Θέμος Κορνάρος: Ένας λεβέντης | Διήγημα

Έτσι μπήκανε, μέρα πια πλατιά, στο συνοικισμό, τα σιδερόφραχτα τμήματα του εχθρού, ύστερ’ από πολύωρη μάχη, με μια φούχτα αμούστακα παλικάρια του εφεδρικού ΕΛΑΣ...

by Times Newsroom 1

ΘΕΜΟΣ ΚΟΡΝΑΡΟΣ

Ένας λεβέντης

 

ΑΡΧΕΣ του Αυγούστου 1944. Δεν έχει φέξει ακόμα κι ο σκοπός ειδοποιεί το σχηματισμό τού ΕΛΑΣ, για κάποιαν ύποπτη κίνηση που παρατηρήθηκε στις εξωτερικές συνοικίες του Βύρωνα.

Άλλος σύνδεσμος φέρνει, σε λίγο, την πληροφορία πως κυκλώνεται ο συνοικισμός. Σώμα μιχτό: Γερμανοί και τσολιάδες. Οι δυνάμεις του ΕΛΑΣ είναι ασήμαντες μπροστά στον όγκο και τα μηχανοκίνητα του εχθρού. Όμως θα χτυπήσει. Πρέπει να δώσει καιρό να μαζευτούν τ’ Αρχεία των οργανώσεων και να πάρουνε μέτρα οι παράνομοι, που θα μείνουνε πίσω.

Η νύχτα, έτσι στα ξαφνικά, αναστατώνεται. Η μάχη έχει αρχίσει βίαιη, πεισματική από γωνιά σε γωνιά κι από σπίτι σε σπίτι.

Τα χωνιά γκαρδιώνουν τους πολεμιστές, τρομοκρατούνε τους τσολιάδες, ειδοποιούνε το συνοικισμό για ό,τι γίνεται, κι η μάχη βράζει μέσα στην πηχτή νύχτα.

Όταν είχαν όλα κανονιστεί, το μικρό τμήμα του ΕΛΑΣ παίρνει διαταγή να τραβηχτεί. Ο συνοικισμός είναι κυκλωμένος από παντού. Μα η διαταγή είν’ αυστηρή. Έπρεπε ν’ ανοιχτεί δρόμος, για να γλιτώσουνε τον οπλισμό και με τις πιο λίγες θυσίες να φύγουνε τα παιδιά στο βουνό.

Έτσι μπήκανε, μέρα πια πλατιά, στο συνοικισμό, τα σιδερόφραχτα τμήματα του εχθρού, ύστερ’ από πολύωρη μάχη, με μια φούχτα αμούστακα παλικάρια του εφεδρικού ΕΛΑΣ.

Χτυπούν οι καμπάνες. Οι τσολιάδες σκορπίζουνε σ’ όλους τους δρόμους και φοβερίζουνε.

Όλος ο κόσμος έπρεπε να μαζευτεί στην πλατεία, μέσα σε δέκα λεφτά.

“Όποιος κρυφτεί, όποιος δοκιμάσει να φύγει, θα τουφεκίζεται επιτόπου μαζί μ’ όλη τη φαμίλια του. Και το σπίτι του θα καίγεται…”

Κανένας δεν ξέρει ακόμα το σκοπό τούτης της πρωινής επιδρομής. Όλοι όμως είναι βέβαιοι πως για καλό δεν είναι. Και καθένας ετοιμάζει την ψυχή του, για να μπορέσει ν’ αντέξει σε σκληρές στιγμές και κακά μαντάτα.

Δε βλέπεις δάκρυα και δεν ακούς λυγμούς, την ώρα τούτη, που η κάθε φαμίλια αποχαιρετιέται πριν ξεκινήσει για τον άγνωστο κίντυνο. Είναι παράδοση πια, στις ανατολικές συνοικίες να παίζει ο άνθρωπος μ’ αξιοπρέπεια και με γαλήνη το στερνό παιχνίδι με το χάρο.

Η πλατεία βουίζει. Έν’ άναρθρο βούισμα που μοιάζει περισσότερο με σφηκοφωλιάς αμυντική προετοιμασία, παρά με θόρυβο πολυάνθρωπης σύναξης που τη φρουρούνε αυτόματα και τανκς.

“Οι άντρες χωριστά!” Ακούγεται η πρώτη διαταγή.

Κάποια χέρια απλώνουνται κρυφά, σφίγγουνται βιαστικά και καθένας παίρνει τη θέση του.

Τα μωρά ξέγνοιαστα χτυπούνε παλαμάκια και από της μάνας τους την αγκαλιά καλούνε τον πατέρα να προσέξει τα καμωματάκια τους και τα παιχνίδια. Κι ο τσολιάς, που στάζει το φαρμάκι από τα χείλια του, απαντά στην παιδική αθωότητα με βρισιές και φοβέρες:

“…Σε λιγάκι, μωρό μου, θα σου δώσω μια μπάλα να παίξεις.” Και του δείχνει το κεφάλι τού πατέρα, κάνοντάς του και την κίνηση, για να καταλάβει το μικρό πώς κόβεται ένα κεφάλι.

Οι Γερμανοί ρωτούνε τι ειπώθηκε. Κι ύστερα γελούνε και χτυπούν αδερφικά την πλάτη του ευφυολόγου τσολιά.

Από την παράταξη των αντρών ξεχωρίζουνε οι Γερμανοί τους πιο γερούς, τους πιο νέους. Πότε-πότε ψαχουλεύουνε και τα μπράτσα τους για να εχτιμήσουνε την αντοχή.

Η υπόθεση αρχίζει να φωτίζεται. Σκλάβους γυρεύουνε για τους` βιομηχανικούς στόχους της Γερμανίας.

Ξεχωρίζουνε 1.500. Αυτό δεν ήτανε και τόσο δύσκολη δουλειά. Το δύσκολο είναι να βρεις τι κρύβεται πίσω από τ’ αυστηρά τούτα πρόσωπα, με το σκοτεινό βλέμμα και τ’ ασάλευτα χείλη.

Δεν είναι και τόσο απλή ιστορία, το να στείλεις στα μετόπισθεν 1.500 άντρες από έναν ανυπόταχτο συνοικισμό της Αθήνας!

Κάτι λένε μεταξύ τους, Γερμανοί και τσολιάδες. Κι αμέσως, τέσσερις σπιούνοι προχωρούνε και μπαίνουν ανάμεσα στην αμίλητη μάζα. Έναν-έναν τους κοιτάζουνε στα μάτια. Και διαλέγουνε. Έχουνε βάλει δώδεκα στην “πάντα”. Δώδεκα παλικάρια που τα μάτια τους λένε ιστορίες παράξενες για λευτεριά κι αγώνες. Τους στήνουνε στον τοίχο, τον έναν πλάι στον άλλον. Κι άντικρα στο πλήθος. Η ανάσα μόνο του κόσμου ακούγεται. Κι ο ρυθμός της έγινε κάπως πιο βιαστικός. Όλο τούτο το πλήθος είν’ οργανωμένο, από το γέρο ώς το εξάχρονο παιδί. Και ξέρει τι πόστο αντιπροσωπεύει ο καθένας απ’ αυτή την πολύτιμη ντουζίνα…

Ο Γερμανός αξιωματικός γαβγίζει μια διαταγή στη βάρβαρη γλώσσα του. Κι ο προδότης μεταφράζει, κοιτάζοντας τους 12.

“Θα τουφεκιστείτε τώρα! Όποιος θέλει τη ζωή του, να μας πει ποιοι από τους 1.500 είναι κομμουνιστές κι εαμίτες”.

Ένας βαθύς ανασασμός. Χιλιάδες μάια σταυροκοπούνε δεξά-ζερβά, διασταυρώνουνται, κι η συνεννόηση έχει γίνει. Σιωπή!

Τη διαταγή την επαναλαμβάνει πιο έντονα. Κι η φωνή τού προδότη μπιάζει με τρομάρας κραυγή, σε μια έρημη νύχτα, που μηδ’ αγέρι φυσά, μηδέ φύλλο σαλεύει στ’ αμίλητα δέντρα.

Το απόσπασμα των τσολιάδων, με τ’ αυτόματα, παίρνει θέση απέναντι στους 12 διαλεχτούς. Κι αυτοί ήσυχοι, ψηλά τα κεφάλια, με μάτι σίγουρο ατενίζουνε τον κόσμο. Μόνο αν είσ’ από τις ανατολικές συνοικίες θα καταλάβεις τι είπανε αυτά τα μάτια. Είπαν ευχαριστώ στον κόσμο για τη στάση του; Δώκανε το σύνθημα της απόλυτης σιωπής; Ή χειρετίσανε, για στερνή φορά, μιας μανούλας τα μάτια, ή ένα μωρό κατσαρομάλλικο που τους κάνει χαρές από κάποιαν ακρούλα;

“Δε μιλείτε λοιπόν; Γκουτ!”

“Επί σκοπόν!” Δίνεται η διαταγή στο απόσπασμα.

Η σιωπή παλεύει με την καρδιά, γιατί αυτή χτυπά βαριά κι ακούγεται! Και μέσα σ’ αυτή τη γαλήνη ένας κεραυνός. Μια φωνή γερή, καμπανιστή, τρυπά την ερημιά, αναταράζει τις καρδιές, ανατριχιάζει το πλήθος, κι η ανάσα γίνεται άρρυθμη και μοιάζει σα να πολεμά να πνίξει τον προδότη!

“Σταθείτε!”

Αυτό μονάχα είπε η φωνή. Χιλιάδες μάτια καρφώνονται πάνω σ’ ένα πυρόξανθο κεφάλι που σαλεύει κι αγωνίζεται να ξεχωρίσει από τη μάζα.

Οι Γερμανοί μπαίνουνε στη μέση. Χτυπούνε, λαχτίζουνε, προσπαθούνε ν’ ανοίξουνε δρόμο, για να φτάσει πιο γρήγορα κοντά τους ο καινούργιος… πιστός.

Ο κόσμος ξεδιακρίνει πια τον άνθρωπο με τη φωνή. Δυο επονίτες κλαίνε κάπου παράμερα. Είναι της παρέας τους! Προδότης από την παρέα τους! Αυτοί οι δυο κι αυτός που στέκεται τώρα ανάμεσα στους Γερμανούς, είναι η γραμματεία της ΕΠΟΝ του Βύρωνα!…

Δεν είναι πια ανάσα τούτο π’ ακούγεται. Είναι σκεπασμένη θύελλα που μουγκρίζει, είναι θυμός που θα ξεσπάσει, αγωνία που καίει κι αφανίζει.

Το παιδί με το πυρόξανθο κεφάλι, έχει μάτια γαλανά. Και καθώς τα βλέπεις, φλογισμένα κι άγρια, σου ’ρχεται να κλαις. Αυτός προδότης! Τέτοιο παλικάρι! Και τέτοια ιστορία…

“Τι έχεις να πεις;” τον ρωτούνε.

“Αυτοί οι 12 είναι αθώοι! Αφήστε τους. Αυτοί δεν ξέρουνε. Εγώ θα σας δείξω τους κομμουνιστές!”

Το γέλιο φωτίζει των δημίων τα πρόσωπα. Φαίνεται καθαρά η χαρά, ο θρίαμβος, σ’ αυτό το στεγνό γέλιο.

“Γκουτ! Λέγε.”

Τα μάτια των μελλοθανάτων πετούνε φλόγες, που ζώνουνε τον παλιό συναγωνιστή, που ξέρει ο καθένας πως είναι σε θέση να τινάξει τον αέρα, σε μια στιγμή, την οργάνωση του Βύρωνα. Κι από το πλήθος μέσα ξεκίνησε μια βραχνή φωνή παλλόμενη, που έλεγε: “Μη! Μη, Κασιμάτη!”

Μα η φωνή εμπέρδεψε, πνίγηκε σ’ ένα λυγμό, κι έτσι δεν έφτασε στ’ αυτί του φοιτητή Κασιμάτη που στέκεται μπροστά στον εχθρό, έτοιμος να μιλήσει.

“Λέγε λοιπόν! Ποιοι είναι;”

“Εγώ!”

“Μπράβο. Είσαι παλικάρι! Κι οι άλλοι;”

Ένα κύμα στοργής και θαυμασμού ξεκίνησε από τη μάζα και τυλίγει τον ήρωα. Κι οι αστραπές των ματιών, από τους 12 μελλοθανάτους, σχηματίζουνε φωτοστέφανο γύρω από το ξανθό κεφάλι του επονίτη. Για κείνον που δεν ξέρει να διαβάζει τις ψυχές, η πράξη τούτη του λεβέντη είναι μεγάλη, μα χωρίς σκοπό. Είν’ ένα ξέσπασμα όμορφο μα κι ασυλλόγιστο…

Για τον καθέναν όμως Βυρωνιώτη αγωνιστή, η πράξη τούτη έχει σκοπούς, έχει στόχο. Και μέσα της κλείνει μια νίκη πρώτη..

Ελπίδα πως θα γλιτώναν τα 12 στελέχη, δεν είχε καμιά το λαμπρό παλικάρι. Ελπίδα, πως ο ίδιος θα ’βγαινε ζωντανός από τέτοιαν εξόρμηση, ήτανε ξεγραμμένη. Όμως είχε τη σιγουριά πως έτσι μετατοπίζει το ενδιαφέρο του εχθρού, σ’ ένα κρίσιμο λεπτό απάνω. Βέβαιος πως σηκώνει κύματα ενθουσιασμού στο πλήθος, που ο εχθρός σαδιστικά και με μεγάλη μαστοργιά, πολιορκούσε την ψυχή του.

Τούτη τη στιγμή, ο κίντυνος πλανάται ανάμεσώ μας. Δεν ξέρουμε, από τη μια στιγμούλα ώς την άλλη, μπας και φανεί η αδυναμία. Μπας και παρουσιαστεί μια ξαφνική λιποψυχία. Και τότε; Και “τότε” δεν πρέπει να υπάρξει. Είμαι αρχηγός! Απαγορεύω, εγώ, στον κίντυνο να φανεί και λιγόψυχο να εκδηλωθεί. Σηκώνω φρούριο: Τον ενθουσιασμό της μάζας!

Έτσι εμίλησε το παλικάρι με την ψυχή του. Έκανε τα σχέδια και τινάχτηκε μπρος, όμορφος και μεγάλος διαφεντευτής της τιμής.

“Εγώ είμαι! Κανένας άλλος!”

Η φωνή του ήτανε πύρινη προσταγή, προς τον Ενθουσιασμό, να σηκωθεί σε κύμα πελώριο και να καταποντίσει κάθε αδυναμία που θα μπορούσε να φανεί.

Ο εχθρός εκνευρίστηκε! Τον βασανίζει. Αφήνει το σαδισμό του να ξεσπάσει σπάταλα. Αυτή η σπατάλη είναι η δεύτερη νίκη του παλικαριού.

Το επιστημονικό, σαδιστικό παιχνίδι, με την πολιορκημένη ψυχή τού πλήθους χαλαρώνεται…

Το πλήθος παίρνει ανάσα, ενθουσιάζεται, ηλεχτρίζεται και της λιγοψυχιάς το καβουράκι τρέχει να κρυφτεί όθε ξεκινούσε. Όλος ο επιστημονικός σαδισμός χάνει τον αρχικό σκοπό και στόχο…

Εντοπίζεται το παιχνίδι τού εχθρού στον ηρωικό επονίτη πάνω. Κι απαλλάσσεται η μάζα!

Τον στήνουνε κι αυτόν στη σειρά. Δέκατος τρίτος! Το αυτόματο τραγουδά της ψυχής του ήρωα το τραγούδι “Εμπρός ΕΛΑΣ!…”

Το πλήθος δεν κλαίει. Χιλιάδες μάτια γελαστά, διασταυρώνουνται με των δεκατριών παλικαριών την περήφανη ματιά Κι ο επονίτης Κασιμάτης επέρασε, σαν αρχηγός μιας κρίσιμης ώρας, στην ιστορία του κόσμου.

Οι 1.500 ξεκινήσανε για τα γερμανικά κάτεργα. Μα δεν υπάρχει επισήμανη! Οι ελπίδες ενός γυρισμού τραγουδάνε μέσα τους. Και πάντα, σε κάθε στροφή του τραγουδιού αυτού, ακούγεται τ’ όνομα του επονίτη Κασιμάτη.

________________________________________

ΘΕΜΟΣ ΚΟΡΝΑΡΟΣ (1906-1970)

Ο Θέμος Κορνάρος γεννήθηκε στη Σίββα της Μεσσαράς στην Κρήτη. Λόγω της φτώχειας της οικογένειάς του μπήκε από μικρός στη βιοπάλη και ταξίδεψε ανά την Ελλάδα ασκώντας διάφορα χειρωνακτικά επαγγέλματα. Όταν έφτασε στην πρωτεύουσα προσπάθησε να παρακολουθήσει μαθήματα στο Πανεπιστήμιο, δεν τα κατάφερε όμως γιατί παράλληλα δούλευε εργάτης στο χτίσιμο του Εθνικού Θεάτρου. Εκεί γνωρίστηκε με τον Κωστή Μπαστιά και μέσω αυτού με τον Φώτο Πολίτη, που δέχτηκε με ενθουσιώδεις κριτικές τα πεζογραφήματά του Το Άγιον Όρος και Σπιναλόγκα (1933). Συνέχισε να δουλεύει ως εργάτης ως το 1944, οπότε συνελήφθη από τα S.S. και κλείστηκε στο στρατόπεδο Χαϊδαρίου ως την Απελευθέρωση. Οι κακουχίες του είχαν και συνέχεια: καταδικάστηκε σε φυλάκιση δύο χρόνων με αφορμή το κείμενό του Αγύρτες και κλέφτες στην εξουσία (στραμμένο εναντίον αρχιεπισκόπου), συνελήφθη το 1947 και εξορίστηκε ως το 1952. Την εκδοτική του δραστηριότητα ξανάρχισε μετά το 1955 και ως το 1960 κυκλοφόρησε τέσσερα πεζογραφήματα και δύο τόμους ταξιδιωτικών εντυπώσεων και επιμελήθηκε δυο ανθολογιών αντιστασιακής λογοτεχνίας με τίτλους Θυσίες και δάφνες του ελληνικού λαού και Αρματωμένη Ελλάδα. Συνεργάστηκε με τα περιοδικά Νέοι Πρωτοπόροι, Ελεύθερα Γράμματα, Επιθεώρηση Τέχνης και την εφημερίδα Η Αυγή. Ταξίδεψε στην Ιταλία, την Ελβετία, τη Σοβιετική Ένωση και σε χώρες των βαλκανίων. Πέθανε στην Αθήνα κατά τη διάρκεια της δικτατορίας του Παπαδόπουλου. [Για τα τελευταία εφτά χρόνια της ζωής του δεν έχουμε στοιχεία, παρά μόνο πως αντιμετώπισε οικονομικά προβλήματα, καθώς οι εκδοτικοί οίκοι δεν σεβάστηκαν τα συγγραφικά του δικαιώματα. Ασαφής παραμένει επίσης ο λόγος του θανάτου του, ενώ δεν υπάρχουν χειρόγραφά του]. Στην Κρήτη εξέδωσε και το πρώτο του πεζογράφημα με τίτλο Έρωτας ή αναιστησία. Το πεζογραφικό έργο του Θέμου Κορνάρου τοποθετείται χρονικά στην ελληνική πεζογραφία της γενιάς του μεσοπολέμου. Το έργο του είναι στρατευμένο, έχει τη μορφή ντοκουμέντου καταγγελίας, κινείται στα πλαίσια της ρεαλιστικής γραφής και της άμεσης καταγραφής προσωπικών βιωμάτων του συγγραφέα με έντονα πολεμικό ύφος. Παράλληλα αν και ο Κορνάρος ήταν ενταγμένος στην Αριστερά, ο προβληματισμός του στα πρώτα του έργα ξεπερνούσε τα στενά όρια της πολιτικής και υπαγορευόταν από το γενικότερο ανθρωπιστικό ιδεολογικό προσανατολισμό του συγγραφέα. Με το πέρασμα του χρόνου οδηγήθηκε (κυρίως μετά το 1935) στο διδακτισμό και την αυστηρή ιδεολογική στράτευση, διατήρησε ωστόσο αμείωτη τη δεινότητα της αφηγηματικής του τεχνικής. 1. Τα στοιχεία αντλήθηκαν από τα λήμματα Αργυρίου Αλεξ., «Θέμος Κορνάρος», Η μεσοπολεμική πεζογραφία · Από τον πρώτο ως τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο (1914-1939)Ε’, σ.122-134. Αθήνα, Σοκόλης, 1992, Ζήρας Αλεξ., «Κορνάρος Θέμος», Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό5. Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1986 και Καμπάνης Φάνης, «Κορνάρος Θέμος», Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας9. Αθήνα, Χάρη Πάτση, χ.χ. (Πηγή: http://www.ekebi.gr/)

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή