Θανάσης Κωσταβάρας: Αυτοβιογραφία | Το ταξίδι | Πριν απ’ τον κατακλυσμό | Οι χαμένοι

by Times Newsroom 1

ΘΑΝΑΣΗΣ ΚΩΣΤΑΒΑΡΑΣ

Αυτοβιογραφία

Σαν το αγρίμι έζησα.
Στηλώνοντας πάντα τʼ αυτί μου.
Αλλάζοντας πρόσωπο κι όνομα
ανάμεσα σε τουφέκια, σίδερα και σκοινιά.

Μες σε πηγάδια έριξαν τον ύπνο μου.
Σκυλιά και σύρματα ξέσκισαν το κορμί μου.
Δε μου άφησαν τίποτα.
Τη σιωπή μου γλίτωσα μόνο.

Σαν το αγρίμι έζησα τη ζωή μου.

( «Κατάθεση», 1965)

Το ταξίδι

Πού πάμε.
Πού σπαταλάμε τα πιο ωραία μας λόγια· τα πιο γενναία μας όνειρα…

Κινάμε σαν τη φωτιά και σβήνουμε, σβήνουμε αργά δίχως  ν’ αφήσουμε τίποτα.
Όταν μέσα μας κάποτε μουγκρίσαν ποτάμια.
Όταν λουλούδισαν θάλασσες.
Όταν δάση φουρτούνιασαν, ξεκινώντας
για ταξίδια πέρ’ απ’ αυτά τα κλειστά βουνά.

Πού πάμε.

Επιστρέφουμε.
Όλο και πιο αναπότρεπτα, όλο και πιο απελπισμένα
επιστρέφουμε.

Δίχως ώς τώρα να ταξιδέψουμε.
Πουθενά

Πριν απ’ τον κατακλυσμό

Βέβαιο πως όλα θα βουλιάξουν σε λίγο.

Και τα χέρια που άγγιξαν, έστω σε μια σύντομη ζάλη, τη λευτεριά
σα θερισμένα κουπιά θ’ απομείνουν ριγμένα στην άκρη.

Μα εσένα θα ‘θελα ώς το τέλος να σκέφτομαι αγάπη μου
ακριβή μου αγάπη.

Όπως όταν μέσα στα μάτια σου φουρτούνιαζαν  οι πολύφωνες θάλασσες
και στα νυχτερινά σου μαλλιά τα δάχτυλά μου χάνονταν
ζητώντας καινούργιους δρόμους, καινούργιες σημαίες, ώς τα χαράματα.

Γιατί έτσι ρημαγμένη πια μου είναι αβάσταχτο να σε βλέπω
σε ξένα χέρια – κι από μένα τον ίδιον ακόμα – παρατημένη
σ’ επιτήδειους ψεύτες και σ’ επαγγελματίες εραστές να φθείρεσαι να γεράζεις
ξεπουλώντας τα πιο ακριβά σου συνθήματα
τραγουδώντας βραχνά, φτηνά τραγούδια ρεμπέτικα
εσύ που τα λόγια σου κάποτε βούιζαν σαν πυκνά παράφορα δάση
γεμάτα περήφανα αγρίμια και παραδείσια πτηνά,

Έτσι όπως ήσουν κάποτε θέλω ώς το τέλος να σε σκέφτομαι αγάπη μου
μοναδική μου αγάπη.

Ίσως δε λησμονήσουν
όταν θα ξαναρχίσουν μια καινούργια άνοιξη οι άλλοι.

Οι χαμένοι

Γλίτωσα.
Για να φύγω ένας άθλιος γέροε
γεμάτο ζάρες απογοητεύσεις και σφάλματα

Ξόδεψα τη ζωή μου σε λεπτομέρειες.
Ζυγιάζοντας χειρονομίες και λόγια.
Αγοράζοντας ακριβά με το αίμα  πουλώντας στο τέλος φτηνά.

Είμαστε μια γενια΄που δεν έχει πια τίποτ’ άλλο από μνήμες.
Ζήσαμε τη φωτιά και το φόβο την έπαρση και την πίκρα την απόφαση και την άρνηση.

Τώρα τελειωμένοι καθόμαστε και κάνουμε αθροίσεις τα βράδια
βαίνοντας πάντα χαμένοι
(κι ας μην ξέρουμε ακόμα πού θα ‘πρεπε να ‘ναι το κέρδος)
βρίσκοντας πάντως λειψά τα χτυπήματα
τούτο κυρίως: ατέλειωτη πάνω μας
την τελευταία λαβωματιά.

Χρ. Δ. Αντωνίου: Ο Θανάσης Κωσταβάρας και το δράμα του ανώνυμου αγωνιστή. – Περιοδικό Περί Ου

Θανάσης Κωσταβάρας (1927 – 2007). Ο ποιητής της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς Θανάσης Κωσταβάρας γεννήθηκε στην Ανακασιά του Βόλου, όπου πέρασε τα παιδικά και μαθητικά χρόνια. Σε ηλικία δεκαπέντε χρόνων, ως Επονίτης, προσχωρεί στον ΕΛΑΣ. Το 1944 τραυματίζεται σε μάχη με τους Γερμανούς. Με το τέλος του πολέμου έρχεται στην Αθήνα και γράφεται στην Οδοντιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών το 1946. Το Νοέμβριο του 1948 εκτοπίζεται στη Μακρόνησο, όπου παρέμεινε τέσσερα χρόνια. Με την απόλυσή του ολοκληρώνει τις σπουδές του και ξεκινά να εργάζεται ως οδοντίατρος. Στο χώρο της λογοτεχνίας παρουσιάστηκε το 1956 με την έκδοση της ποιητικής συλλογής “Αναζήτηση”. Έγραψε συνολικά είκοσι ποιητικές συλλογές (“Αναβίωση”, 1957, “Έξοδος”, 1957, “Κοντσέρτο για κυκλάμινα και ορχήστρα ωρών”, 1958, “Ρωμαίικη σουίτα”, 1959, “Ο γυρισμός”, 1963, “Κατάθεση”, 1965, “Συμπληρώματα”, 1970, “Ο μουγγός τραγουδιστής”, “Ιστορήματα”, 1985, “Τα ερωτικά”, “Ο φόβος του ακροβάτη”, 1989, “Κήποι στον παράδεισο”, 1990, “Στο βάθος του χρώματος”, 1993, “Το ημερολόγιο της αυριανής εξορίας”, 1995, “Η μακρινή άγνωστη χώρα”, 1999, “Οι μεταμορφώσεις των κήπων”, 2003, μεταξύ άλλων), με τελευταία την εκτός εμπορίου αφιερωμένη στην απώλεια της γυναίκας του, δοκιμιογράφου Αγγελικής Κωσταβάρα, με την οποία είχε αποκτήσει έναν γιο. Έγραψε επίσης δοκίμια, διηγήματα (τις συλλογές “Το ρήγμα”, 1966 και “Ο λάκκος”, 1972), θεατρικά έργα (“Το Φαγκότο ή Το τραγικό τέλος του Νικηφόρου Φωκά” και “Η ηρωική ζωή του Π. Ν. Πάστη”), που ανέβηκαν από τη “Δωδεκάτη Αυλαία” (1960) και το “Θέατρο Τέχνης” την περίοδο 1977-78, ενώ “Τα ιερά και τα όσια” παρουσιάστηκαν το Νοέμβριο του 1983 από την ΕΤ1. Ήταν μέλος της συντακτικής επιτροπής του περιοδικού “Μανδραγόρας”. Αφιερώματα για το έργο του έγιναν από τα περιοδικά “Ελί-τροχος”, (τχ. 3, 2001), “Μανδραγόρας”, (τχ. 25, Ιούλιος 2001), “Θέματα Λογοτεχνίας”, κ. ά. Έργα του μεταφράστηκαν στα αγγλικά, γαλλικά, πολωνικά και γερμανικά. Πέθανε στην Αθήνα στις 19 Οκτωβρίου 2007. Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία του Θανάση Κωσταβάρα βλ. Αργυρίου Αλεξ., “Θανάσης Κωσταβάρας”, στο “Η πρώτη μεταπολεμική γενιά”, Αθήνα: Σοκόλης, 1982 (στη σειρά “Η Ελληνική ποίηση. Ανθολογία – Γραμματολογία”) και Κοτσέτσου Λούλα, “Κωσταβάρας Θανάσης”, στη “Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας”, τ. 9, Αθήνα: Χάρη Πάτση, χ.χ. (Πηγή: Αρχείο Ελλήνων Λογοτεχνών, Ε.ΚΕ.ΒΙ. και poeticanet.com)

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή