Thomas Mann: “Το παιδί-θαύμα” | Διήγημα

by Times Newsroom 1
Share this

ΤΟΜΑΣ ΜΑΝ

Το παιδί-θαύμα

 

ΤΟ ΠΑΙΔΙ-ΘΑΥΜΑ μπαίνει μέσα· στην αίθουσα γίνεται ησυχία.

Γίνεται ησυχία, και μετά αρχίζουν οι άνθρωποι να χειροκροτούν, γιατί κάπου στα πλάγια ένας γεννημένος αρχηγός και εξουσιαστής χτύπησε πρώτος τα χέρια. Δεν άκουσαν ακόμα τίποτα, αλλά χειροκροτούν μ’ ενθουσιασμό. Γιατί ο μηχανισμός μιας τεράστιας διαφήμισης έχει προετοιμάσει το έδαφος για το παιδί-θαύμα και οι άνθρωποι έχουν κιόλας κατακτηθεί, είτε το ξέρουν είτε όχι.

Το παιδί-θαύμα προβαίνει πίσω από ένα μεγαλόπρεπο παραβάν, που είναι ολόκληρο κεντημένο με στεφάνια στυλ αμπίρ και μεγάλα μυθικά λουλούδια, σκαρφαλώνει ευκίνητο τα σκαλοπάτια προς την εξέδρα και αφήνεται στα χειροκροτήματα, σα σε λουτρό, ριγώντας ελαφρά, μ’ ένα μικρό ανατρίχιασμα, αλλά νιώθοντας πάντως σα σε φιλικό στοιχείο. Προχωρεί στην άκρη της εξέδρας, χαμογελά, σα να ήταν να το φωτογραφίσουν κι ευχαριστεί μ’ ένα ελαφρό, συνεσταλμένο και αξιαγάπητο χαιρετισμό κυρίας, αν και είναι παιδί.

Είναι ντυμένο όλο σε άσπρο μετάξι, πράγμα που απλώνει στην αίθουσα μια κάποια συγκίνηση. Φοράει ένα άσπρο μεταξωτό ζακετάκι με μια τολμηρή κόψη και μια κορδέλα από κάτω· ακόμα και τα παπούτσια του είναι από άσπρο μεταξωτό. Αλλά μες από τ’ ασπρομέταξα παντελονάκια του κάνουν μια πολύ εντυπωσιακή αντίθεση τα γυμνά ποδαράκια, που είναι τελείως μελαχρινά· γιατί είναι ένα Ελληνόπουλο.

Μπίμπης Σακελλαφύλακας λέγεται. Αυτό είναι μια φορά τ’ όνομά του. Ποιού ονόματος η σύντμηση ή το χαϊδευτικό είναι το “Μπίμπης” κανείς δεν ξέρει, εκτός από τον ιμπρεσάριο, και τούτος το θεωρεί σαν επαγγελματικό μυστικό. Ο Μπίμπης έχει ίσια, μαύρα μαλλιά, που του κρέμονται ώς τους ώμους, μα έχουν χωρίστρα στα πλάγια, και από το στενοθόλωτο σταράτο μέτωπο δένονται πίσω μ’ ένα μικρό μεταξωτό φιόγκο. Έχει το πιο αθώο παιδικό προσωπάκι του κόσμου, μια μυτίτσα ασχημάτιστη κι ένα ανυποψίαστο στόμα· μόνο το μέρος του προσώπου κάτω από τα μικρά σαν ποντικού, πισσόμαυρα μάτια του είναι λίγο κουρασμένο και ορίζεται καθαρά από δυο ρυτίδες. Φαίνεται σα να είναι εννέα χρόνων, αλλά είναι μόλις οχτώ και λένε ότι είναι εφτά. Οι άνθρωποι, δεν ξέρουν ούτε οι ίδιοι αν πραγματικά το πιστεύουν. Ίσως το ξέρουν καλύτερα, κι όμως το πιστεύουν, όπως είναι συνηθισμένοι να κάνουν σε τόσες περιπτώσεις. Λίγο ψέμα, σκέφτονται, ταιριάζει στην ομορφιά. Πώς θα μπορούσε κανείς, σκέφτονται, να νιώσει ευχάριστη διάθεση και ανάταση ύστερα από την καθημερινότητα, αν δεν έφερνε μαζί του λίγη καλή θέληση, ακόμα και να δεχτεί πως το παιδί είναι πέντε ετών; Και σκέφτονται πολύ σωστά με το κοινό τους μυαλό.

Το παιδί-θαύμα ευχαριστεί, ώσπου καταλαγιάζει ο πάταγος των χειροκροτημάτων· ύστερα πηγαίνει στο πιάνο και οι άνθρωποι ρίχνουν μια τελευταία ματιά στο πρόγραμμα. Πρώτα έρχεται η “Marche solenelles”, κατόπιν η “Rêverie” και ύστερα το “Le hibou et les moineaux”, – όλα του Μπίμπη Σακελλαφύλακα. Όλο το πρόγραμμα είναι δικό του, είναι συνθέσεις του. Δεν μπορεί βέβαια να τις καταγράψει, αλλά τις έχει όλες στο μικρό ασυνήθιστο κεφάλι του, και πρέπει να τους αναγνωρισθεί καλλιτεχνική αξία, όπως σημειώνεται σοβαρά και αντικειμενικά πάνω στις τοιχοκολλήσεις, τις συνταγμένες από τον ίδιο τον ιμπρεσάριο. Φαίνεται ότι ο ιμπρεσάριος με σκληρό αγώνα κατόρθωσε ν’ αποσπάσει από την κριτική του φύση αυτή την ομολογία.

Το παιδί-θαύμα κάθεται στη γυριστή πολυθρόνα και προσπαθεί να φθάσει με τα ποδαράκια του τα πεντάλ, που μ’ έναν έξυπνο μηχανισμό είναι τοποθετημένα ψηλότερα από το συνηθισμένο, για να μπορεί να τα φτάνει ο Μπίμπης. Είναι το δικό του πιάνο, που το παίρνει παντού μαζί του. Στέκει σε ξύλινα στηρίγματα και το βερνίκι του είναι αρκετά κατεστραμμένο από τις πολλές μεταφορές· όμως όλα αυτά κάνουν το πράγμα πιο ενδιαφέρον.

Ο Μπίμπης βάζει τ’ ασπρομέταξα πόδια του στα πεντάλ· ύστερα κάνει έναν ελαφρό, έξυπνο μορφασμό, κοιτάζει κατευθείαν μπροστά και σηκώνει το δεξί του χέρι. Είναι ένα μικρό σταράτο χεράκι, γεμάτο αφέλεια, αλλά οι αρθρώσεις του είναι γερές και καθόλου παιδικές και δείχνουν ασκημένα κόκκαλα.

Το μορφασμό του τον κάνει ο Μπίμπης για τους ανθρώπους, γιατί ξέρει ότι πρέπει να τους διασκεδάσει λίγο. Αλλά ο ίδιος από την πλευρά του έχει σιωπηλά την ιδιαίτερή του ευχαρίστηση σε τούτη την υπόθεση, μια ευχαρίστηση που δε θα μπορούσε να την περιγράψει σε κανέναν. Είναι αυτή η ερεθιστική ευτυχία, αυτό το κρυφό ηδονικό ρίγος που τον πλημμυρίζει κάθε φορά, που ξανακάθεται σ’ ένα ανοιχτό πιάνο – δε θα τη χάσει ποτέ. Πάλι του προσφέρονται τα πλήκτρα, αυτές οι εφτά ασπρόμαυρες οκτάβες, που ανάμεσά τους τόσες φορές χάθηκε σε περιπέτειες και συγκλονιστικά πεπρωμένα, που φαίνονται όμως πάλι τόσο καθαρά και ανέγγιχτα σαν ένας καθαρισμένος πίνακας με σήματα. Είναι η μουσική, ολόκληρη η μουσική, που βρίσκεται μπροστά του! Βρίσκεται απλωμένη μπροστά του σα μια θάλασσα που τον καλεί και μπορεί να ορμήσει βαθιά της και να κολυμπήσει μακάριος, ν’ αφεθεί να τον παίρνουν τα κύματά της και να χαθεί τελείως στη θύελλα, και παρ’ όλα αυτά να κρατά την κυριαρχία στα χέρια του, να κυβερνά και να ορίζει… Κρατάει το δεξί του χέρι στον αέρα.

Στην αίθουσα δεν ακούγεται αναπνοή. Είναι αυτή η ένταση πριν από τον πρώτο ήχο… Πώς θ’ αρχίσει; Έτσι αρχίζει. Και ο Μπίμπης βγάζει με τον δείχτη τον πρώτο ήχο από το πιάνο, έναν απροσδόκητα δυνατόν ήχο στις μεσαίες νότες σαν σάλπισμα. Στον ήχο αυτόν άλλοι ακολουθούν, μια εισαγωγή ξετυλίγεται – τα μέλη των ακροατών χαλαρώνουν.

Είναι μια πολυτελής αίθουσα, σ’ ένα ξενοδοχείο της μόδας πρώτης κατηγορίας, με ρόδινους αισθησιακούς πίνακες στους τοίχους, με μεγαλόπρεπους κίονες, με καταστόλιστους καθρέφτες και μ’ ένα πλήθος, ένα αληθινό σύστημα κόσμων από ηλεκτρικές λάμπες, που παντού ξεφυτρώνουν σα μπουκέτα, σα μάτσα ολόκληρα και κάνουν το χώρο να ριγεί μ’ ένα φως πιο φωτεινό από της ημέρας, λεπτό, χρυσωπό, ουράνιο… Κανένα κάθισμα δεν είναι άδειο, ακόμα και στους πλαϊνούς διαδρόμους και στο πίσω μέρος στέκονται όρθιοι. Μπροστά, όπου το εισιτήριο στοιχίζει δώδεκα μάρκα (γιατί ο ιμπρεσάριος έχει γι’ αρχή να ορίζει τιμές που προκαλούν σεβασμό), κάθεται η αριστοκρατία· υπάρχει ένα ζωηρό ενδιαφέρον στους κύκλους της πιο υψηλής κοινωνίας για το παιδί-θαύμα. Βλέπει κανείς πολλές στολές, πολύ εκλεκτό γούστο στις τουαλέτες των γυναικών… Μάλιστα υπάρχουν και πολλά παιδιά εδώ, που με καλοαναθρεμμένο τρόπο αφήνουν τα πόδια τους να κρέμονται από κάθισμα και με λαμπερά μάτια παρατηρούν το μικρό προικισμένο συνάδελφό τους, τον ντυμένο σε άσπρο μετάξι…

Μπροστά αριστερά κάθεται η μητέρα του παιδιού, μια εξαιρετικά ευτραφής κυρία με πουδραρισμένο διπλοσάγονο κι ένα φτερό στο κεφάλι και στο πλευρό της ο ιμπρεσάριος, ένας κύριος με τύπο ανατολίτικο, με μεγάλα χρυσά κουμπιά στις πολύ προεξέχουσες μανσέτες. Αλλά στη μέση μπροστά κάθεται η πριγκίπισσα. Είναι μια κοντή, ρυτιδωμένη, συρρικνωμένη γριά πριγκίπισσα, αλλά υποστηρίζει τις καλές τέχνες, όσο είναι αβρές. Κάθεται σε μια βαθιά πολυθρόνα από βελούδο και στα πόδια της είναι απλωμένα περσικά χαλιά. Κρατάει τα χέρια της διπλωμένα ακριβώς κάτω από το στήθος της πάνω στο μεταξωτό της φόρεμα με τις γκρίζες ρίγες, γέρνει το κεφάλι προς τα πλάγια και δίνει μια εικόνα ευγενικιάς ειρήνης, καθώς κοιτάζει το παιδί-θαύμα στη δουλειά του. Κοντά της κάθεται η κυρία της τιμής, που φοράει μάλιστα ένα μεταξωτό φουστάνι με πράσινες ρίγες. Κι όμως δεν είναι παρά μια κυρία της τιμής και δεν έχει το δικαίωμα ούτε μια φορά ν’ ακουμπήσει την πλάτη της πίσω.

Ο Μπίμπης τελειώνει με μεγάλη μεγαλοπρέπεια. Με τι δύναμη αυτό το αγοράκι μεταχειρίζεται το πιάνο! Δεν πιστεύει κανείς στ’ αυτιά του. Το θέμα του μαρς, μια παλλόμενη ενθουσιαστική μελωδία, ξεσπά ακόμα μια φορά πλατύ και καμαρωτό με πλήρη αρμονικό εξοπλισμό, και ο Μπίμπης σε κάθε μουσικό μέτρο ρίχνει πίσω το πάνω μέρος του κορμιού του σα να βάδιζε ο ίδιος θριαμβευτικά σ’ επίσημη παρέλαση. Ύστερα τελειώνει με δύναμη, σκύβει και κατεβαίνει από την πολυθρόνα προς τα πλάγια και περιμένει χαμογελώντας τα χειροκροτήματα.

Και τα χειροκροτήματα ξεσπούν, ομόφωνα, συγκινημένα, ενθουσιαστικά. Κοιτάξτε λοιπόν τι χαριτωμένα μεριά έχει το παιδί, ενώ εκτελεί τον ελαφρό του χαιρετισμό σαν κυρία. Χειροκροτήστε, χειροκροτήστε! Περιμένετε μόνο να βγάλω τα γάντια μου. Μπράβο μικρέ Σακοφύλακα ή όπως σε λένε! Μα αυτό είναι διαβολόπαιιδο!

Ο Μπίμπης πρέπει να παρουσιαστεί τρεις φορές πάλι πίσω από το παραβάν όσο να ησυχάσουν. Μερικοί αργοπορημένοι, που καθυστέρησαν, σπρώχνουν και μπαίνουν με κόπο στη γεμάτη αίθουσα. Ύστερα συνεχίζεται το κοντσέρτο.

Ο Μπίμπης ψιθυρίζει τη Rêverie” του. Αποτελείται ολόκληρη από αρπίσματα που απάνω τους υψώνεται καμιά φορά με αδύνατα φτερά ένα μικρό κομμάτι μελωδίας. Και κατόπιν παίζει το Le hibou et les moineaux”. Αυτό το κομμάτι έχει μια θριαμβευτική επιτυχία, ηλεκτρίζει. Είναι ένα αληθινό παιδικό κομμάτι και με μια θαυμάσια παραστατικότητα. Στα μπάσα βλέπει κανείς την κουκουβάγια να κάθεται σκυθρωπή με τα πεπλοντυμένα μάτια της να χτυπάει το ρυθμό, ενώ στους υψηλούς τόνους τιτιβίζουν με θράσος και φόβο μαζί τα σπουργίτια, που θέλουν να την πειράξουν. Μετά απ’ αυτό το κομμάτι ο κόσμος επευφημεί τον Μπίμπη τέσσερες φορές. Ένας υπάλληλος του ξενοδοχείου με αστραφτερά κουμπιά του φέρνει τέσσερα δάφνινα στεφάνια πάνω στη σκηνή και τα κρατάει μπροστά του από τα πλάγια, ενώ ο Μπίμπης χαιρετά κι ευχαριστεί. Και η πριγκίπισσα μάλιστα παίρνει μέρος στα χειροκροτήματα, ενώ χτυπάει μαλακά τις παλάμες της τη μια πάνω στην άλλη, χωρίς ν’ αφήνει κανέναν ήχο…

Πώς ξέρει αυτό το έμπειρο ανθρωπάκι να παρατείνει τα χειροκροτήματα! Αφήνει να τον περιμένουν πίσω από το παραβάν, σταματά λίγο στα σκαλοπάτια της εξέδρας, παρατηρεί με παιδική ευχαρίστηση τους γυαλιστερούς φιόγκους των στεφανιών, παρόλο που από καιρό πια του προξενούν ανία, χαιρετά αξιαγάπητα κι δισταχτικά και δίνει στους ανθρώπους καιρό να ξεθυμάνουν, ια να μη χαθεί τίποτα από τον πολύτιμο θόρυβο των χεριών του. Το Le hibou”, σκέφτεται, είναι η επιτυχία μου, γιατί τη φράση αυτή την έχει μάθει από τον ιμπρεσάριο. Ύστερα έρχεται η Fantaisie, που ωστόσο είναι στ’ αλήθεια πολύ καλύτερη, ιδιαίτερα στο μέρος που αλλάζει σε ντο δίεση. Τρελάθηκες, ακροατήριο, μ’ αυτή την hibou”, κι ας είναι το πρώτο και το πιο κουτό που έχω κάνει Κι ευχαριστεί αξιαγάπητα.

Κατόπιν παίζει μια Meditation και ύστερα μια Etude· – είναι ένα αληθινά πλούσιο πρόγραμμα. Η Meditation προχωρεί ίδια ακριβώς με τη Rêverie”, πράγμα που δεν αποτελεί μειονέκτημα, και στην Etude δείχνει ο Μπίμπης όλη του την τεχνική επιδεξιότητα, που άλλωστε είναι λίγο κατώτερη από την ευρηματικότητά του. Αλλά ύστερα έρχεται η Fantaisie. Είναι το αγαπημένο του κομμάτι. Το παίζει κάθε φορά λίγο διαφορετικά, το πραγματεύεται ελεύθερα και ξαφνιάζεται κι ο ίδιος καμιά φορά από τις νέες ιδέες και τις μεταπτώσεις που πετυχαίνει τα βράδια που βρίσκεται σε φόρμα.

Κάθεται και παίζει, μικρούτσικος και αστραφτερός μες στ’ άσπρα, μπροστά στο μεγάλο μαύρο πιάνο, μόνος και διαλεχτός πάνω στην εξέδρα, πάνω από τη θολή ανθρωπομάζα., που έχει όλη μαζί μόνο μια βαριά, δυσκίνητη ψυχή, που πάνω της πρέπει να επιδράσει με τη μοναδική και όλο ανάταση ψυχή του… Τα μαλακά του μαύρα μαλλιά τού έχουν πέσει στο μέτωπο μαζί με την ασπρομέταξη κορδέλα, οι δυνατοί γυμνασμένοι αρμοί των χεριών του δουλεύουν, και βλέπει κανείς τους μυς στα μελαχρινά παιδικά μάγουλά του να τρεμίζουν.

Καμιά φορά έρχονται δευτερόλεπτα λησμονιάς και μοναξιάς, όπου τα παράξενα σαν ποντικού μάτια του, κομμένα γύρω-γύρω από την κούραση, γλιστρούν λοξά, μακριά από το κοινό, στο ζωγραφισμένο τοίχο της αίθουσας δίπλα του, και ρίχνουν το βλέμμα τους πέρα, για να χαθούν σε μιαν έκταση όλο γεγονότα, μεστή από ακαθόριστη ζωή. Αλλά τότε ένα βλέμμα από την άκρη του ματιού του γυρίζει έκθαμβο στην αίθουσα, και να τος πάλι μπροστά στους ανθρώπους.]

 

Παράπονο και αγαλλίαση, έξαρση και βαθιά πτώση. Η Fantaisie μου, σκέφτεται ο Μπίμπης γεμάτος αγάπη. Μα, ακούστε, τώρα έρχεται το μέρος όπου αλλάζει σε ντο δίεση. Και παίζει τη μετατροπία αλλάζοντας σε ντο δίεση. Το παρατηρούν άραγε; Ω όχι, πού τέτοιο πράγμα, δεν το παρατηρούν. Και γι’ αυτό σηκώνει τουλάχιστο τα μάτια του όμορφα προς την οροφή, για να έχουν πάντως οι άνθρωποι να δουν κάτι.

Οι άνθρωποι κάθονται σε μακριές σειρές και κοιτάζουν το παιδί-θαύμα. Κάνουν κάθε είδους σκέψεις μέσα στο κοινό τους μυαλό. Ένας ηλικιωμένος κύριος με άσπρο γένι, μ’ ένα δαχτυλίδι με σφραγιδόλιθο στο δείχτη κι ένα πρήξιμο στη φαλάκρα του σα βολβό, ένα εξόγκωμα αν θέλει κανείς, σκέφτεται μέσα του: Στ’ αλήθεια θα έπρεπε να ντρέπομαι. Δεν το έχω κουνήσει ποτέ πιο πέρα από τους “Τρεις κυνηγούς από το Kurpfalz”, και τώρα κάθομαι σαν ένας ψαρομάλλης φίλος και αφήνομαι στα θαύματα που κάνει τούτο το ανθρωπάκι που είναι τρεις πιθαμές. Πρέπει όμως να σκεφτεί κανείς ότι είναι δοσμένο από ψηλά. Ο Θεός μοιράζει τ’ αγαθά του, δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα σ’ αυτό και δεν είναι καμιά ατιμία να είναι κανείς κοινός άνθρωπος. Είναι κάτι σαν το Χριστό-παιδί. Επιτρέπεται να υποκλιθεί κανείς μπρος σ’ ένα παιδί, χωρίς να πρέπει να ντρέπεται. Πόσο παράξενα ευεργετικό είναι τούτο! Δεν τολμά να σκεφτεί: Πόσο γλυκό είναι! Το “γλυκό” θα ήταν αξιοκατάκριτο για έναν δυνατό, ηλικιωμένο κύριο. Αλλά το νιώθει!

Τέχνη… σκέφτεται ο έμπορος με την μύτη σαν παπαγάλου. Ναι, πράγματι δίνει κάποια λάμψη στη ζωή, λίγο ευχάριστη μουσική και άσπρο μετάξι. Άλλωστε δεν τα καταφέρνει άσχημα. Πουλήθηκαν πολλά εισιτήρια, πενήντα θέσεις προς δώδεκα μάρκα, αυτό μόνο κάνει εξακόσια μάρκα, και βάλε ύστερα όλα τα υπόλοιπα. Αν αφαιρέσει κανείς το νοίκι της αίθουσας, το φωτισμό και τα προγράμματα, τότε μένουν ασφαλώς χίλια μάρκα καθαρά. Αυτά θα πάρη.

Λοιπόν, το καλύτερο απ’ ό,τι τώρα δα έδωσε ήταν Σοπέν! Σκέφτεται η δασκάλα του πιάνου, μια κυρία με σουβλερή μύτη, σε κείνη την ηλικία που οι ελπίδες κοιμούνται και το μυαλό κερδίζει σε οξύτητα. Μπορεί να πει κανείς ότι δεν είναι αρκετά πηγαίος. Εδώ παίζει καλά. Άλλωστε η στάση του χεριού του είναι τελείως απαίδευτη. Πρέπει να μπορεί να στέκεται ένα τάλιρο στη ράχη του χεριού… Θα τον συμμόρφωνα εγώ με τον χάρακα.

Ένα νέο κορίτσι, που φαίνεται τελείως κέρινο και βρίσκεται σε μια ηλικία όλο ένταση, όπου αφήνεται κανείς με πολλή ευχαρίστηση σε τρυφερούς στοχασμούς, σκέφτεται κρυφά: Μα τι είναι αυτό! Τι παίζει; Είναι το πάθος που παίζει! Μα είναι στ’ αλήθεια παιδί; Αν με φιλούσε θα ήταν σα να με φιλούσε ο μικρός μου αδελφός, αυτό δε θα ήταν φιλί. Υπάρχει λοιπόν ένα πάθος λυτρωμένο, ένα πάθος αυτόνομο, χωρίς επίγειο αντικείμενο και που δε θα ήταν παρά ένα παθιάρικο παιδικό παιχνίδι… Σωστά, αν όμως το έλεγα δυνατά, θα με κυνηγούσαν. Έτσι είναι ο κόσμος.

Κοντά σε ένα στύλο στέκεται όρθιος ένας αξιωματικός. Παρατηρεί την επιτυχία του Μπίμπη και σκέφτεται: Είναι κάτι και είμαι κάτι, καθένας με τον τρόπο του! Ωστόσο χτυπάει τα τακούνια του και απονέμει στο παιδί-θαύμα το σεβασμό που απονέμει σ’ όλες τις δυνάμεις.

Αλλά ο κριτικός, ένας άντρας που αρχίζει να γερνάει, με αστραφτερό, μαύρο σακάκι και πιτσιλωτό παντελόνι με ρεβέρ κάθεται στην τιμητική θέση του και σκέφτεται: Ας τον δουν αυτόν τον Μπίμπη, αυτό το παλιόπαιδο. Σαν άτομο, έχει ακόμα να μεγαλώσει, αλλά σαν τύπος είναι τελειωμένος, σαν τύπος καλλιτέχνη. Έχει μέσα του την υψηλότητα του καλλιτέχνη και την έλλειψη αξιοπρέπειας, τον τσαρλατανισμό και την ιερή του σπίθα, την περιφρόνηση προς τους άλλους και την κρυφή του μέθη. Αλλά αυτό δεν έχω δικαίωμα να το γράψω· θα ήταν πολύ βαρύ. Αχ, πιστέψτε με, θα είχα γίνει κι εγώ καλλιτέχνης, αν δεν τα έβλεπα όλα με τόση διαύγεια…

Εδώ τελείωσε το παιδί-θαύμα και μια αληθινή θύελλα ξεσηκώνεται στην αίθουσα. Πρέπει να παρουσιαστεί πάλι και πάλι από το παραβάν. Ο άνθρωπος με τα γυαλιστερά κουμπιά φέρνει καινούργια στεφάνια, τέσσερα από δάφνη, μια λύρα από μενεξέδες, ένα μπουκέτο τριαντάφυλλα. Δεν του φτάνουν τα χέρια του να δώσει στο παιδί-θαύμα, όλα τα δώρα, ο ιμπρεσάριος ανεβαίνει ίδιος στην εξέδρα για να τον βοηθήσει. Κρεμάει ένα δάφνινο στεφάνι γύρω από το λαιμό του Μπίμπη. Χαϊδεύει τρυφερά τα μαύρα του μαλλιά. Και ξαφνικά σα νικημένος, σκύβει και δίνει στο παιδί-θαύμα ένα φιλί, ένα ηχηρό φιλί, ακριβώς στο στόμα. Τότε όμως φουσκώνει η θύελλα σε καταιγίδ. Αυτό το φιλί περνά σαν ηλεκτρισμός στην αίθουσα, διατρέχει το πλήθος σα νευρικό ρίγος. Μια τρελή ανάγκη για θόρυβο παρασύρει τους ανθρώπους. Δυνατές ζητωκραυγές ανακατεύονται μες στο άγριο χειροκρότημα. Μερικοί από τους μικρούς συνηθισμένους φίλους του Μπίμπη εκεί κάτω κουνάνε τα μαντίλια τους… Αλλά ο κριτικός σκέπτεται: Πράγματι, αυτό το φιλί του ιμπρεσάριου χρειάζονταν. Παλιό, αποτελεσματικό κόλπο. Ναι, Θεέ μου, αν δε τα έβλεπε κανείς με τόση διαύγεια!…

Και ύστερα το κοντσέρτο τελειώνει. Στις επτά και μισή άρχισε, στις οκτώμισι τελείωσε. Η εξέδρα είναι γεμάτη στεφάνια και δυο μικρές γλάστρες βρίσκονται πάνω στα ξύλα του πιάνου με τις λάμπες. Ο Μπίμπης παίζει, τελευταίο νούμερο, την “Rapsodie grecques” που καταλήγει στον ελληνικό εθνικό ύμνο, και οι συμπατριώτες του ευχαρίστως θα τραγουδούσαν μαζί, αν δεν ήταν επίσημο το κοντσέρτο. Αποζημιώνονται όμως στο τέλος μ’ ένα δυνατό θόρυβο, έναν θερμόαιμο σαματά, μια εθνική διαδήλωση. Αλλά ο ηλικιωμένος κριτικός σκέφτεται: Αλήθεια, ο ύμνος χρειαζόταν. Μεταφέρουν το παίξιμο σ’ έναν άλλο χώρο, δεν αφήνουν κανένα μέσο που μπορεί να ενθουσιάσει, χωρίς να το δοκιμάσουν. Θα γράψω ότι δεν είναι καθόλου καλλιτεχνικό. Μα ίσως πάλι να είναι καλλιτεχνικό. Τι είναι ο καλλιτέχνης; Ένας φασουλής. Η κριτική είναι ό,τι ανώτερο υπάρχει. Αλλά δεν μπορώ να το γράψω. Και απομακρύνεται με το πιτσιλωτό παντελόνι του.

Μετά από εννέα ή δέκα φορές που βγήκε στην εξέδρα, το ξαναμμένο παιδί δεν πηγαίνει πια πίσω από το παραβάν αλλά κατεβαίνει στη μαμά του και στον ιμπρεσάριο κάτω στην αίθουσα. Οι άνθρωποι στέκουν ανάμεσα στα μετατοπισμένα καθίσματα και χειροκροτούν και σπρώχνονται προς τα μπρος, για να δουν τον Μπίμπη από κοντά. Μερικοί θέλουν να δουν και την πριγκίπισσα: Σχηματίζονται δυο πυκνοί κύκλοι μπροστά από τη σκηνή γύρω από το παιδί-θαύμα και την πριγκίπισσα, και δεν ξέρει κανείς καλά-καλά για ποιον πραγματικά γίνεται ο κύκλος. Αλλά η κυρία της τιμής παίρνει τη διαταγή και κατευθύνεται προς τον Μπίμπη. Τραβάει και ισιώνει λίγο τη μεταξωτή του ζακέτα, για να τον κάνει εμφανίσιμο, τον πηγαίνει από το μπράτσο στην πριγκίπισσα και του γνέφει σοβαρά να φιλήσει το χέρι της βασιλικής της Υψηλότητας, “Πώς τα παίζεις όλ’ αυτά παιδί μου;” ρωτάει η πριγκίπισσα. “Σου έρχονται μόνα τους στο νου, όταν κάθεσαι;”. “Oui, Madame” απαντά ο Μπίμπης. Από μέσα του όμως σκέφτεται: “Αχ! Εσύ κουτή γριά πριγκίπισσα!” Κάποτε γυρίζει δειλά, σαν παιδί χωρίς καλή ανατροφή και πηγαίνει στους δικούς του.

Έξω στη γκαρνταρόμπα επικρατεί μεγάλος συνωστισμός. Καθένας κρατάει ψηλά τον αριθμό του, δέχεται από το τραπέζι με ανοιχτά χέρια γούνες, σάρπες και γαλότσες. Κάπου στέκει η δασκάλα του πιάνου μεταξύ γνωστών και κάνει κριτική. “Δεν είναι αρκετά πηγαίος”, λέει δυνατά και κοιτάζει γύρω της.

Μπροστά από ένα μεγάλο καθρέφτη του τοίχου δυο ανθυπολοχαγοί, αδέρφια μιας νεαρής αριστοκράτισσας, τη βοηθούν να φορέσει το παλτό της και τα γούνινα παπούτσια της. Είναι ωραιότατη, με τα γαλανά μάτια της που αστράφτουν και το φωτεινό της πρόσωπο που δείχνει καθαρή ράτσα, μια αληθινή αριστοκρατική δεσποινίδα. Αφού πια ετοιμάστηκε, περιμένει τ’ αδέρφια της. “Μην κάθεσαι τόσο πολύ μπροστά στον καθρέφτη, Αδόλφε!” λέει χαμηλόφωνα και θυμωμένα στον έναν, που δεν μπορεί να ξεκολλήσει από τον καθρέφτη καθώς κοιτάζει τ’ ωραίο του, απλό πρόσωπο. Ναι, είναι καλό! Ο ανθυπολοχαγός Αδόλφος θα κουμπώσει όμως το παλτό του μπρος στον καθρέφτη, με την ευγενική της άδεια. Ύστερα φεύγουν, κι έξω στο δρόμο, όπου λάμπουν θολοί από την χιονισμένη καταχνιά οι ηλεκτρικοί φανοί, ο ανθυπολοχαγός Αδόλφος αρχίζει, καθώς βαδίζουν, να χτυπάει λίγο τα πόδια του, με σηκωμένο το γιακά και τα χέρια του στις λοξές τσέπες του παλτού του, να χορεύει ένα ελαφρό νέγρικο χορό πάνω στο παγωμένο χιόνι, γιατί κάνει τόσο κρύο.

Τι παιδί! σκέφτεται το κορίτσι με τ’ άφτιαχτα μαλλιά, καθώς, με χέρια που κρέμονται ελεύθερα, έρχεται πίσω τους, συντροφιά μ’ έναν κατσουφιασμένο νεαρό. Αξιαγάπητο παιδί! Το παιδί εκεί μέσα σου προκαλούσε σεβασμό… Και με δυνατή, μονότονη φωνή λέει: “Είμαστε όλοι παιδιά-θαύματα, εμείς οι δημιουργοί”.

Μπα!, σκέφτεται ο ηλικιωμένος κύριος που δεν το κούνησε πέρα από τους “Τρεις κυνηγούς από το Kurpfalz” και που ο ρόζος στο κεφάλι του σκεπάζεται τώρα από ένα ψηλό καπέλο, τι είναι πάλι και τούτο! Ένα είδος Πυθία, θαρρώ!

Αλλά ο κατσουφιασμένος νεαρός που καταλαβαίνει όλα τα λόγια της ένα-ένα, γνέφει αργά επιδοκιμαστικά.

Κάποτε σωπαίνουν· και το κορίτσι με τ’ άφτιαχτα μαλλιά παρακολουθεί με τα μάτια τα τρία αριστοκρατικά αδέρφια. Τα περιφρονεί, αλλά τα παρακολουθεί με τα μάτια του, ώσπου χάνονται στη γωνιά του δρόμου.

Μετάφραση: ΟΛΓΑ ΒΟΤΣΗ

  • Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό ΕΠΟΧΕΣ, τεύχος 32, Δεκέμβριος 1965.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΚΙ ΕΔΩ:

Τόμας Μαν: Νόμπελ Λογοτεχνίας του 1929

Όλγα Βότση (1922-1998).

Η Όλγα Βότση (λογοτεχνικό ψευδώνυμο της Όλγας Μπούκη – Πλατή) γεννήθηκε στον Πειραιά. Φοίτησε στο τμήμα Φιλολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών και από το 1959 και για τρία χρόνια παρακολούθησε μαθήματα Γερμανικής Φιλολογίας και Ιστορίας Τέχνης στο Πανεπιστήμιο της Βόννης. Εργάστηκε ως καθηγήτρια φιλόλογος στη δημόσια και ιδιωτική εκπαίδευση στην Ελλάδα και την Κύπρο. Στο χώρο της λογοτεχνίας πρωτοεμφανίστηκε το 1943 με τη δημοσίευση του ποιήματος “Προσευχή” στο περιοδικό “Νεοελληνική Μούσα” του Πειραιά. Εξέδωσε τις ποιητικές συλλογές: “Ερημικά”, 1951, “Ενδόμυχα”, 1953, “Αγερινά”, 1955, “Ύπαρξη και σιωπή”, 1958, “Πρώτη ρίζα”, 1962, “Ο μεγάλος ήχος”, 1965, “Κρύπτη και σύνορο”, 1970 (Κρατικό βραβείο ποίησης), “Γυμνά πέλματα”, 1973, “Οι σκάλες”, 1976, “Ξέφωτα”, 1979, “Η άλλη γνώση”, 1982, “La fuente y el oyo” (επιλογή ποιημάτων της στα ισπανικά), 1984, “Πήλινο σχήμα” (Βραβείο Λ. Πορφύρα της Ακαδημίας Αθηνών), 1985, και “Η εξέδρα”, 1988. Εξέδωσε, επίσης, δύο τόμους με στοχασμούς: “Πολύεδρα”, 1978, “Οδύνη και ευδία”, 1984. Συνεργάστηκε με τα περιοδικά “Φιλολογική Πρωτοχρονιά”, “Πνευματική Κύπρος”, “Ευθύνη”, “Νέα Εστία”, “Φοιτητική Τέχνη”, “Ηπειρωτική Εστία”, “Το Περιοδικό μας” και άλλα. Μέλος της Εθνικής Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών και της Γυναικείας Λογοτεχνικής Συντροφιάς, τιμήθηκε με το Α΄ Κρατικό Βραβείο Ποίησης (1990), το Β΄ Κρατικό Βραβείο Ποίησης (1971), το βραβείο Λάμπρου Πορφύρα της Ακαδημίας Αθηνών (1987) και το Βραβείο της Ελληνικής Εταιρείας Χριστιανικών Γραμμάτων. Ασχολήθηκε επίσης με τη λογοτεχνική μετάφραση (έργων του Φραντς Κάφκα, του Γκέοργκ Τρακλ, κ.ά.), ενώ έργα της μεταφράστηκαν στα ιταλικά, γαλλικά, ισπανικά και πολωνικά. Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία της Όλγας Βότση βλ. Αργυρίου Αλεξ., “Όλγα Βότση”, στο “Η ελληνική ποίηση· Η πρώτη μεταπολεμική γενιά”, σ. 520-522, Αθήνα, Σοκόλης, 1982 και Σιμόπουλος Ηλίας, “Βότση Όλγα”, Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, τ. 4, Αθήνα, Χάρη Πάτση, χ.χ. (Πηγή: Αρχείο Ελλήνων Λογοτεχνών γεννημένων πριν το 1935, Ε.ΚΕ.ΒΙ.)

Share this

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή