Τάσος Παππάς: Ντολορές | Κάκτοι | Κουκαρατσέα

by Times Newsroom 1
Share this

ΤΑΣΟΣ ΠΑΠΠΑΣ

Ντολορές

Στη φαντασία τους ασελγούνε οι κάκτοι
πέρα απ’ τη φάρμα. Η νύχτα είναι σα μια
τρομαχτική και ωραία λιποθυμιά
κάτου απ’ του φεγγαριού τον καταρράχτη

Πώς να χωρέσεις, κάλλιο μην ερχόσουν
σε τούτη την ελάχιστη στιγμή·
κι έτσι κυνηγημένος, τρέμεις μη
και τα φιλιά μου ακόμη σε προδώσουν!

Σαν το βαθύ χαμόγελό σου, κι όπως
χαράζει απ’ τους μαίανδρους της σγουρής
γενειάδας σου απαράλλαχτα θαρρείς
οι κάκτοι ανθούν, κι ημέρωσεν ο τόπος.

Τρεις μήνες αγωνίας, κι εσύ αφήκες
να κοιμηθούν σε μόνη μια βραδιά;
Αν σου ‘χει λείψει η φλόγα απ’ την καρδιά
πάρ’ την απ’ τις ζυγές πιστολοθήκες

και χτύπα με· περσότερο από χίλια
πέζος, σου αποτιμούν την κεφαλή…
Κάθε μια νέα σου δόξα αντιλαλεί
η έρημος σε διακόσια τόσα μίλια!…

Μια γη από πέτρα κίτρινη, κι αγκάθι
σε βύζαξε. Έρωτα μου· είναι βαρύ
το χρέος σου, σε μια γη φαρμακερή,
που ανθούν οι κάκτοι αντάμα με τα πάθη!

-«Κι αν μ’ αγαπάς παράφορα, με κάνεις
να πλήττω , όταν το ακούω τόσες φορές!…
Μα διάβολε, μικρή μου Ντολορές,
πώς θα με πείσεις, δίχως… να πεθάνεις!…»

Κάκτοι

Κάκτοι απά στους βράχους, κάκτοι ολόγυρά τους
μ’ άγριο φράχτη, οι κάκτοι σ’ έζωσαν παντού!
Τρόχιζαν οι κάκτοι τα γυμνά σπαθιά τους
στη χρυσήν οπλή του φεγγαριού.

Σε παραμονεύουν σκυθρωποί
κάτω απ’ το κατάπληχτο φεγγάρι.
Κράτα το άλογό σου Καβαλάρη
Στης στερνής σου νύχτας την καμπή.

Πώς θα το περάσεις το πλατύ
που άνοιξε η ναβάγια σου ποτάμι;
Χείμαρρος στ’ αχνάρια σου έχει δράμει
κι αίμα, το αίμα που ‘χυσες ζητεί.

Κρουσταλλώνει η πάχνη των βουνών
τ’ άκουρα μαλλιά σου και τα γένια·
σε γκρεμούς σε φέρνουν φιλντισένια
τα ίχνη τραγικών καραβανιών.

Κάκτοι απά σε κάκτους, κάκτοι ολόγυρά τους
μ’ άγριο φράχτη, οι κάκτοι σ’ έζωσαν παντού!
Τρόχιζαν οι κάκτοι τα γυμνά σπαθιά τους
στο γυμνό κρανίο του φεγγαριού.

Κάλλιο στην αγχόνη σου να πας,
πέρα απ’ τ’ αδυσώπητα αυτά μέρη.
θα ‘χεις έναν τάφο, και θα ξέρει
πού να κλάψει εκείνη που αγαπάς.

Τώρα, δε σου απόμεινε παρά
μια στερνή σου ελπίδα, ίδια με τύψη,
το άθλιο σου κρανίο για να συντρίψει
μες στα βράχια αυτά τα κοφτερά…

Κι ως η παντοδύναμη Σιωπή
διώξει αυτά τα σχήματα που τρέμεις,
κόντωρας θα πέσει γυμνολαίμης
τα σβησμένα μάτια σου να πιεί.

Κάκτοι απά στους βράχους, πετρωμένοι γρίφοι!
Τον κακό τους ίσκιο πήρε η χαραυγή·
κι έκρυψαν οι κάκτοι τα γυμνά τους ξίφη
κάτου απ’ τη βαθιά τους συλλογή.

Κουκαρατσέα

Μαύρο χιόνι η νύχτα κατεβαίνει
στο αίμα μου, ποιος άναψε εδώ χάμου
μια φωτιά, που τρώει και δε χορταίνει,
καίει, μα δε ζεσταίνει την καρδιά μου!

Τα μαλλιά της ρίχτε να φουντώσει
τούτη η φλόγα, ρίχτε τα φιλιά της
να ψηθούν στη θράκα, έχω παγώσει
ν’ αγκαλιάζω μόνο τ’ όνομά της!

Το φεγγάρι σέρνει, σα μαγνήτης,
τα νερά της λίμνης, κι από πάνου
τα βουνά, σαν ήχοι ενός τυμπάνου,
πέφτουν στην υδάτινη ψυχή της.

Έννοια σου, τρελή Κουκαρατσέα,
κι ένα ωραίο μονόπετρο από πάγο
κι αίμα, αυτή τη νύχτα σου φυλάγω.
Και θα σου πηγαίνει τόσο ωραία!

Με μια βλεφαρίδα έχουνε δέσει
φεγγαριού το μάτι του, – φαντάσου
με τι νοσταλγία θα το φορέσει
στο μικρό της δάχτυλο η καρδιά σου!

Κι έτσι αργά, ποτίζοντας τα φύλλα,
κι ώς τη ρίζα, πέφτοντας σα στάλα
μέλι απ’ το λεπίδι, τα μεγάλα
βάθη θα σου ανοίξει της Τζουαλίλα.

Στάζει απ’ το μαχαίρι μου ένας τόσο
ήπιος ύπνος, παίζει στα νερά του
το φεγγάρι , δείχνοντας ώς κάτου
το βυθό που πάω να σ’ ανταμώσω!

Από  αριστερά: Ντίμης Αποστολόπουλος, Σπύρος Πλασκοβίτης, Ελένη Ουράνη [Άλκης Θρύλος], Τάσος Παππάς και Ηλίας Βενέζης στην απονομή του Βραβείου των “Δώδεκα” το 1961.

Ο Τάσος Παππάς ξεκίνησε απ’ τον παλιό παραδοσιακό στίχο, με έκδηλες τάσεις βερμπαλισμού, με θεατρικές χειρονομίες, αλλά και με μια έμφυτη μορφοπλαστική ικανότητα, αναζητώντας ώς το 1946 τον εαυτό του στη φθίνουσα παράδοση κι απηχώντας συχνά τον Μαλακάση, απ’ όπου φαίνεται να διδάχτηκε τη φροντίδα της μορφής και την ηχητική  της αστραφτερής φόρμας. Την ποιητική του προσωπικότητα, ωστόσο, και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του διαμόρφωσε σχεδόν ολοκληρωτικά δυο χρόνια πιο ύστερα, όταν άρχισε να δημοσιεύει στο περιοδικό “Ποιητική Τέχνη” μια σειρά ποιήματα, δήθεν σαν μεταφράσεις από το έργο του ανύπαρκτου Λατινοαμερικάνου επαναστάτη ποιητή Χοσέ Παθανάρες και των επίσης ανύπαρκτων Ιωνάθαν Νταίνιελ και Άντονυ μπρουκ, επισύροντας το θαυμασμό και τα θερμά ςσχόλια των λογοτεχνικών κύκλων. Τα οκτώ τούτα κομμάτια, που κυκλοφόρησαν την ίδια χρονιά  σε μια λιγοσέλιδη πλακέτα με τίτλο “Τραγούδια του Παθανάρες”, άμα η πλαστοπροσωπία είχε πια αποκαλυφθεί, άρκεσαν για να χαράξει μονομιάς ο Παππάς το δρόμο του, ν’ ανακαλύψει το πρόσωπό του και τα ατομικά εκφραστικά του μέσα  και να δώσει ορμητική διέξοδο στο εκρηκτικό του πάθος και τη μορφοπλαστική του φαντασία… (Η ελληνική ποίηση. Επιμέλεια Κώστα Στεργιόπουλου. Εκδόσεις Σοκόλη, 1980).

Ο ποιητής και επιμελητής εκδόσεων Τάσος Παππάς γεννήθηκε στην Ελευσίνα το 1921 και πέθανε στην Αθήνα το 1999. Κατά τη διάρκεια της Κατοχής έλαβε μέρος στην Αντίσταση από τις τάξεις του ΕΑΜ. Στον Εμφύλιο διώχθηκε και εκτοπίστηκε για τη δράση του, και μέχρι το 1960 άσκησε διάφορα επαγγέλματα για να μπορέσει να επιζήσει. Από το 1961 μέχρι το 1973 εργάστηκε ως επιμελητής ύλης στον Δημοσιογραφικό Οργανισμό Λαμπράκη, στην εφημερίδα “Τα Νέα” και στο περιοδικό “Θέατρο”, ενώ παράλληλα έκανε θεατρικές παραγωγές για την κρατική ραδιοφωνία. Στη λογοτεχνία εμφανίστηκε το 1937, δημοσιεύοντας ποιήματα στην εφημερίδα “Νέα Κόρινθος”. Ακολούθησαν οι συλλογές του: “Νικητήρια”, 1940, “Φώτα μέσα στη θύελλα”, 1946, “Τραγούδια του Παθανάρες”, 1948, “Μεσημβρινός”, 1960, “Στη σκιά του Αιγόκερω”, 1976. Κριτικές για το έργο του έγραψαν, μεταξύ άλλων, οι Πέτρος Χάρης, Αλέξανδρος Αργυρίου, Βάσος Βαρίκας, Μανόλης Γιαλουράκης και Αντρέας Καραντώνης. Το 1961 τιμήθηκε με το έπαθλο Κ. Χατζηπατέρα της Ομάδας των Δώδεκα. Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία, βλ. Αλέξης Ζήρας, “Παππάς Τάσος”, στο “Λεξικό Νεολληνικής Λογοτεχνίας”, Πατάκης, Αθήνα 2007, σ. 1722.

Share this

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή