Τέσσερα ποιήματα του Γιάννη Πλαχούρη

by Times Newsroom 1
Share this

ΠΑΥΣΗ

Στα κλουβιά σου θα είσαι ασφαλής.

Όσοι φτέρωσαν χάθηκαν.

Η Ελένη; Σώμα γδυτό στην Τρίπολη. Σειρά φαντάροι, φορτηγά, κόκκινες νύχτες. Σαν χθες την έσερνε ο Μπάμπαλης στη Μπουμπουλίνας. Ελένη πώς; Σιωπή.

Ο Νίκος; Άσπρη σκόνη, τον πάει ποταμός.

Μπάρμαν ο Cohn-Bendit του ‘68 σερβίρει μπύρα.

Ο Μαξ; Βολεύτηκε αναρχικός, δυο τρεις εκρήξεις, ίσα μην γίνεται πολύ βαθύς ο ύπνος του.

Η Βιβή; Κλιπ αρτ εσώρουχο στο πλάι λεωφορείου, μαλλί μες και λαμέ μάτια.

Ο Τάσος ποιητής. Τι να διαβάσεις, Χυμένες λέξεις πνίγηκα, γι’ αυτό τον κάνανε γνωστό, ίσα να μας βουλιάξει.

Ο Δημοσθένης ναυαγός. Άπατη θάλασσα χαρτιά, δικογραφίες, γράμματα τον έδεσαν εισαγγελέα.

Ο Θόδωρος; Υπουργός ό,τι πεις.

Έξω ο Λύκος μην βγεις,

όσους είδα τους παίρνει.

Σιγά- σιγά μας χτίσανε.

ΣΤΗ ΜΕΣΗ ΤΟΥ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΥ

Τεντώνονται οι δράκοι στις ρίζες των μανιταριών

ξυπνούν, χτυπούν ταπ ταπ το φως, φτερά ξεχώνουν μάγια.

Πισσόβεργες στα νέφη, αλάτι σ’ άσπρα γιασεμιά

αγγέλους χίλιους έπιασαν τους έσπειραν ψιχάλισμα

λούσαμε τα μαλλιά μας ποτίσαμε την αμμουδιά

με το ξανθό περίσσευμα μέθυσαν τα κοχύλια.

Το καλάθι σου, τέντα πολύχρωμη στην άκρη της θάλασσας.

Σιγανή φωτιά κάτω της σέρνονται οι λέξεις.

Ραγίζουν τη σιωπή, ανοίγουν βάραθρα.

Σκοντάφτω στους απρόσμενους τάφους.

Εκείνη

με ανάλαφρο πάτημα σκαρφαλώνει στο κύμα

έρχεται κρατημένη από το χέρι του καλοκαιριού

ξεπλυμένη από τη σκόνη της πόλης, στραγγίζει τους αφρούς

μια σταγόνα ξεχασμένο νερό

ανασαίνει εύθραυστο κόσμημα στον λαιμό της.

Σκύβω πάνω της με το θάρρος του φύλακα

κοιτάζω τα πενήντα μου χρόνια έτοιμα να χυθούν

εισπνέω την αρμύρα, άρωμα και νυχτικό της.

Τι μπορούν

να κατακτήσουν από μια τέτοια ομορφιά

αυτοί, που τα μάτια τους έμαθαν μόνο να κλέβουν;

Τι μπορούν να κρατήσουν τα νύχια τους

που ολοένα με τις συνήθειες,

στάχτη ασήμαντης ζωής

σκεπάζουν τα παντζούρια της μέρας;

Τι ξέρουν για όσα χάνουν;

Αγκιστρώνονται στον θρήνο του καθημερινού

ξεχνώντας. Κοιτάζουν τη γυναίκα των αφρών

χωρίς να διακρίνουν τον σκοπό της,

τον κύκλο,

που κάνει εμάς και τη σταγόνα υπαρκτούς.

Αν η μοίρα σου είναι η θηλιά

προτίμησε να σε σύρει στο άρμα του ο Αχιλλέας

με το ίδιο σχοινί που κρεμά στον λαιμό της

η γυναίκα αυτή στη μέση του Παράδεισου

τον πόνο της ομορφιάς.

Ο ΤΡΟΠΟΣ ΤΟΥ ΑΓΑΜΕΜΝΟΝΑ

του Νίκου Λαγκαδινού

Άνθιζε κόκκινη σε όλο τον τόπο τής καρδιάς.

Ήταν από ντροπή που γνώριζε πως οι εραστές της

θα χαθούν σπαταλημένοι; Ήταν φωτιά που ύψωνε

το χθες, καπνό αναθρώσκοντα, ξόβεργα για πουλιά

και όνειρα; Στα χέρια μιας, που εξαργύρωσε τη μοναξιά της

με τον έρωτα, ήταν αλφάβητο; Ή μήπως ντο ενός παιάνα,

πού έμαθε στο κορμί να ξεπερνά τα σύνορά του;

Δίνη παράσερνε στην πιο παράξενη αντιστροφή.

Στη σκέψη της ξεχείλιζα κι ανάβλυζα την ομορφιά.

Όταν την είχα; Βούλιαζα σε πράξεις σκοτεινές

φανατικός, που μέθυσε από άγιο Δισκοπότηρο.

Έφταιγε αυτή, που ερχότανε ρόδο χρυσό εφτάδιπλο

ή εγώ, ψαλιδιστής, για να χωρά το άρωμα σε βάζα

μίζερα, σαν την επιλογή: Αυλίδα όχι άνεμος. Λοιπόν;

Nα πλέω για Τροία ή να κρατώ εγγόνια στο παλάτι;

Σπουδαίους μας κάνει μόνο ο έρωτας, αλλιώς σερνόμαστε

γυμνοί και τίποτα, ίδιοι με το λευκό που γεννηθήκαμε.

Γι’ αυτό στα πόδια σου προσφέρομ’ επανάσταση

για να με βάψεις κόκκινο στο αίμα και στη συγχώρεση.

ΕΜΜΕΤΡΟΣ ΑΝΤΙΚΑΤΟΠΤΡΙΣΜΟΣ

Γερμένα βλέφαρα και πίσω τους ο αχνός ψαλμός

αργά, όπως χαλίκι στο ρευστό του νου, βουλιάζει.

«Ποιος, τι;» ρωτώ και όλα τριγύρω λιώνουνε παλμός

βοτάνι μες στην άβυσσο κάθεται ο στεναγμός

απ’ όπου καταπρόσωπο άσπλαχνη Μοίρα κράζει:

φτάνεις ακύμαντος, ζωή γραμμένη σε παλάμη∙

τι ξέρει από θάλασσα ο απάνεμος γιαλός;

όταν ψαράς με λογική δολώνει το καλάμι

το ύψος των ελπίδων του ορίζει ο φελλός.

Για ν’ αγκιστρώνεις άστρα πρέπει να είσαι τρελός.

Ο Γιάννης Πλαχούρης γεννήθηκε το 1951 στην Αθήνα από πατέρα Ηπειρώτη (Τετράκωμο – Τζουμέρκα) και μάνα Μικρασιάτισσα (Αϊβαλί). Εργάστηκε στη δημοσιογραφία (ημερήσιος και περιοδικός Τύπος, ραδιόφωνο) σε διάφορες θέσεις. Έχει γράψει και δημοσιεύσει από το 1973 μέχρι σήμερα ποίηση, μυθιστόρημα, παραμύθια, Καραγκιόζη, τις σατιρικές Ιστορίες του κυρίου Λαμόγιου, κριτικές προσεγγίσεις. Με τον Δημοσθένη Κορδοπάτη συνέκδοσαν το ιδιότυπο περιοδικό Κέντρων. Συνεργάτης, κατά καιρούς, σε διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά (ΚΛΠ, Έρευνα, Εξόπολις, Περίπλους, Index κ.ά.) και ιστοσελίδες (Diastixo, fractal, newstimes).Πέρασε και από τον συνδικαλισμό (ΠΟΕΣΥ, ΕΣΠΗΤ, Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών). Συμμετείχε επίσης στις διοικήσεις διαφόρων πολιτιστικών φορέων (Αετοπούλειο, ΔΕΠΑ Χαλανδρίου, Κέντρο Μικρασιατικού Ελληνισμού Δήμου Νέας Ιωνίας).

Share this

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή