφων τους. Να πιστέψουμε πως επρόκειτο για μία τεράστια σε έκταση και ένταση πολιτιστική έκρηξη ή ό,τι άλλο σχετικό που άλλαξε μέσα σε λίγες στιγμές το πολιτισμικό πρόσωπο της Ελλάδας; Εδώ γελάμε! Από τις σελίδες αυτών των περιοδικών περνούν σταδιακά, όχι πάντα με τη σύμφωνη γνώμη των κατόχων τους, τα ονόματα όλων των ποιητών, πεζογράφων και δοκιμιογράφων της χώρας, αλλά και των παροικιών του εξωτερικού, έστω και με ένα, σημαντικό ή ασήμαντο, κείμενό τους. Και τις περισσότερες φορές χωρίς να το ξέρουν, ιδίως όταν πρόκειται για αυθαίρετες αναδημοσιεύσεις. Έτσι επιτελείται, κατά τον καλύτερο τρόπο μάλιστα, ο σκοπός της ανθολόγησης και δικαιολογείται στο ακέραιο και στα μάτια των συμπολιτών των εκδοτών η ύπαρξη των περιοδικών αυτού του είδους. Προσωπικά, πιστεύω πως τα πιο χρήσιμα από τα περιοδικά αυτά είναι εκείνα που τα χαρακτηρίζει μία συνεχής και σαφής τοπική αναφορά.

3. Για τα περιοδικά-πανδέκτες δεν είναι εύκολη πάντοτε η κρίση. Εδώ δημοσιεύονται τα πάντα. Ό,τι μπορεί να φανταστεί κανείς. Από ποίηση μέχρι κοινωνιολογία και από μαθηματικά μέχρι ιστορία ή λαογραφία, από σχετικούς, αλλά τις περισσότερες φορές από άσχετους, ας πούμε χωροφύλακες, μελετητές των κοινωνικών, ιστορικών και πολιτισμικών φαινομένων. Το αξιοπερίεργο είναι πως τα πιο πολλά από αυτά έχουν να επιδείξουν μία μακροχρόνια εκδοτική διαδρομή. Εκείνα που λείπουν παντελώς από την ελληνική επαρχία είναι τα καθαρώς επιστημονικά, εξειδικευμένα, κατά το δυνατόν, περιοδικά και μάλιστα με αυστηρά τοπική αναφορά. Ίσως, γιατί λείπει από τον ελλαδικό χώρο η εξειδίκευση και η συνακόλουθη δυνατότητα να ασχοληθούν κάποιοι με τόσο εξειδικευμένα θέματα. Πολλές φορές το κενό αυτό το καλύπτουν, και μπορώ να πω με επιτυχία, περιοδικά άλλων κατηγοριών, όπως π.χ. τα «Θρακικά Χρονικά».

4. Ελάχιστα από αυτά τα επαρχιακά περιοδικά κατορθώνουν και τηρούν πάντα με ακρίβεια τον (προ)καθορισμένο χρόνο στην έκδοση των τευχών τους. Διάφοροι λόγοι τα οδηγούν αναγκαστικά σε αυτή την αταξία. Άλλοτε, γιατί δεν υπάρχει έγκαιρα στη διάθεσή τους η απαιτούμενη ποσότητα ύλης, άλλοτε, το συνηθέστερο, νομίζω, γιατί δεν υπάρχουν τα χρήματα που απαιτούνται για την έκδοση του τεύχους, λόγω αδράνειας της συντακτικής επιτροπής ή του υπεύθυνου έκδοσης, καθώς και για άλλους, ποικίλους, κατά περίσταση, λόγους. Μερικά δε είναι παντελώς άστατα. Ποτέ δεν μπορείς να γνωρίζεις με ακρίβεια αν θα ξαναεκδοθούν και πότε. Είναι φανερό πως τα περισσότερα φυτοζωούν και επιμένουν με ανυποχώρητο σαδισμό να ταλαιπωρούν αναγνώστες και συνεργάτες, ενώ κάποια άλλα εμφανίζονται και, μετά από ένα τεύχος ή δύο, εξαφανίζονται σαν κομήτες, χωρίς να προλάβουν να δώσουν το στίγμα τους, φυσικά, στο αναγνωστικό τους κοινό.

5. Μερικές φορές λείπει από αρκετά επαρχιακά έντυπα (και όχι μόνο περιοδικά) εντελώς η σοβαρότητα, όχι βέβαια η σοβαροφάνεια, σαν να μην υπήρξε ποτέ στους ιδιοκτήτες τους, χωρίς να αντικαθίσταται ποτέ αυτή η έλλειψη από το χιούμορ και την εύθυμη διάθεση ή τον αυτοσαρκασμό. Σε κάποιο από αυτά που έπεσε κάποτε στα χέρια μου, ο διευθυντής του, που ήταν ταυτόχρονα και ισόβιος, σχεδόν, πρόεδρος του επαρχιακού σωματείου της Αθήνας, στην ιδιοκτησία του οποίου βρισκόταν το περί ου ο λόγος περιοδικό, καλούσε επισήμως και με πάσα μεγαλοπρέπεια, μέσα από τις σελίδες του εντύπου, γνωστούς και άγνωστους στο γάμο, αν θυμάμαι καλά, της μονάκριβης κόρης του.

Αυτοπροσδιορισμός, τίτλος, πρότυπα.

Ενδιαφέρον έχει να δούμε πώς μερικά από τα περιοδικά της επαρχίας προσπαθούν να καθορίζουν με ακρίβεια το στίγμα τους, την ταυτότητά τους, το χώρο μέσα στον οποίο κινούνται και το αντικείμενο με το οποίο απασχολούνται κατά κύριο λόγο και σε μόνιμη βάση. Συναντάμε συχνά, πολύ συχνά θα έλεγα, έναν από τους πιο τυπικούς και γενικούς αυτοπροσδιορισμούς (π.χ. Θρακικά Χρονικά: Αρχαιολογία – Ιστορία – Λαογραφία – Έρευνες σε σύγχρονα θέματα – Δοκίμια – Ποίηση) ως τους πιο περίεργους, ευρηματικούς και λιγότερο σαφείς. Η γκάμα είναι πολύ μεγάλη και εξαρτάται από τις πεποιθήσεις και την ιδεολογία των εκδοτών και των συντακτικών τους ομάδων, από τις κρυφές, ανομολόγητες ή φανερές και ομολογημένες επιθυμίες τους, από τις επιδιώξεις τους και από τη διάθεσή τους να ασχοληθούν σοβαρά ή μη, με σοβαροφάνεια ή με χιούμορ, με τα θέματα που τους απασχολούν. Παραθέτω στη συνέχεια μία σειρά παραδειγμάτων των πιο γνωστών επαρχιακών περιοδικών από κείμενα που δημοσιεύτηκαν στις σελίδες τους ή τους υπότιτλους που βρίσκονται σε κάθε εξώφυλλο περιοδικού οιασδήποτε ύλης και κατηγορίας.

Τα «Ψαρά» που εκδίδονται και τυπώνονται στην Αθήνα, αλλά αναφέρονται κατά κύριο λόγο στο ομώνυμο νησί και στο Αιγαίο σημειώνουν πως «καταγράφουν τη σύγχρονη ιστορία των αιγαιοπελαγίτικων νησιών μας και σαν όργανο κριτικής παρέμβασης εντοπίζουν προβλήματα που έχουν ευρύτερο κοινωνικό χαρακτήρα, στοχεύοντας να συμβάλλουν στην άμεση λύση τους» (τεύχος 61-63, Σεπ. 1985, σελ.49). Το «Γιατί» των Σερρών αυτοπροσδιορίζεται «μηνιάτικη επιθεώρηση πολιτικού, κοινωνικού και πολιτιστικού προβληματισμού», ενώ ο ζακυνθινός «Περίπλους» ως «Τετράδιο για τα Γράμματα και τις Τέχνες», ο «Ελλέβορος» ως «περιοδικό για τα Γράμματα και τις Τέχνες που βγαίνει στο Άργος», και η «Ζάλη» (Βόλος), ανάλογα με τον αριθμό του τεύχους παίρνει και τον τίτλο: π.χ. Πρώτη Ζάλη, Δεύτερη Ζάλη κ.ο.κ.

Στην Αλεξανδρούπολη κυκλοφορεί η «ενέδρα του ελλοχεύοντος πόθου», ενώ ο «Τυφλοπόντικας», αγωνιζόμενος, κατά δήλωσή του, για έναν κοινωνικοποιημένο λόγο στα Γιάννενα, όχι όμως πάντα με επιτυχία, όπως θα περίμενε κανείς, ίσως γιατί τα κείμενά του δεν τα χαρακτηρίζει πάντα η αυστηρή επιστημονική εξειδίκευση, γράφει: «Το περιοδικό και έναν τρόπο συνεύρεσης ανάμικτων καταστάσεων και ανθρώπων, αλλά και ένα μέσο απάντησης στην πρόκληση της κοινωνικής στασιμότητας που μας περιβάλλει. Γι’ αυτό άλλωστε ο πολιτικοκοινωνικός λόγος που εκφέρεται έχει μια έντονη αντιμικροαστική χροιά» (τεύχος 4, Νοεμ. 1984, σελ. 6). Ο στόχος υψηλός, και γι’ αυτό η εκδοτική προσπάθεια συνοδεύεται και από άλλες δραστηριότητες με τις οποίες προσπαθούν να παρέμβουν στα τοπικά πολιτικά πράγματα ποικιλότροπα. Άλλωστε τα πιο πολλά από τα πολιτικά και πολιτιστικά περιοδικά της επαρχίας, όλα σχεδόν, έχουν ως στόχο τους την άμεση παρέμβαση στα πολιτικά πράγματα του τόπου τους. Εξάλλου, αυτή καθ’ εαυτήν η έκδοση ενός περιοδικού τέτοιου είδους αποτελεί κατά βάση άμεση πολιτική πράξη. Και τελειώνουμε αυτό το θέμα με τον αυτοκομπασμό των Τετραμήνων της Άμφισσας που όμως δεν είναι πάντα χωρίς πραγματικό αντίκρισμα: «Βγαίνουμε τρεις φορές το χρόνο μόνο με ουσιαστική ύλη».

Όπως δεν υπάρχει παρθενογένεση στην Τέχνη έτσι δεν υπάρχει και στον εκδοτικό τομέα. Πίσω από κάθε περιοδικό της επαρχίας, σημαντικό ή ασήμαντο, κρύβεται σχεδόν πάντα, με ή χωρίς επιμέλεια, ένα αθηναϊκό περιοδικό-μητέρα το οποίο αποτελεί, συνειδητά ή ασυνείδητα, το πρότυπο του επαρχιακού, ως προς τη μορφή, το σχήμα, τη σελιδοποίηση, την ιδεολογική κατεύθυνση, την επιλογή και διάρθρωση της ύλης, ακόμα και ως προς την επιλογή του ονόματός του. Είναι, φαντάζομαι, αρκετά σαφές ότι πρότυπο των ποικιλώνυμων Εστιών η κορακοζώητη «Νέα Εστία», το περιοδικό με τη μακρύτερη διαδρομή στη νεοελληνική ιστορία. Η «Ζάλη» είναι η κόρη, τρόπον τινά, των πρώτων τευχών του “Περιοδικού”. Το «Γιατί» είναι μακρινό παιδί του «Αντί», του «Πόρφυρα» πρότυπο είναι, κατά πάσα πιθανότητα, το παλιό «Δέντρο», ενώ του «Περίπλου» η «Λέξη».

Ο τίτλος κάθε εντύπου είναι, οπωσδήποτε, δηλωτικός κάποιας σημασίας. Έτσι, ενώ οι διάφορες “Εστίες” προσπαθούν να γίνουν το κέντρο γύρω από το οποίο πασχίζουν να συσπειρωθούν οι επαρχιώτες της Αθήνας που κατάγονται από την ίδια περιοχή, ο Περίπλους και ο “Πόρφυρας” παραπέμπουν κατευθείαν στη μεγάλη λογοτεχνική επτανησιακή παράδοση και στο υγρό στοιχείο που ορίζει γεωγραφικά τον τόπο τους καθώς και τον τρόπο της ζωής των κατοίκων του. Για τον “Περίπλου”, το κέντρο της αναφοράς του είναι τα όχι και τόσο πεπερασμένα όρια του νησιού (Ζάκυνθος) που το πλοίο της έκδοσης περιπλέει, αλλά συνάμα και τα όρια ολόκληρου του κόσμου που, επίσης, περιβάλλεται από το υγρό στοιχείο και διαβρέχεται από αυτό. Ο τίτλος είναι παρμένος από το ομώνυμο μυθιστόρημα-ποταμό του, επίσης, ζακυνθινού συγγραφέα Δ. Ρώμα. Για τον “Πόρφυρα”, επτανησιακή ονομασία σκυλόψαρου και τίτλος ημιτελούς ποιήματος του Δ. Σολωμού, πάλι η περιδιάβαση σε ολόκληρο τον κόσμο, μέσω τψν ανοιχτών ορίων της θάλασσας, εμφανίζεται πάνω κάτω ως καθήκον. Για τα Ψαρά και τη Σκιάθο η αναφορά είναι απλή και σαφής: τα ομώνυμα νησιά του Αιγαίου, ενώ για τα Αιολικά Γράμματα η περιοχή του ανατολικού Αιγαίου και η Μυτιλήνη.

Αρκετά από τα έντυπα της επαρχίας, ίσως για να αποκλείσουν κάθε δυνατότητα ανεπιθύμητων σηματολογήσεων, ή και για να τις δημιουργήσουν κάποια από αυτά, χρησιμοποιούν ονόματα ζώων, φυτών και εντόμων. Όμως δεν μπορούν, όσο κι αν το επιθυμούν, να αποκρύψουν από το φιλοθεάμον, και όχι μόνο, αναγνωστικό κοινό εντελώς το μήνυμα που υποκρύπτεται πάντα πίσω από τις λέξεις, γιατί αυτό αποκαλύπτεται από μόνο του σε όσους είναι ιδιαίτερα προσεκτικοί.

Ο «Γρύλλος» από τη Μεγαλόπολη δεν θέλει να είναι κάτι άλλο από το μοναχικό ζωύφιο που τις νύχτες, στα σκοτεινά, τραγουδάει, για την ακρίβεια γρυλλίζει, πρωτίστως για τη δική του ευχαρίστηση και ύστερα για την ευχαρίστηση των άλλων, ενώ ο «Τυφλοπόντικας» από τα Γιάννενα, με κλειστά τα μάτια και κάτω από τη γη (κι αυτός στα σκοτεινά) προσπαθεί να ροκανίσει τα θεμέλια του κοινωνικού και πολιτικού status.

Η «Ενέδρα του ελλοχεύοντος πόθου» της Αλεξανδρούπολης που έμμεσα παραπέμπει και αυτή στο ζωικό βασίλειο και στη σχέση του με τον άνθρωπο, αφού αυτός είναι που στήνει πάντα, κυριολεκτικά και μεταφορικά, τις ενέδρες , αποτελεί και αυτό μία ενέδρα που στήνεται έντεχνα και μυστικά σε κάθε ανυποψίαστο, ή και υποψιασμένο, αναγνώστη που θα σκύψει με ενδιαφέρον στις σελίδες του.

Ο «Ελλέβορος» από το Άργος είναι και αυτός πολύσημος, όπως όλες οι λέξεις που χρησιμοποιούνται ως τίτλοι άλλωστε. Σύμφωνα με το λεξικό, η λέξη παραπέμπει σε είδος φυτού φαρμακευτικού και ιαματικού (σκάρφη) και συνάμα σε είδος γυναικείου κοσμήματος, το δε ρήμα «ελλεβορίζω» σημαίνει καθαρίζω, γιατρεύω φρενοβλαβή δια του ελλεβόρου, ενώ ως φάρμακο μπορεί να γίνει, κάτω από προϋποθέσεις, και το αντίθετό του, το φαρμάκι δηλαδή. Υποκρύπτεται άραγε εδώ, μήπως λέω, η ένθεη μανία της Τέχνης και η αισθητική και θεραπευτική της λειτουργία, ή η καταστροφική της, κατά τον Πλάτωνα, επικράτηση μέσα στις κοινωνίες; Έχει κυκλοφορήσει μέχρι αυτή τη στιγμή ένα μόνο τεύχος και έτσι αδυνατώ να δώσω μία απάντηση, όσο το δυνατόν πιο πλήρη.

Και μερικοί ακόμη τίτλοι, λιγότερο περίεργοι γραφικοί: Τα «Τετράμηνα» της Άμφισσας δεν υποδηλώνουν τίποτα άλλο από τη συχνότητα με την οποία προσπαθούν να εκδίδονται, ενώ τα πρώτα τεύχη του «Ουρλιαχτού» της Αμαλιάδας την αδυναμία της ομάδας που το εκδίδει να αρθρώσει έναν δικό της, αυτόνομο και ολοκληρωμένο, αναρχικό λόγο και όχι να παραθέτει αναμασήματα άλλων χωρίς καμία κριτική επεξεργασία.

Οι διάφορες ανά την ελληνική επικράτεια «Απόπειρες» και «Παρεμβάσεις» δηλώνουν αυτό ακριβώς που σημαίνουν οι λέξεις, την προσπάθεια δηλαδή των ομάδων ή των ατόμων που τις εκδίδουν, άλλοτε με επιτυχία και άλλοτε όχι, να παρέμβουν, με τον τρόπο τους, στην κοινωνική, πολιτική και πολιτισμική πραγματικότητα που τις περιβάλλει και τις περισσότερες φορές το κάνουν με ένα λόγο γόνιμο και ανατρεπτικό.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον θα παρουσίαζε, κατά τη γνώμη μου, μία περισσότερο λεπτομερής και αναλυτική περιδιάβαση στους τίτλους όλων γενικά των επαρχιακών περιοδικών, και όχι μόνο, αλλά και στα περιεχόμενα ή τον τρόπο γραφής, σελιδοποίησης, μορφής, σχήματος κ.τ.λ. των σημαντικότερων από αυτά. Όμως αυτό δεν μπορεί να γίνει στο πλαίσιο αυτού του κειμένου το οποίο κινήθηκε ενδεικτικά μόνο στα πιο γνωστά από τα περιοδικά αυτά και μάλιστα τα πιο συζητημένα, ή πιο σημαντικά και χαρακτηριστικά μιας εποχής και ενός πολιτισμού που βρίσκεται ακόμη σε εξέλιξη. Ο χώρος των περιοδικών είναι μεγάλος και, θα έλεγα, ανεξάντλητος. Εμείς εδώ επιχειρούμε την αρχή της μελέτης τους καθώς και την έναρξη ενός πρώτου διαλόγου ανάμεσα στους εκδότες, τους συντάκτες και τους αναγνώστες τους, όσο και αν είναι κάτι τέτοιο δυνατόν.

Υ.Γ του 2019: Δυστυχώς σήμερα, είκοσι πέντε πάνω χρόνια μετά, ελάχιστα από τα περιοδικά που αναφέρονται στο κείμενο κατάφεραν να επιβιώσουν. Κυρίως εκείνα που είχαν, και εξακολουθούν να έχουν, συμπαγείς συντακτικές επιτροπές, άνεση χρημάτων, διάθεση, μεράκι και χρόνο αρκετό ή τουλάχιστον όσο χρειάζεται για τη έκδοση των εντύπων που στηρίζουν, καθώς και επαγγελματισμό.

Μου έρχονται πρόχειρα στο νου τα σημαντικά “Περίπλους”, “Πόρφυρας”, “Γιατί” , “Αιολικά Γράμματα”. Ίσως να υπάρχουν και άλλα, αλλά δεν έχω πια το χρόνο ούτε τη διάθεση να το ψάξω. Το κείμενο αφορά κατά βάση την εποχή κατά την οποία γράφτηκε και δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Εκ Παραδρομής”, που έπεσε κι αυτό άδοξα στο στίβο των αστοχιών του, όπως και ο προκάτοχός του, ο “Διάλογος”. Αυτός θύμα των κομματικών και άλλων μικροτήτων.

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό Εκ Παραδρομής Λεχαινών, τεύχος 5 του 1986

The following two tabs change content below.
ΑΝΔΡΕΑΣ ΦΟΥΣΚΑΡΙΝΗΣ

ΑΝΔΡΕΑΣ ΦΟΥΣΚΑΡΙΝΗΣ

Ο Ανδρέας Φουσκαρίνης σπούδασε Ιστορία και Αρχαιολογία στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας και εργάστηκε για 36 έτη στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές: «Πρελούντιο» (1980), «Συμπληγάδες Πέτρες και άλλα συναφή» (1982), «Περικαλλείς διηγήσεις Χριστοφόρου του Πατζινακίτου» (1983). Επίσης, την «Ανθολογία Ηλείων Λογοτεχνών», 1981 με τη συνεργασία των: Γιώργου Γώτη και Διονύση Κράγκαρη, τη μελέτη : «Η ανολοκλήρωτη κοινωνία του Μεσοπολέμου στο βιβλίο του Δημήτρη Χατζή: Το Τέλος της Μικρής μας Πόλης» (1990), την ποιητική συλλογή «Φρυκτωρίες» (2010) και τον τόμο «Άνθη της Εσπερίας» (1994) που περιλαμβάνει μεταφράσεις ποιημάτων των Έλιοτ, Πάουντ, Πρεβέ, Απολλιναίρ, Πλαθ, Λήβι, Αρχίλοχου του Πάριου και άλλων. Έχει συνεργαστεί στην έκδοση των περιοδικών: «Ανδρέας Καρκαβίτσας» και «Διάλογος» της Μορφωτικής Ένωσης Λεχαινών, «Εκ Παραδρομής» της Πολιτιστικής Εταιρίας «Φράγμα» και «Δροσελή» της Κίνησης των Πολιτών για την Οικολογία και το Περιβάλλον των Λεχαινών

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή