Ταξίδι στα Καλάβρυτα

  • Γράφει ο ΠΕΤΡΟΣ ΓΑΡΓΑΝΗΣ

Ήταν λοιπόν κάποια ηλιόλουστη μέρα των ‘70s όταν έμπλεος ενθουσιασμού καμάρωνα τον προελαύνοντα θειο μου θριαμβευτή στο βολάν του μυθικού Capri της Ford να δοκιμάζει λάστιχα και αναρτήσεις στους κακοτράχαλους δρόμους της ελληνικής επαρχίας. Ήδη σε τροχιά φρενήρους οικονομικής και κοινωνικής του ανέλιξης,  συνόδευε  μία  ευειδή Γερμανίδα που μας την σύστησε ως σύζυγο του και, κατά συνέπεια, θεια μου! Κανείς φυσικά δεν επρόκειτο να αμφισβητήσει τα απαστράπτοντα τρόπαια του Έλληνα μετανάστη ο οποίος καιρό τώρα προσπαθούσε σκληρά εργαζόμενος ως επιστήμονας και όχι απλά ως ανειδίκευτος εργάτης να ευημερήσει, κάτι που εν τέλει του το προσέφερε ποικιλοτρόπως και πλουσιοπάροχα η ξενιτιά σε αντιστάθμισμα της οδύνης του ξεριζωμού!

Δεν ήταν η πρώτη φορά  που επέστρεφε στο χωριό. Ήταν όμως  η πρώτη εν τη παρουσία μου, ή εν πάση περιπτώσει η πρώτη που τον θυμάμαι ως νήπιο περιοδεύον  στη γενέτειρα των γονέων μου. Κρίνοντας δε από τις αντιδράσεις της φρικαρισμένης βαλκυρίας του, συμπέρανα πως μάλλον ήταν και η δική της πρώτη φορά! Καίτοι επαρκώς ενήμερη και υποψιασμένη, – γνώριζε άλλωστε άριστα ελληνικά-,   δυσκολευόταν ή και απέφευγε να κρύψει τον αποτροπιασμό της σχολιάζοντας ενίοτε με υπεροψία και σαρκασμό την ελληνική πραγματικότητα, που σφόδρα ενοχλούσε την ίδια και όχι βέβαια τους λοιπούς συγγενείς που μάλλον έσπαγαν πλάκα μαζί της παρά αισθάνονταν προσβεβλημένοι από το ύφος των επισημάνσεων της. Ο πατέρας μου όμως όχι!

Παρά το γεγονός ότι ακολουθούσε απαρεγκλίτως και κατά γράμμα τους ανελαστικούς κανόνες του σαβουάρ βιβρ και της περίφημης ελληνικής φιλοξενίας, ζοριζόταν αρκετά με τις παρατηρήσεις της μπατζανάκισσας του όταν αυτή προέβαινε σε απολύτως ακριβείς, πράγματι, συγκρίσεις των υποδομών μεταξύ του κρατιδίου της  Ρηνανίας και του Νομού Φλωρίνης,  όσο και – το σοβαρότερο-  του καθεαυτό πολιτισμικού επιπέδου!

Η έκρηξη δεν απεσοβήθη, με τον πατέρα μου κάποια στιγμή να αποσύρει το πηγαίο βρετανικής κοπής φλέγμα του υπενθυμίζοντας σαν την RAF πλέον και τον Κόκκινο Στρατό τα πεπραγμένα της γερμανικής κατοχής στον τόπο όπου μεγάλωσε. Ως περεταίρω δε αποδεικτικό υλικό, παρέθεσε στοιχεία και λοιπές στατιστικές αναφορές τόσο της περιοχής όσο και του εν γένει ελλαδικού χώρου, εκεί όπου τέλος πάντων οι Γερμανοί δεν άφησαν και τις καλύτερες εντυπώσεις αν υπάρχει δηλαδή τόπος όπου μπορεί και να άφησαν! Στη δε αληθή επισήμανση της αντεπιτιθέμενης Άριας (οι Γερμανοί ποτέ δεν υποχωρούν) ότι δεν ήταν όλοι οι συμπατριώτες της Ναζί, ο πατέρας μου συμφώνησε προθύμως, πλην όμως, όλοι οι Ναζί τύγχαναν Γερμανοί, όπως προσέθεσε!

Το επεισόδιο καταρχήν θεωρήθηκε λήξαν με την παρέμβαση της κεραυνοβολημένης μάνας μου και του εμβρόντητου θειου μου! Όμως το διαταραγμένο κλίμα,  καίτοι φαινομενικά αποκαταστάθηκε άμεσα καθώς η συζήτηση ελάφρυνε με αστεία και εκατέρωθεν πειράγματα. – όχι και τόσο αθώα τώρα που το ξανασκέφτομαι- δεν ήταν παρά μια εύθραυστη εκεχειρία, άσχετα αν αυτή αποδείχθηκε ανθεκτική στα χρόνια που πέρασαν χωρίς ποτέ να κινδυνεύσει στα σοβαρά.

Όλες αυτές οι μνήμες ενεργοποιήθηκαν νοσταλγικά όσο και ομολογουμένως ευχάριστα στο μυαλό μου όταν και βρέθηκα με μια διευρυμένη και ελαχίστως διακριτική παρέα στα μακρινά για εμάς τους Βορειοελλαδίτες Καλάβρυτα. Η επίσκεψη στο Μουσείο του Ολοκαυτώματος και στον τόπο της εκτέλεσης, τουλάχιστον με συγκίνησαν. Πιθανόν λόγω της περίπου μέσης ηλικίας μου που αυτή εκ των πραγμάτων συνοδεύεται από την απώλεια κοντινών μου προσώπων που έζησαν τον ακραίο αυτό αιώνα της Ελλάδας και της Ευρώπης.

Η γενιά μου όντως δεν έζησε πόλεμο ή κάποια από τις πολλές τραγωδίες του ελληνισμού, παρά μόνο Αλλαγή και μεταπολίτευση στις διάφορες βερσιόν της πορείας εκδημοκρατισμού της χώρας.  Όμως μεγάλωσε με όσους τα ‘ζησαν καίτοι σπανίως αυτοί αναφέρονταν στις εμπειρίες του ολέθρου, ή ακόμα και όταν το έκαναν τις αποδυνάμωναν ως μακρινές και περασμένες. Ίσως γιατί της κάθε τραγωδίας αμέσως ακολουθούσε και μια άλλη παραμερίζοντας την προηγούμενη. Ίσως πάλι γιατί είχαν την ανάγκη να ξεχάσουν ή απλά γιατί μπορούσαν να συγχωρήσουν, πράγμα καθόλου αυτονόητο. Ούτως ή άλλως, αυτοί που κατά κύριο λόγο επικαλούνται την ανάγκη της λήθης, είναι συνήθως και αυτοί που διέπραξαν τα χειρότερα. Ως εκ τούτου, η Ευρώπη της αλληλεγγύης έστω και με τους αστερίσκους  των πολλών και ασύμμετρων δυσκολιών που αυτή φέρει, οφείλει να επανέλθει στο προσκήνιο της δικής της ιστορίας παρακάμπτοντας και κυρίως  περιθωριοποιώντας όσους την υπονομεύουν: Ακραίους λαϊκιστές και κυνικούς τεχνοκράτες.

The following two tabs change content below.
Πέτρος Γαργάνης
Ο Πέτρος Γαργάνης, γεννημένος και μεγαλωμένος στην Θεσσαλονίκη καταγόμενος από την Φλώρινα, με μουσικές κατά βάση σπουδές στο Κρατικό Ωδείο Θεσσαλονίκης, ασχολήθηκε με την λογοτεχνία, την λογοκριτική και την αρθρογραφία συνεργαζόμενος με διάφορα έντυπα και εφημερίδες. Συγγραφέας της νουβέλας Μια γειτονιά είμαστε από τις εκδόσεις του Παρατηρητή.
Πέτρος Γαργάνης

Τελευταία άρθρα απόΠέτρος Γαργάνης (δείτε τα όλα μαζί)

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή